Τον Ιούλιο του 1919 ο Νίκος Καζαντζάκης ως Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας κ΄ Περιθάλψεως υπό τη κυβέρνηση Βενιζέλου αναχωρεί για τον Καύκασο μαζί με… τους: Γιάννη Σταυριδάκη, Έλληνα πρόξενο στη Ζυρίχη και φίλο του συγγραφέα, Γιώργη Ζορμπά, τον πραγματικό Ζορμπά, Γιάννη Κωνστανταράκη, φίλο του συγγραφέα, Γιάννη Αγγελάκη, δικηγόρο και φίλο του συγγραφέα και τον Ηρακλή Πολεμαρχάκη, επίσης φίλο του, προκειμένου να οργανώσει την επιστροφή 150.000 ελληνοποντίων στην Ελλάδα κυνηγημένων από τους Κούρδους και το σταλινικό καθεστώς. Ιδού πώς το περιγράφει ο ίδιος στο βιβλίο του “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, σελ. 346, εν είδη επιστολής που δέχτηκε από τον Γ. Σταυριδάκη, “… Μπήκαμε στα σύνορα της Γεωργίας, γλιτώσαμε από τους Κούρδους, όλα πάνε καλά, αρχίζω να νομίζω πως τώρα μονάχα ξέρω τι θα πει ευτυχία. Τώρα μονάχα το καταλαβαίνω, γιατί το ζω, το παμπάλαιο ρητό της Χρηστομάθειας: ευτυχία θα πει να κάνεις το χρέος σου. Κι όσο πιο δύσκολο το χρέος, τόσο πιο μεγάλη η ευτυχία…Οι χιλιάδες ετούτοι τετραπέρατοι, δουλευταράδες Ρωμιοί κι οι γυναίκες τους με τα φαρδιά λαγόνια και τα παιδιά τους, θα μεταφυτευτούν γρήγορα στη Μακεδονία και τη Θράκη.(Πόσο προνοητικός φάνηκε τότε, θα λέγαμε εμείς) Χύνουμε καινούριο αίμα, παλικαρίσιο, στις φλέβες της Ελλάδας. Κουράστηκα λίγο, μα δεν πειράζει, νικήσαμε, δάσκαλε μου, καλήν αντάμωση!”

Και στη σελ. 175 του ίδιου βιβλίου: “… Αν τους αφήσουμε στην τύχη τους, θα χαθούν. (Αναφέρεται επίσης σε γράμμα που έλαβε από τον Γ. Σταυριδάκη) Χρειάζεται πολλήν αγάπη, πολύ μυαλό, ενθουσιασμός κι οργάνωση – οι δυο αυτές αρετές που τόσο αγαπάς όταν είναι ενωμένες – για να μπορέσουμε να τους σώσουμε και να τους μεταφυτέψουμε στα λεύτερα χώματα μας, εκεί που περισσότερο συφέρει στη ράτσα μας – ψηλά στα σύνορα της Μακεδονίας, πέρα στα σύνορα της Θράκης. Είναι ανάγκη. Έτσι μονάχα θα σωθούν εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικές ψυχές και θα σωθούμε κι εμείς μαζί τους. Γιατί, από τη στιγμή που έφτασα εδώ, χάραξα, ακολουθώντας τη διδασκαλία σου, έναν κύκλο, κι αυτόν τον ονόμασα: χρέος μου. Κι είπα: αν αλάκερο τον κύκλο αυτόν τον σώσω, σώθηκα, αν δεν τον σώσω, χάθηκα. Και μέσα στον κύκλον αυτόν είναι οι 500.000 ετούτοι Έλληνες. (Τελικά επρόκειτο για 150.000) Τρέχω χώρες και χωριά, συγκεντρώνω τους Έλληνες, κάνω υπομνήματα, τηλεγραφώ, μάχουμαι να πείσω τους επίσημους να στείλουν βαπόρια, τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα και να φέρουν όλες ετούτες τις ψυχές στην Ελλάδα. Αν το ν’ αγωνίζουμαι με τόσο πείσμα είναι ευτυχία, είμαι ευτυχής. Δεν ξέρω αν, όπως λες, έκοψα την ευτυχία μου στα μέτρα του μπογιού μου, μακάρι, γιατί τότε το μπόι μου θα ‘ταν μεγάλο. Προτιμώ όμως να παρατραβήξω το μπόι μου ίσια με αυτό που θεωρώ ευτυχία μου, δηλαδή ίσια με τα πιο ακρινά σύνορα της Ελλάδας…

Έχουμε όλοι τον ίδιο αρχηγό, εσύ τον λες Οδυσσέα, άλλοι Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, όχι αυτόν που σκοτώθηκε, παρά τον άλλο, τον μαρμαρωμένο του παραμυθιού. Εγώ, με την άδεια σου, τον αρχηγό αυτόν της ράτσας μας τον λέω Ακρίτα. Η λέξη αυτή μου αρέσει πιο πολύ, είναι πιο αυστηρή και πολεμόχαρη, γιατί ευτύς ως την ακούσεις τινάζεται μέσα σου πάνοπλος ο αιώνιος Έλληνας, που μάχεται ακατάπαυτα στις άκρες, στα σύνορα. Στα κάθε σύνορα – εθνικά, πνεματικά, ψυχικά. Κι αν πεις και Διγενής, ακόμα πιο βαθιά στοράς τη ράτσα μας, την εξαίσια σύνθεση Ανατολής και Δύσης…”

Αυτά για τον, όχι ανιστόρητο όπως παρουσιάζεται από ορισμένους, αλλά σε διατεταγμένη υπηρεσία από τη Ν.Τ.Π. κι εθνικά επικίνδυνο Νίκο Φίλη!