Αντίθετη στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική νομοθεσία, αλλά και τη νομολογία είναι η πρόσφατη υπουργική απόφαση που καθορίζει τους όρους ίδρυσης και λειτουργίας των φαρμακείων.

Αυτό υποστηρίζουν ενώπιον του Συμβουλίου της…

 

Επικρατείας οι φαρμακοποιοί και οι φαρμακοαποθηκάριοι, ζητώντας παράλληλα να ανασταλεί και να ακυρωθεί η   από 29.10.2015 απόφαση των υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Υγείας για την ρύθμιση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού και τη ίδρυση φαρμακείων.

Σύμφωνα με την επίμαχη υπουργική απόφαση μπορούν, πλέον, να λαμβάνουν άδεια φαρμακείων και οι ιδιώτες.

Αναλυτικότερα, οι άδειες των φαρμακείων μπορούν να δίνονται εφεξής και σε ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι το φαρμακείο θα έχει τη μορφή εταιρεία (Ε.Π.Ε.) και ότι θα υπάρχει συνέταιρος φαρμακοποιός με μερίδιο συμμετοχής στην εταιρεία 20%.

Ακόμη, μεταξύ των άλλων, η εν λόγω υπουργική απόφαση προβλέπει ότι κάθε ιδιώτης μέσα στο 2015 μπορεί να αποκτήσει μέχρι και πέντε άδειες, ενώ για κάθε επόμενο έτος θα προστίθεται μία ακόμα άδεια, έτσι ώστε το 2020 ο ανώτατος επιτρεπόμενος αριθμός αδειών να φτάσει στις δέκα.

Τώρα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγαν ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος, ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αττικής και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Φαρμακαποθηκαριών και ζητούν να ανασταλεί προσωρινά και να ακυρωθεί η επίμαχη υπουργική απόφαση.
Υποστηρίζουν ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση είναι αντίθετη σε πλειάδα διατάξεων του Συντάγματος, στην Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική νομοθεσία και στην νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Πάντως, και οι τρεις προσφυγές θα συζητηθούν ενώπιον της Ολομέλειας του  ΣτΕ.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν οι Σύλλογοι ότι με την εφαρμογής της επίμαχης υπουργικής απόφαση ελλοχεύουν ανεπανόρθωτοι κίνδυνοι για την δημόσια υγεία, αφού θα μπορούν πλέον ιδρύουν φαρμακεία και μη φαρμακοποιοί, αχυράνθρωποι επώνυμων αλυσίδων, όπως επίσης μπορούν να ιδρύουν φαρμακεία και αχυράνθρωποι του υποκόσμου που έχουν «λερωμένο» ποινικό μητρώο.

Δεν παραλείπουν να αναφέρουν ότι η δραστηριότητα του φαρμακοποιού δεν είναι μια απλή εμπορική δραστηριότητα με την οποία γίνεται προώθηση προϊόντων στην αγορά, αλλά είναι στην πράξη μια μονάδα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και η σχέση του φαρμακοποιού με τον ασθενή είναι προσωπική σχέση εμπιστοσύνης.

Ακόμη, σημειώνουν ότι επέρχεται πλήρης εμπορευματοποίηση της λιανικής πώλησης φαρμάκων και φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, με την μετατροπή του φαρμακείου σε απλή εμπορική επιχείρηση και του φαρμακοποιού σε μισθωτό- εργαζόμενο σε Ε.Π.Ε.

Ως προς τη νομική επιχειρηματολογία οι Σύλλογοι υπογραμμίζουν ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση παραβιάζει σειρά άρθρων του Συντάγματος, όπως εκείνα που κατοχυρώνουν το ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας, την ισότητα των πολιτών, αλλά και την οικονομική ελευθερία (άρθρα 4, 5, 21, 25 κ.λπ. του Συντάγματος), ενώ προσκρούει στους Ευρωπαϊκούς κανόνες του ανταγωνισμού.

Επίσης, επισημαίνουν ότι αντί να εκδοθεί Προεδρικό Διάταγμα για το θέμα της ίδρυση φαρμακείων, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, εκδόθηκε η επίμαχη υπουργική απόφαση, με συνέπεια αυτή να είναι αντισυνταγματική.

Σε άλλο σημείο των προσφυγών τους αναφέρουν ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι παράνομη, καθώς εκδόθηκε εκτός εξουσιοδοτήσεως του νόμου 2336/2015.
Τέλος, υπογραμμίζουν ότι παραβιάζει την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει κρίνει ότι η εκμετάλλευση φαρμακείων από μη φαρμακοποιούς επιφέρει κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ειδικότερα για την ασφάλεια και την ποιότητα της λιανικής διανομής των φαρμάκων.