Στις 8 Νοεμβρίου 1911, ο Φιλοκτήτης Λαμπράκης γράφει το ποίημα «ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΚΥΜΑ». Πρόκειται για ένα αλληγορικό ποίημα, που αποτελείται από τρείς ενότητες…

Στη πρώτη ενότητα, ο Φιλοκτήτης περιγράφει τη σύγκρουση που υπήρξε ανάμεσα στο πατέρα και τη μητέρα του, λίγο μετά την οικονομική καταστροφή και  πτώχευση του Αγγελου Κονιδάρη, συζύγου της πρώτης κόρης του ζευγαριού, της Ευθαλίας. Ο γάμος της Ευθαλίας με τον Κεφαλονίτη έμπορο σιτηρών, τον Αγγελο Κονιδάρη, ήταν προσωπική επιλογή της Ελισάβετ Λαμπράκη (το γένος Δρίβα), μητέρας του Φιλοκτήτη. Ο πατέρας του Φιλοκτήτη,  δεν ήταν σύμφωνος με αυτόν τον γάμο, αλλά τελικά επεκράτησε η εμμονή της Ελισάβετ.  Δυστυχώς τα καράβια του Κεφαλονίτη έμπορα ναυαγούν, γεμάτα με σιτάρι που μετέφεραν από την Οδησσό.

Η επίσκεψη της Ελισάβετ στην Κεφαλονιά, έδωσε ένα θέαμα που την σαράκωσε, όπως το περιγράφει και στο ποίημά του ο Φιλοκτήτης. Εκεί είδε την θυγατέρα της να δουλεύει στα χωράφια και να μένει σε μια αγροικία.  Η Ελισάβετ, επιστρέφοντας στη Βόνιτσα, δεν αντέχει την κατάσταση και  «χάνεται μες το βαθύ το μνήμα».

Στη δεύτερη ενότητα του ποιήματος, ο Φιλοκτήτης περιγράφει την κατάσταση του πατέρα του, μετά τον θάνατο της μητέρας του.

….«Της ερημιάς μου έχασα το σύντροφο το μόνο.
Το βράχο, πούχα συντροφιά, ως χθές, εδώ κοντά μου,
που έπνιξα στη λύσσα μου, στην τόση απονιά μου»…..

Στη τρίτη ενότητα, ο Φιλοκτήτης περιγράφει τις αναμνήσεις του πατέρα του και το πώς η κάθε τότε διαφωνία, ήταν στη πραγματικότητα  το μικρό παιγνίδι, που έδινε ζωή και παλμό στη  συζυγική ζωή.
Πρίν σας αφήσουμε να διαβάσετε αυτό το υπέροχο ποίημα του Φιλοκτήτη, σας ενημερώνουμε ότι παρά το έθιμο της τότε εποχής, ο πατέρας του Φιλοκτήτη δεν ξαναπαντρεύτηκε.  Από τη Πρέβεζα, ήλθε η πρώτη εξαδέλφη του Ηλία Λαμπράκη, η Πάτρα Ηλίου, η οποία ανέλαβε ως οικονόμος τις ανάγκες του αρχοντικού.

ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΚΥΜΑ

Το κύμα, χθες, εμάλωνε, σ’ ένα γιαλό, μονάχο
μ’ ένα βαρύ, κατάμονο, σαρακωμένο βράχο.
Το ρώτησα, σιμώνοντας με κουρασμένο βήμα:
«Τι τον κτυπάς το σύντροφο της ερημιάς σου Κύμα;»
Κι εκείνο με βαθύ θυμό μου λέει: «Θα τον χαλάσω.
Τι στέκει εκεί ακλόνητος; Να φύγη να περάσω!»
Και, μες στον άγριο βορριά, μες στην ανεμοζάλη,
Βογγάει στο βράχο σαν θεριό, κτυπάει μ’ ορμή μεγάλη
και, μια στιγμή, που γίνεται πιο άγριο το κύμα,
γέρνει ο βράχος… χάνεται μες στο βαθύ το μνήμα!
Πέρασα πάλι, σήμερα, στο ίδιο ακρογιάλι
-γαλήνη μες στη θάλασσα βασίλευε μεγάλη –
κι ακούω το κύμα, όπου χθες, βογγούσε μανιωμένο,
να σέρνεται στην αμμουδιά, να κλαίη απελπισμένο!
«Κύμα μου, γλυκομίλητο, του λέω, τι κλαις, τι έχεις
και με πικρό παράπονο την αμμουδιά σου βρέχεις;»
Και κείνο, μουρμουρίζοντας, μου απαντάει με πόνο:
«Της ερημιάς μου έχασα το σύντροφο το μόνο.
Το βράχο, πούχα συντροφιά, ως χθές, εδώ κοντά μου,
που έπνιξα στη λύσσα μου, στην τόση απονιά μου.
Ως χθες ακόμα, μ’ έσφιγγε γλυκά στην αγκαλιά του,
μα ’γω τρελλό,  δεν ένοιωθα σ’εκείνα τα φιλιά του
πόση αγάπη έκρυβε! Μωρό και τυφλωμένο,
στον ίσκιο του δεν έβλεπα, παρά εχθρό και ξένο!
Και, τώρα, όπου άχαρο κυλιώμαι στ’ ακρογιάλι
αγνώριστο, ασυντρόφευτο, χωρίς δροσούλα άλλη,
νοιώθω του βράχου η συντροφιά τι ήτανε για μένα
και η σκληρή του αγκαλιά τι χάδια είχε κρυμμένα!
Και κλαίω, τώρα, μοναχό, εδώ στην ερημιά μου,
κλαίω την πρώτη αγάπη μου, την πρώτη συντροφιά μου
κι ο πόνος μου, αντίλαλο δεν βρίσκει πειά κανένα,
χάνεται στην ακρογιαλιά, στην ερημιά, στα ξένα…»
………………………………………………………
Φεύγω και αφήνω πίσω μου το κύμα να στενάζη.
Άχ!… Κι η καρδιά, πόσες φορές, το κύμ’ αυτό δεν μοιάζει!…

Βόνιτσα 8 Νοεμβρίου 1911.

Ο Φιλοκτήτης Λαμπράκης εκτός από φαρμακοποιός, ήταν ποιητής, ζωγράφος, μουσικός, στρατιώτης στο πόλεμο του 1912 και 1922, καλλιεργητής της γής, σχεδιαστής πολλών μηχανών για γεωργικές ανάγκες. Η τραγωδία όμως τον παραμόνευε σε κάθε βήμα της ζωής του.

Η ζωή και τα γεγονότα τριών γενιών της Βονιτσάνικης οικογένειας του Ηλία Λαμπράκη, περιγράφονται στο βιβλίο της Ξηρομερίτικης Εταιρείας Λόγου και Τέχνης  και της Αμφικτιονίας Ακαρνάνων, με τίτλο «Φιλοκτήτης Η. Λαμπράκης: ΕΝΑΣ ΒΟΝΙΤΣΙΑΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ».