Όταν κάνεις παιδιά ξέρεις -ή, τουλάχιστον, κάποτε συνειδητοποιείς- ότι δεν…
θα μείνουν για πάντα στο πλάι σου. Σε στιγμές πανικού, φασαρίας, φωνών ίσως ευχόμαστε η μέρα εκείνη του ενήλικου αποχωρισμού να έρθει το συντομότερο. Κάθε μαμά, όμως, ξέρει ότι θα χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια της, όταν τα παιδιά της εγκαταλείψουν την φωλιά τους. Η Άννα, μας έστειλε ένα κείμενο στο οποίο περιγράφει με τον πιο γλυκό και συγκινητικό τρόπο αυτόν ακριβώς τον φόβο. Τον φόβο της μοναξιάς, των γηρατειών, της εποχής εκείνης που θα ζει χώρια απ’ την κόρη της.

«Απολαμβάνω όσο τίποτα άλλο να περνάω χρόνο μαζί σου, μικρή μου. Τα πρωινά που έρχεσαι αγουροξυπνημένη στο κρεβάτι μου, εγώ, παρά το ότι έχω κοιμηθεί λιγότερες από τέσσερις ώρες ξυπνάω με χαμόγελο γιατί το χαμόγελό σου μου δίνει ζωή. Τα απογεύματα, όταν γυρίζω γεμάτη άγχος απ’ τη δουλειά και τύψεις που πάλι δεν σε είδα αρκετά και πάλι δεν πρόλαβα να έρθω να σε πάρω απ’ το μπαλέτο (που τόσο το περιμένεις!), μόλις τρέχεις πάνω μου και σκαρφαλώνεις στο λαιμό μου όλα περνάνε.

Όταν τα βροχερά Σαββατοκύριακα καθόμαστε οι δυο μας στο πάτωμα, στο δωμάτιό σου και εσύ μου λες το όνομα από κάθε κουκλάκι σου και επιμένεις να παίξουμε κάτι πολύπλοκο που έχει συλλάβει το μυαλουδάκι σου, με κάνεις να νιώθω ότι έχω το πιο χαρισματικό, το πιο γλυκό, το πιο τρυφερό παιδί της γης.

Όταν δεν μπορώ να συνεννοηθώ με τον μπαμπά σου και μαύρα σύννεφα σκιάζουν τη σκέψη μου, το χάδι σου είναι το καλύτερο φάρμακο, η ομορφότερη παρηγοριά.

Όλα τα απίθανα πράγματα που λες, κάθε αστεία σου γκριμάτσα, κάθε ένα ρούχο και παιχνίδι σου που μαζεύω, κάθε μπουκιά που φτύνεις ξινίζοντας τη μουρίτσα σου, όλα είναι κάτι από ‘σένα. Και εσύ είσαι κομμάτι από ‘μένα.

Το ότι σε έχω είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε η ζωή. Το ότι υπάρχεις είναι η ευτυχία και η δύναμή μου. Γι’ αυτό, μικρή μου, φοβάμαι -τρέμω- την ώρα που θα μου φύγεις. Ξέρω ότι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ξέρω ότι πρέπει να ανοίξεις τα φτερά σου, ξέρω ότι κάποτε θα το κάνεις. Δεν μπορώ όμως να μην σκέφτομαι… Εγώ, τότε, τι θα απογίνω;

Τρέμω την μέρα που θα μαζέψεις τα πράγματά σου. Που θα σε βοηθάω να τακτοποιήσεις τα πάντα σε βαλίτσες και βαλιτσάκια και θα σε μαλώνω που δεν έχεις πετάξει ακόμη αυτά τα άθλια, σχισμένα αθλητικά. Τρέμω την ώρα που μαζί θα ψάξουμε να βρούμε ένα σπίτι που θα σου ταιριάζει, ένα σπίτι στο οποίο θα ζεις χωρίς εμένα.

Τρέμω την ώρα που δεν θα με έχεις πια ανάγκη. Γιατί, μικρή μου, εγώ σε έχω περισσότερη.
Όλα τα ξενύχτια όταν σε θήλαζα, όλες σου οι επίμονες ερωτήσεις -«μαμά, τι είναι αυτό;», «μαμα, γιατί;», όλες οι μικρές και οι μεγάλες θυσίες που έκανα για ‘σένα καμιά φορά βαρυγκομώντας, όταν έρθει η ώρα να φύγεις θα βαραίνουν την ψυχή μου. Γιατί όσο σε είχα, ίσως δεν το εκτιμούσα αρκετά. Και, όπως γίνεται συνήθως, πρέπει να χάσεις κάτι για να καταλάβεις όλη την αξία του -και η δική σου αξία στη ζωή μου είναι ανεκτίμητη.

Φοβάμαι, κοριτσάκι μου, τις μέρες της ενηλικίωσής σου. Φοβάμαι τις υποσχέσεις σου ότι «θα περάσω αύριο, μαμά, να σε δω», που δεν θα τηρείς γιατί η ζωή σου θα είναι γεμάτη υποχρεώσεις και φίλους και έρωτες. Ξέρω ότι έτσι πρέπει να γίνει κι αυτό εύχομαι για ‘σενα: μια πολυάσχολη, γεμάτη ζωή. Εγώ όμως που έμαθα να σε φροντίζω, να σου φτιάχνω τις κοτσίδες σου, να σε μαλώνω που ντύνεσαι ελαφρά και να σε περιποιούμαι, τι θα κάνω όταν μου φύγεις;

Και πιο πολύ, μικρή μου, φοβάμαι το μετά… Την εποχή που εσύ θα πρέπει να με φροντίζεις. Φοβάμαι τις μέρες εκείνες που τα πόδια μου δεν θα με κρατάνε. Που τα μάτια μου δεν θα βλέπουν όπως τώρα. Που το μυαλό μου, ίσως, δεν θα είναι πια το ίδιο. Ανησυχώ για την ώρα που θα πρέπει να γίνεις εσύ η μαμά μου κι εγώ δεν θα μπορώ πια να σου προσφέρω τίποτα.

Ανησυχώ για όλα όσα θα χάσω απ’ τη ζωή σου. Γιατί όλα τα πρωινά σου ξυπνήματα μακριά μου και για κάθε αλλαγή στην οποία εγώ δεν θα είμαι παρούσα.

Ανησυχώ, γιατί -ακόμη δεν το ξέρεις, είσαι μικρούλα- αλλά, η μαμά δεν θα είναι πάντα εδώ.
Γι’ αυτό κάθε λεπτό μου μαζί σου, είναι πολύτιμο. Πρέπει να είναι πολύτιμο.»
Πηγή