Οι συνομιλίες στη Βιέννη για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στη Συρία έχουν τέσσερις ουσιαστικούς πρωταγωνιστές, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, με άγνωστο μόνον αν η Τουρκία θα θελήσει να…
είναι συνδιαμορφωτής δίπλα στους παραπάνω ή δυσαρεστημένος που θα ζητήσει ακριβό αντίτιμο για τη συγκατάθεση ή ανοχή του.

Οι συνομιλίες της Βιέννης θα συνεχισθούν και εν τω μεταξύ η Μόσχα προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τηα δυνατότητα που έχει για να ανοίξει διάλογος ανάμεσα στο καθεστώς Ασαντ και στη μετριοπαθή αντιπολίτευση, ενώ και οι τέσσερις με διαφορετικές φραστικές διατυπώσεις έχουν παραδεχθεί ότι δεν τίθεται ως προαπαιτούμενο για τη σύναψη συμφωνίας η άμεση απομάκρυνση του Ασαντ.

Η σύγκλιση των τεσσάρων

Η σύγκλιση των τεσσάρων είναι το αποτέλεσμα μιας διετούς αναπροσαρμογής-ανατροπής της στρατηγικής των ΗΠΑ στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή: Μια δυναμική που ξεκίνησε την άνοιξη του 2013 στο Ομάν στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν με εντυπωσιακή κορύφωση τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, όταν ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Λαβρόφ απέσπασε από τον Ασαντ τη δέσμευση ότι η Δαμασκός θα παραδώσει το χημικό της οπλοστάσιο και έτσι ο Ομπάμα ματαίωσε τις προαναγγελθείσες πυραυλικές επιθέσεις κατά κυβερνητικών στόχων στη Συρία.

Από τότε μέχρι και σήμερα παρά το υψηλό κόστος εναντιώσεων στο Κογκρέσο, η κυβέρνηση Ομπάμα έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να εμπλέξει τη Μόσχα και την Τεχεράνη στη διαμόρφωση νέας περιφερειακής σταθερότητας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή προκαλώντας δυσαρέσκεια και εναντίωση στην Τουρκία, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία.

Προσαρμογή

Όπως όμως δείχνουν οι πρόσφατες εξελίξεις, εδώ και ένα χρόνο η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα, αλλά και η Μόσχα να αποκαταστήσει επαφή με όλες τις πλευρές και δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς του συμμάχους, την Τεχεράνη και τη Δαμασκό.

Είναι φανερό ότι βρισκόμαστε στην ολοκλήρωση μιας ανατροπής στη στρατηγική των ΗΠΑ εξίσου σημαντική με την προσέγγιση των Νίξον- Κίσινγκερ το 1971-72 με την Κίνα του Μάο Τσε Τουγκ.

Οταν το 2008 ο Ομπάμα εξελέγη Πρόεδρος είχε δεσμευθεί για στρατιωτική απεμπλοκή από το Ιράκ, αλλά εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει το Ιράν και τους συμμάχους του στη Μέση Ανατολή το Μπααθικό Καθεστώς της Δαμασκού στη Συρία και τη Σιιτική Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο ως απειλές για μια ξεθωριασμένη μεν τότε, αλλά ακόμη εν ισχύ επιδίωξη επιβολής μιας περιφερειακής Pax Americana. Έτσι όταν στα μέσα του 2011 στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης άρχισε η αμφισβήτηση του Ασαντ, η Ουάσιγκτον δεν δυσκολεύθηκε να στηρίξει με κάθε μέσον την προσπάθεια ανατροπής του, που θα ήταν συνώνυμη του τέλους της παρουσίας και επιρροής του Ιράν στη Συρία και στο Λίβανο, αλλά και του κλεισίματος της μοναδικής ναυτικής βάσης της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Είναι φανερό ότι η ανατροπή της πολιτικής των ΗΠΑ έχει δύο διαστάσεις: Το κόστος του αμερικανικού παρεμβατισμού στην περιοχή μετά τη εισβολή στο Ιράκ την άνοιξη του 2003 και την επανιεράρχηση στρατηγικών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών προτεραιοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το Ναυάγιο της Pax Americana

Ο Ομπάμα κληρονόμησε από τον Μπους ένα πλήρες αδιέξοδο στο Ιράκ. Η ανατροπή του Σαντάμ και του Μπααθικού Καθεστώτος έφερε στην εξουσία τη σιιτική πλειοψηφία του αραβικού πληθυσμού της χώρας και εκ των πραγμάτων κατέστησε τη Τεχεράνη συνεγγυητή της σταθερότητας στη Βαγδάτη.

Ταυτόχρονα κατέστησε τη σουνιτική μειοψηφία που κυβερνούσε συνεχώς τη χώρα από τη δημιουργία της το 1918 πολίτες δεύτερης κατηγορίας, την στήριξη των οποίων έσπευσαν να διεκδικήσουν από στελέχη του μπααθικού καθεστώτος μέχρι ακραίοι σουνίτες εξτρεμιστές. Η Αραβική Ανοιξη αιφνιδίασε την κυβέρνηση Ομπάμα, η οποία απέφυγε σε πρώτη φάση να στηρίξει τα φιλοδυτικά κοσμικά καθεστώτα και κυβερνήσεις και σε δεύτερη επιχείρησε να επενδύσει στο μετριοπαθές πολιτικό Ισλάμ. Στο πολιτικό Ισλάμ τύπου ΑΚΡ – Ερντογάν και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε κάνει θεαματικά ανοίγματα από την άνοιξη του 2009 στις ομιλίες του στην Κωνσταντινούπολη και στο Κάιρο ο Αμερικανός πρόεδρος.

Πολύ γρήγορα εξαιτίας των εξελίξεων στο Ιράκ, στη Συρία, αλλά και στην Αίγυπτο, στην Ουάσιγκτον κατανόησαν ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο μετριοπαθές και το εξτρεμιστικό πολιτικό Ισλάμ και ότι σε συνθήκες πόλωσης και σύγκρουσης ευνοούνται οι ακραίοι τζιχαντιστές.

Η μεγάλη ανατροπή

Συνολικά στις αρχές του 2013 οι ΗΠΑ διαπίστωναν ότι μια σταθεροποίηση τύπου Pax Americana θα οδηγούσε όχι μόνον στη ματαίωση της αποχώρησης από το Ιράκ, αλλά σε ταυτόχρονη εμπλοκή σε πολλά μέτωπα, σε ένα πόλεμο που είχε πλέον κυρίαρχο τον χαρακτήρα σύγκρουσης Σουιτών – Σιιτών.

Ολα τα παραπάνω σε μια στιγμή που τόσο οι έρευνες για εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όσο και οι προσδοκίες από την πλήρη αξιοποίηση και εκμετάλλευση του Σχιστολιθικού Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου έδιναν τη βεβαιότητα ενεργειακής άρα και γεωπολιτικής απεξάρτησης των ΗΠΑ από την Αραβική Χερσόνησο και την Ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Μια απεξάρτηση που για να την καθυστερήσουν Σαουδική Αραβία και Κράτη του Κόλπου έχουν στην κυριολεξία κατακρημνίσει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όλα τα παραπάνω μάς προειδοποιούσαν εδώ και ένα χρόνο για την επερχόμενη μεγάλη ανατροπή στη στρατηγική της Ουάσιγκτον.

Κορυφαία προειδοποίηση ήταν ο σχηματισμός της κυβέρνησης Αμπαντί στο Ιράκ μετά την προέλαση των Τζιχαντιστών το καλοκαίρι του 2014, που έγινε δυνατή μόνον χάρη στην συνεργασία Ριάντ – Τεχεράνης, που επέβαλαν τη συνύπαρξη Σιιτών και Σουνιτών στην ίδια κυβέρνηση.

Η συνεργασία Ουάσιγκτον – Μόσχας στη Μέση Ανατολή που άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2013 έμεινε ανεπηρέαστη από τη σύγκρουση στην Ουκρανία, διότι πολύ απλά έχουν ως κοινό παρονομαστή ζωτικών συμφερόντων την περιφερειακή σταθεροποίηση.

Pax Americana, τέλος
Από τη Βαγδάτη στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό

Η παραίτηση των ΗΠΑ από τη φιλοδοξία επιβολής Pax Americana στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και στη Νοτιοδυτική Ασία, δεν συνδέεται μόνον με το ασύμφορο πολιτικό και οικονομικό κόστος μίας παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Αποτελεί αποτέλεσμα επανιεράρχησης προτεραιοτήτων που οδηγούν στην επιδίωξη μιας πολυμερούς εγγύησης, μιας νέας περιφερειακής σταθερότητας.

Στρατηγική προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι η συγκρότηση ενός συμπαγούς Δυτικού Μπλοκ απέναντι στην ανερχόμενη ισχύ της Κίνας, αλλά και της Ρωσίας, και των άλλων χωρών της Ομάδας BRICS.

Δύο συμφωνίες

Κύριο εργαλείο δύο Συμφωνίες: η πρώτη, η ΤΤΡ, η Συνθήκη του Ειρηνικού που προβλέπει ενιαία αγορά των περισσότερων χωρών της περιοχής, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η ένταση στη Νότια Σινική Θάλασσα, με τις ΗΠΑ να αμφισβητούν δυναμικά τις διεκδικήσεις κυριαρχίας της Κίνας σε θαλάσσιες ζώνες.

Η δεύτερη, η υπό διαπραγμάτευση ΤΤΙΡ (Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων) δημιουργεί μια Κοινή Αγορά Βόρειας Αμερικής και Ε.Ε., η οποία αποτρέπει μια Ευρύτερη Ευρασιατική Σύγκλιση με πυρήνα τη Ρωσία και τη Γερμανία, μια δυναμική που, ούτως ή άλλως, έχει «παγώσει» μετά την ανάφλεξη στην Ουκρανία.

Με αυτά τα δεδομένα, η εμπλοκή στην αναζήτηση μιας συνολικής περιφερειακής σταθερότητας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή, δυνάμεων, όπως η Ρωσία και το Ιράν, με τις οποίες μέχρι πρόσφατα υπήρχε αντιπαλότητα δεν προβάλλει ως αναγνώριση του ότι βρισκόμαστε σε μια Μετα-αμερικανική Εποχή, αλλά σαν απελευθέρωση δυνάμεων που θα επενδυθούν στις συμμαχίες και Ολοκληρώσεις των ΗΠΑ με τους εταίρους τους στον Ειρηνικό και στην Ευρώπη.

Το στίγμα μιας αλλαγής

Πριν από λίγα χρόνια ένας από τους πιο γνωστούς αναλυτές στις ΗΠΑ, ο Fareed Zakharia, είχε γράψει το βιβλίο με τίτλο «Ο Μετα-αμερικανικός Κόσμος», όπου πρόβαλε ως επερχόμενη και αναπότρεπτη τη συρρίκνωση της παντοδυναμίας των ΗΠΑ σε όφελος των χωρών της Ομάδας BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική).

Είναι φανερό ότι σήμερα η Ουάσιγκτον του Ομπάμα περιχαρακώνεται απέναντι στις BRICS, με σαφή πρόθεση να τις πιέσει να ενταχθούν σε δεδομένα σχήματα περιφερειακής συσπείρωσης.

Την ίδια στιγμή αποδέχεται μια «Μετα-αμερικανική Μέση Ανατολή» όπως είναι και ο εύστοχος τίτλος του τελευταίου τεύχους της επιθεώρησης Foreign Affairs, προφανώς ως αναγκαίο ελιγμό για να ματαιώσει ή να καθυστερήσει στη χειρότερη περίπτωση τον «Μετα-αμερικανικό Κόσμο» που προανήγγειλε ο Fareed Zakharia.

Πηγή