Σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου Αλίκης Κουρτίδου – το γένος Αντώνιου Ακριτίδη – ο παππούς μου Ιωάννης Κουρτίδης γεννήθηκε το 1883 και πέθανε το 1975, η δε γιαγιά μου… Παρθένα γεννήθηκε το 1891 και πέθανε το 1991.

Η γιαγιά μου είχε δύο αδερφούς και μια αδερφή. Τον πατέρα της σκότωσαν οι Τούρκοι όταν αυτή ήταν στη νηπιακή της ηλικία και κυνηγούσαν τη μάνα της, για να τη σκοτώσουν. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια και κάποτε η μάνα της κυνηγημένη από τους Τούρκους ανέβηκε στο βουνό μαζί με άλλους χωριανούς της, όπου και πέθανε από πείνα.

Ο παππούς της γιαγιάς μου πληροφορήθηκε το θάνατο της νύφης του και πήγε αμέσως στο σπίτι του γιου του, όπου συνάντησε μερικούς συγγενείς, που επισκέφθηκαν τη γιαγιά μου και βλέποντας τη γιαγιά μου να σκουπίζει, της είπε:

– Άσε τη σκούπα και κάνε μου καφέ.

Η γιαγιά μου υπάκουσε και πρόθυμη ετοιμάστηκε να ψήσει καφέ. Καθώς όμως έψηνε τον καφέ, άκουσε τον παππού της που συνομιλούσε με τους συγγενείς τους κρυφά κι ανάμεσα σ’ όλα κατάλαβε ότι η μάνα της Μαρία πέθανε. Ακούγοντάς το επαναλαμβανόμενο, έριξε το μπρίκι με τον καφέ και το φλιτζάνι κατά γης και πηγαίνοντας στον παππού της τον ρώτησε μ’ αγωνία:

-Τι λες παππού; Πέθανε η μάνα μου;

-Όχι, ψέματα είναι! Ποιος το είπε; αρνήθηκε ο παππούς της.

-Εγώ το άκουσα την ώρα, που το’ λεγες! επέμενε η γιαγιά μου.

Παρά τις αρνήσεις του παππού της, η γιαγιά μου μετά από λίγες μέρες πληροφορήθηκε το θάνατο της μάνας της.

Μένοντας πλέον ορφανή από γονείς και αγνοώντας την τύχη των αδερφιών της, που εξαφανίστηκαν στον πόλεμο κι επί πλέον φοβισμένη από τους άγριους βιασμούς των Τούρκων στις Ελληνίδες Πόντιες, έφυγε στην Κερασούντα στον θείο της Κων/νο Τσιμαχίδη, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος εκείνη την εποχή. Ήταν ιδιοκτήτης πενταόροφου σπιτιού και στο υπόγειο λειτουργούσε υφαντήριο με προσωπικό 50-60 ατόμων υπαλλήλων.

Η γιαγιά μου δούλευε στο υφαντήριο του θείου της, στην «τσάρχα», πολύ σκληρά και οι τσιγκούνηδες θειοι της την αδικούσαν, δεν την πλήρωναν, ούτε την έντυναν. Αυτή δούλευε όσο με 5 υπαλλήλους για ένα ξεροκόμματο, ήταν υπηρέτριά τους κι έτρωγε και κανένα τακούνι κάποτε στο κεφάλι από την θεία της.

Κάποιο γειτονόπουλο της ονόματι Γεώργιος την αγαπούσε πολύ. Τα ίδια αισθήματα μ’ αυτόν έτρεφε κι εκείνη για το άτομό του. Η αγάπη τους ήταν κρυφά φωλιασμένη μέσα τους και φοβούνταν να την εξωτερικεύσουν, λόγω φόβου και ντροπής.

Κάποτε ήρθε διαταγή να καταταγεί ο Γεώργιος στον Τουρκικό στρατό για να πολεμήσει με τους Τούρκους εναντίον των Κούρδων. Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τη μάνα του, που έκλαιγε κι εκείνη με τη σειρά της αγνοώντας την τύχη του μοναχογιού της. Ανέβηκε πάνω σ’ ένα κόκκινο άλογο κι ετοιμάστηκε να φύγει. Προτού φύγει όμως πέρασε μπροστά από ένα μικρό παραθυράκι του υφαντηρίου κι έδωσε κρυφά μια σοκολάτα στη γιαγιά μου, που τον κοιτούσε συγκινημένη και της είπε:

-Παρθένα, αντίο! Φεύγω στην τύχη σου! Αν έχω τύχη και γυρίσω, θα έρθω να σε παντρευτώ.

Αυτή ντράπηκε και δεν μίλησε ούτε τον ευχαρίστησε για τη σοκολάτα, που της έδωσε. Και συγκινημένη καθώς ήταν, έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο κι έκλαψε.

Η θεία της είδε κρυφά όλη τη σκηνή, που έγινε μεταξύ των δύο αποχωριζόμενων ερωτευμένων και καυγαδίζοντας με τη γιαγιά μου, την χτύπησε με το τακούνι της στο κεφάλι και της έκανε ένα μεγάλο καρούμπαλο, που το είχε μέχρι το θάνατό της και ο παππούς μου συγκεκριμένα κάθε 2-3 χρόνια έβραζε λεπίδα και καθάριζε το πύον, που μαζευόταν μέσα στο καρούμπαλο.

Ο Γεώργιος πήγε στον πόλεμο και με τα πρώτα πυρά σκοτώθηκε. Ήρθαν οι ειδήσεις για το ποιοι ζούσαν, ποιοι τραυματίστηκαν και ποιοι σκοτώθηκαν, μαθεύτηκαν και τα άσχημα μαντάτα του Γεώργιου. Η μάνα του κλαίγοντας σπαραχτικά, πήγαινε κάθε μέρα στη γιαγιά μου και της έλεγε:

-Αχ, Παρθένα μου, δεν είχες τύχη, να έρθει ο γιος μου, να σε πάρει.

Κι έκλαιγαν και οι δυο μαζί, η μάνα του έξω φανερά κι αυτή μέσα κλεισμένη κρυφά.

Μετά απ’ αυτό το επεισόδιο ήρθε είδηση, ότι οι Τούρκοι θα σκότωναν τους Έλληνες. Φοβισμένα τα ξαδέρφια της γιαγιάς μου πρότειναν στον πατέρα τους, να παρατήσουν τα σπίτια τους και σώζοντας λίγο από το βιός τους να φύγουν, γνωρίζοντας ότι οι Τούρκοι θα σκότωναν πρώτα αυτούς επειδή ήταν πλούσιοι. Ο πατέρας τους όμως ήταν ανένδοτος. Δεν δεχόταν τις προτάσεις τους και αυστηρός καθώς ήταν, τους διέταξε να δουλεύουν και να μη μιλούν. Τα παιδιά όμως επέμεναν να σώσουν τη γιαγιά μου τουλάχιστον. Ο πατέρας τους δέχτηκε κι έτσι έβαλαν τη γιαγιά μου σ’ ένα καΐκι, να φύγει στη Ρωσία.

Την επόμενη ακριβώς ημέρα, που έφυγε η γιαγιά μου στη Ρωσία, οι Τούρκοι κατέσχεσαν όλη την περιουσία του θείου της. Τοποθέτησαν τους θειους της και τα ξαδέρφια της μέσα σε βαρέλια και τους έκαψαν όλους ζωντανούς. Γλίτωσε όμως η θεία της μ’ έναν γιο της και ήρθε κρυφά στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί της όσες λίρες πρόλαβε κι άρπαξε, απ’ αυτές που είχε κρυμμένες στο σπίτι της. Μ’ εκείνες τις λίρες αγόρασε σπίτι και σπούδασε γιατρό το γιο της!

Η γιαγιά μου φθάνοντας στη Ρωσία, δεν είχε γνωστό σπίτι, για να μείνει. Ευτυχώς όμως την φιλοξένησαν Ρώσοι Πόντιοι κι έμενε πότε στο σπίτι του ενός και πότε του άλλου. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί για πολύ καιρό. Οι Ρωσοπόντιοι που την φιλοξενούσαν, ήθελαν να την παντρέψουν, για να’ χει κι αυτή κάποιον προστάτη.

Οι προξενήτρες πήγαιναν κι έρχονταν κι έφεραν κάποιον να την αρραβωνιάσουν, δίχως να τον έχει δει αυτή, που κατάλαβε μόνο ότι τα τσαλγούγια (όργανα) έπαιζαν στην αυλή από βραδύς και πληροφορήθηκε κατόπιν τούτου, ότι την επόμενη μέρα θα γινόταν γάμος.

Ενώ όμως το βράδυ έπαιζαν τα όργανα, ένας ηλικιωμένος γείτονάς της την ξεμονάχιασε και της είπε κρυφά:

-Παρθένα, αυτόν που σ’ έφεραν, μυαλό δεν έχει. Εδώ δεν είναι Τουρκία, να κάνουν ό,τι θέλουν. Σύμφωνα με το ρωσικό σύστημα μπορείς να πάρεις αυτόν που θέλεις εσύ κι αν πεις «δεν θέλω», δεν σε παντρεύουν. Αυτά που θα σου πω, δεν πρέπει να τα μάθει κανείς. Όταν τα τσαλγούγια έρθουν αύριο στην πόρτα, εσύ κτύπα το πόδι σου κάτω και πες «δεν θέλω» και δεν μπορεί να σε κάνει κανείς τίποτα. κι εγώ τάχα θα σε ρωτάω «γιατί δεν τον θέλεις» κι εσύ θ’ απαντάς «εγώ δεν τον θέλω» κι έτσι εγώ δεν θα φαίνομαι ως αίτιος της άρνησής σου. Και θα σε φέρω εγώ ένα καλό κι εργατικό παιδί! Δεν είναι όμορφος, είναι όμως εργατικός.

Πεισμένη η γιαγιά μου από τα λόγια του, έκανε ό,τι της είπε κι όπως τα προγραμμάτισαν, τα τσαλγούγια με το γαμπρό έφυγαν από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα ο γείτονάς της έφερε στο σπίτι τον παππού μου Ιωάννη, χήρο, του οποίου η γυναίκα πέθανε στην εξορία μαζί με την κόρη τους, που ήταν δύο χρόνων. Ο δε παππούς μου, μετά το θάνατο της γυναίκας του, καθόταν απί 9 χρόνια μαζί με την πεθερά του, την οποία εκτιμούσε πολύ. Κι όταν πήγε στο σπίτι που γινόταν το προξενιό για τη γιαγιά μου, ήταν μαζί του και η πεθερά του με την αδερφή του.

Μόλις μπήκε ο παππούς μου στο σπίτι, η γιαγιά μου μόλις τον αντιλήφθηκε μπήκε κάτω από το τραπέζι και κρύφθηκε πίσω από το τραπεζομάντιλο. Η ενέργειά της αυτή δήλωνε ντροπή. Της είπαν να βγει από την κρυψώνα της, αλλά αυτή δεν υπάκουσε.

Τότε ο παππούς της είπε, χωρίς να την βλέπει:

-Θα με πάρεις ή δεν θα με πάρεις; Αν θα με πάρεις πες το κι αν δεν θα με πάρεις, πάλι πες το.

Αυτή δεν μίλησε κι εκείνοι σηκώθηκαν κι έφυγαν. Η σιωπή της ήταν κατανοητό, ότι σήμαινε «ναι». Δεν τη ρώτησε κανείς τίποτα. την έντυσαν νύφη και την πήγαν στην Εκκλησία. Από τη ντροπή της δεν κοίταζε καθόλου τον παππού μου, που ήταν ντυμένος γαμπρός και σκεφτόταν μέσα της:

«Άραγε τι παίρνεις, Παρθένα; Ντουβάρι (τοίχο) ή άντρα;»

Άκουγε δε τους παρευρισκόμενους να ψιθυρίζουν:

-Κρίμα! Τέτοιο όμορφο κορίτσι! Ορφανό είναι το καημένο και παίρνει αυτόν τον χήρο, που την περνάει πολλά χρόνια.

Ακούγοντας τους ψιθύρους γύρω της αναρωτιόταν μέσα της:

«Γιατί μιλούν έτσι; Άραγε τι παίρνω;»

Μετά τη στέψη πήγαν οι νεόνυμφοι στο σπίτι του γαμπρού κι όταν έβγαλε το πέπλο της η γιαγιά μου, αντίκρισε κατάματα τον παππού μου και είπε μέσα της:

«Τι πήρα; Μαυροκούρι πήρα;

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ο παππούς και η γιαγιά μου ήρθαν στην Αθήνα και διάλεγαν σε ποιο μέρος να πάνε. Εκεί υπήρξε διαφωνία μεταξύ τους. Η γιαγιά έλεγε να μείνουν στην Αθήνα, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους ή να μάθουν κάποια τέχνη και να μην αδικηθούν.

Ο παππούς όμως διαφωνούσε και λάτρης της φύσης καθώς ήταν, προτιμούσε τη ζωή του χωριού. Έτσι, επηρεασμένος και από τον παπά του χωριού του, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αναρράχη Εορδαίας, ήθελε να εγκατασταθεί κι αυτός στην Αναρράχη. Παρ’ όλα τα λόγια της γιαγιάς μου, που προσπαθούσε να τον πείσει ότι στο χωριό δεν θα’ βλεπαν προκοπή δουλεύοντας όλη η οικογένεια στα χωράφια, αυτός τελικά την πήρε και την έφερε στην Αναρράχη μαζί με την κόρη τους. Εκεί κοιμούνταν στην πλατεία, γιατί δεν είχαν ακόμη στέγη. Η κόρη τους 3 χρόνων έφαγε κάποια μέρα μούρα (πείνα μεγάλη τους θέριζε), δηλητηριάστηκε και πέθανε. Αργότερα τους δόθηκε κλήρος και στέγη.

ΠΗΓΉ: ΒΙΒΛΙΟ «ΟΙ ΠΑΤΡΟΓΟΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΙΩΤΩΝ», ΚΟΜΝΗΝΑ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1994, ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΑΣ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ»