Ηταν τόσο σημαντική η δήλωση Δραγασάκη περί δημιουργίας «παράλληλου τραπεζικού συστήματος», που ένα εικοσιτετράωρο μετά έπαψε να …
συζητιέται, κερδίζοντας επάξια μια θέση στην κατηγορία «λέμε και καμιά μακακία για να περνάει η ώρα».  Ο αντιπρόεδρος των συριζανέλ, άλλωστε, ασκείται εδώ και χρόνια στο σπορ του… λαγού, παριστάνοντας τον μεγάλο θεωρητικό και οραματιστή, που βλέπει το μέλλον και όχι απλώς τη διαχείριση του παρόντος. Επειδή, λοιπόν, ήταν αυτός που μέχρι να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση μιλούσε για τον έλεγχο των λεγόμενων συστημικών τραπεζών από το κράτος (που έχει την πλειοψηφία των μετοχών τους, μέσω του ΤΧΣ), αλλά και για τη δημιουργία  μιας αναπτυξιακής τράπεζας, υποσχέσεις που πέταξαν μακριά με την υπογραφή του Μνημόνιου, έπρεπε να σκαρφιστεί κάτι για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. Και σκαρφίστηκε το «παράλληλο τραπεζικό σύστημα».

«Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα παράλληλο σύστημα τραπεζών που να μην είναι υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και που να μην κάνει το σύστημα τόσο συγκεντρωτικό όσο είναι σήμερα» είπε ο Δραγασάκης στη Βουλή στις 31 Οκτώβρη. Για να φανεί δε πιο πειστικός, συμπλήρωσε: «Απ’ αυτήν την άποψη, έχει σημασία η στήριξη των συνεταιριστικών τραπεζών και της Τράπεζας Αττικής, έχει σημασία η δημιουργία της Αναπτυξιακής Τράπεζας γρήγορα, αλλά και η ενθάρρυνση της δημιουργίας νέων τραπεζών, αλλά και νέων χρηματοδοτικών εργαλείων»!

Με τι κεφάλαια θα γίνουν όλ’ αυτά; Ο Δραγασάκης δεν είπε λέξη επ’ αυτού. Πέταξε μια παπάρα, πιστεύοντας ότι θα δημιουργήσει αίσθηση, όμως οι ιμπεριαλιστές δανειστές απαξίωσαν ν’ ασχοληθούν και να κάνουν οποιοδήποτε σχόλιο. Και μόνο η αναφορά στις συνεταιριστικές τράπεζες, εντελώς ασήμαντες από άποψη κεφαλαιοποίησης και κύκλου εργασιών, δείχνει το γελοίο του πράγματος.  Αντιθέτως, οι δανειστές ασχολήθηκαν -και επισταμένως μάλιστα- με τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι οποίες περνούν στον απόλυτο έλεγχό τους.

Η διαδικασία είχε καθοριστεί με κάθε λεπτομέρεια από το Μνημόνιο-3. Ετσι, η κυβέρνηση δεν είχε παρά να μετατρέψει σε νόμο αυτά που είχε συμφωνήσει και να τον προωθήσει για ψήφιση στη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, για να μη γίνει και πολύς ντόρος. Παρασκευή κατατέθηκε το νομοσχέδιο και συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή, Σάββατο ψηφίστηκε, σε μια συνεδρίαση. Το κατεπείγον ήταν καθαρά προσχηματικό. Τρεις μέρες μετά την ψήφιση του νομοσχέδιου αποκαλύφθηκε πως τα 10 δισ. ευρώ, που εκταμιεύτηκαν από τον Αύγουστο ως πρώτη δόση για την ανακεφαλαιοποίηση, θα παραμείνουν δεσμευμένα σε τράπεζα του Λουξεμβούργου, έως ότου ολοκληρωθεί η πρώτη αξιολόγηση από την τρόικα. Αρα δεν είχαν κανένα λόγο βιασύνης και θα μπορούσαν να συζητήσουν το νομοσχέδιο με μια άνετη κοινοβουλευτική διαδικασία. Δεν το ήθελαν, για να περάσει στα γρήγορα η διαδικασία και να μην απασχολήσει καθόλου την εσωτερική επικαιρότητα.

Γιατί τι είναι αυτή η νέα ανακεφαλαιοποίηση; Είναι μια διαδικασία με την οποία το ελληνικό κράτος δανείζεται για να ενισχύσει τηνκεφαλαιακή βάση των τραπεζών, χωρίς όμως να ασκεί κανέναν έλεγχο στη διοίκηση των τραπεζών. Ετσι, ο ελληνικός λαός πληρώνει το κόστος εξασφάλισης αυτών των κεφαλαίων, μέσω της σκληρής δημοσιονομικής πολιτικής, ενώ οι τραπεζίτες εξακολουθούν να κάνουν τις κομπίνες τους, σε συνεργασία με τους καπιταλιστές που έχουν τοποθετήσει κεφάλαιά τους σε μετοχές.

Στην προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση, το ελληνικό κράτος δανείστηκε και έβαλε στις τράπεζες 25 δισ. ευρώ. Ξέρετε πόση είναι η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών του σήμερα; Μετά βίας 2 δισ. ευρώ! Βεβαίως, συριζανέλ και πασοκονεοδημοκρατία καυγαδίζουν για το ποιος φταίει γι’ αυτή την εξέλιξη, όμως ο ελληνικός λαός πρέπει να κρατήσει το τελικό αποτέλεσμα: το κράτος δανείστηκε και έριξε στις τράπεζες 25 δισ. για να έχει σήμερα 2 δισ. Οπως καταλαβαίνετε, κάποιος κέρδισε απ’ αυτό το παιχνίδι της υπαξίωσης των μετοχών. Βεβαίως, το κράτος -όπως κάθε κάτοχος μετοχών- ελπίζει πως στο μέλλον οι τιμές των μετοχών θ’ αυξηθούν, οπότε θα μπορεί να πάρει πίσω αυτά που έβαλε. Να πάρει όλο το ποσό αποκλείεται, όμως αντί να παίζουμε την κολοκυθιά με το πόσα και πότε θα μπορέσει να πάρει, ας κρατήσουμε το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή θα ρίξει στη μαύρη τρύπα των τραπεζών άλλα 10 δισ. ευρώ, ενώ έχει δανειστεί γι’ αυτή τη δουλειά 25 δισ. (τα υπόλοιπα 15 δισ. θα παραμείνουν ως καβάτζα ασφάλειας, επειδή ουδείς μπορεί ν’ αποκλείσει την ανάγκη για μια νέα ανακεφαλαιοποίηση στο μέλλον).

Αυτή η εικόνα των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών αποτελεί ένα ακόμη επιχείρημα για τη γελοιότητα της παπάρας Δραγασάκη περί δημιουργίας «παράλληλου τραπεζικού συστήματος». Εξίσου παπαρολογική είναι και η διαβεβαίωση ότι σύντομα οι ανακεφαλαιοποιημένες τράπεζες θα μετατραπούν σε μοχλό ανάπτυξης, μοιράζοντας δάνεια για επενδύσεις. Οσο ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει σε ύφεση (ή σε ασθενική ανάπτυξη των δεκάτων της μονάδας), οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις δε θα εξυπηρετούν τα δάνεια που έχουν ήδη πάρει και οι τράπεζες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους του ενεργητικού τους, θα εξακολουθήσουν να είναι εξαιρετικά φειδωλές στη χορήγηση νέων δανείων, συμμετέχοντας έτσι στο φαύλο κύκλο της καπιταλιστικής ύφεσης. Χώρια που το 2017, θα χρειαστεί να αυξήσουν τα λεγόμενα εποπτικά κεφάλαιά τους, όπως απαιτεί η νέα τραπεζική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης.

Βραχυπρόθεσμα, αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μ’ άλλα λόγια, καλώς να μας έρθουν τα distress funds, τα μόνα που μπορούν να διαθέσουν κεφάλαια για την αγορά τέτοιων δανείων. Ο Δραγασάκης υπαινίσσεται ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα πουληθούν και θα μετατραπούν σε… αναπτυξιακό εργαλείο. Η διεθνής εμπειρία, όμως, δείχνει ότι αυτό που συμβαίνει είναι οι λεγόμενες αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων: λουκέτα και εκπλειστηριασμός του σταθερού τους κεφάλαιου. Το φαινόμενο το έχουμε ξαναζήσει τη δεκαετία του ’80 με τις λεγόμενες προβληματικές επιχειρήσεις. Τότε, το κράτος παρενέβη και για ένα διάστημα τις λειτούργησε, μέχρι να τους βάλει λουκέτο. Τώρα, το κράτος δε θα κάνει καμιά παρέμβαση. Οι νέοι ιδιοκτήτες αυτών των επιχειρήσεων, τα distress funds, θα τις εκπλειστηριάσουν με συνοπτικές διαδικασίες, πετώντας χιλιάδες εργάτες στο δρόμο.

Ασφαιρη μονομαχία

Η κοινοβουλευτική συζήτηση πάνω στο νομοσχέδιο για την ανακεφαλαιοποίηση ήταν ανιαρή. Αν δεν εμφανίζονταν κάπως προκλητικοί οι συριζαίοι, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι δήθεν κάνουν μια διαφορετική ανακεφαλαιοποίηση από τους προηγούμενους, μια ανακεφαλαιοποίηση προς όφελος της χώρας (ποιας χώρας;), θα πάθαιναν ομαδικά κατάγματα σιαγώνων από τα χασμουρητά. Ετσι, κάποιες στιγμές ανέβηκαν οι τόνοι και όποιος παρακολούθησε τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής πήρε μια ακόμα γεύση άσφαιρης αντιπαράθεσης (στο τέλος ψήφισαν επί της αρχής το νομοσχέδιο όσοι είχαν ψηφίσει το Μνημόνιο-3 τον Αύγουστο, συν την ομάδα του Λεβέντη).

Τα «επίδικα» που απασχόλησαν αυτή την άσφαιρη μονομαχία ήταν τρία: α) Ποιος φταίει που οι τράπεζες κατέρρευσαν κεφαλαιακά και χρειάζονται νέα ανακεφαλαιοποίηση; β) Εξασφαλίζει ή όχι το ελληνικό κράτος τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών; γ) Υπάρχει μεγαλύτερος ή μικρότερος έλεγχος του ελληνικού δημόσιου επί του ΤΧΣ (Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), μέσω του οποίου δίνεται η κεφαλαιακή ένεση στις τράπεζες;

Ως προς το πρώτο «επίδικο», η μεν αντιπολίτευση υποστήριζε ότι η νέα κατάρρευση των τραπεζών οφείλεται στο επτάμηνο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που ξαναβύθισε την οικονομία σε ύφεση, με αποκορύφωμα τα capital controls, οι δε συριζαίοι απαντούσαν (καθόλου πειστικά), ότι φταίνε μια σειρά παράγοντες που λειτουργούσαν από πριν και όχι το δικό τους επτάμηνο. Οι αριθμοί πάντως δεν τους δικαιώνουν. Και δεν τους δικαιώνουν ούτε οι «εταίροι», που επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι είναι το επτάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ που ξαναβύθισε σε ύφεση τον ελληνικό καπιταλισμό. Για παράδειγμα, η πρόεδρος του εποπτικού συμβούλιου της ΕΚΤ Ντανιέλ Νουί, σε συνέντευξή της που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» την περασμένη Τετάρτη, υποστήριξε ότι «η ελληνική οικονομία, η οποία είχε επιστρέψει σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης το 2014, παρουσιάζει εκ νέου συρρίκνωση», ενώ «οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων που επιβλήθηκαν το καλοκαίρι από τις ελληνικές Αρχές έχουν ασκήσει αρνητικές επιδράσεις στη συνολική κατάσταση των τραπεζών». Υποστήριξε, ακόμη, ότι «τόσο η μείωση των καταθέσεων όσο και η ανάγκη των τραπεζών να στηριχθούν εκ νέου στη λήψη έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) έχουν επίσης αρνητικό αντίκτυπο στους τραπεζικούς ισολογισμούς». «Εξού και η ανάγκη να τους χορηγηθούν περαιτέρω κεφάλαια» κατέληξε το μεγαλοστέλεχος της ΕΚΤ, ρίχνοντας εξ ολοκλήρου την ευθύνη στην κυβέρνηση των Τσιπροκαμμένων.

Αυτοδιαψεύστηκαν

Ως προς το δεύτερο «επίδικο», οι συριζαίοι έγιναν γελοίοι καθώς προσπαθούσαν να υποστηρίξουν ότι με τη δική τους ανακεφαλαιοποίηση το κράτος θα πάρει κοινές μετοχές, δηλαδή με δικαίωμα ψήφου, ενώ κατά την προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση το κράτος πήρε προνομιούχες μετοχές (χωρίς δικαίωμα ψήφου), τις οποίες μάλιστα αυτοί φροντίζουν -με ρύθμιση του νομοσχέδιου- να μετατρέψουν σε κοινές και επομένως το δημόσιο να έχει δικαίωμα ψήφου για όλο το μετοχικό του κεφάλαιο.

Πολλοί ομιλητές της αντιπολίτευσης θύμισαν στους συριζαίους ότι ως προς την απόκτηση κοινών μετοχών δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να επαναλαμβάνουν μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε το 2014 από τη συγκυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων.  Είχε μεγάλη πλάκα ένας διάλογος μεταξύ Σταθάκη και Βορίδη, τον οποίο μεταφέρουμε από τα πρακτικά της Βουλής:

Γ. Σταθάκης: Οι προηγούμενες ρυθμίσεις προφανώς προέβλεπαν κοινές μετοχές, οι οποίες έγιναν, όμως, προνομιούχες στο σύνολό τους. Δεν διαφωνείτε σε αυτό, κύριε Βορίδη. Δεν ασκήθηκε ποτέ δικαίωμα…

Μ. Βορίδης: Πότε έγινε, όμως; Από το 2014 και μετά.

Γ. Σταθάκης: Σήμερα είναι σαφής ο νόμος. Προβλέπει τη μετατροπή όλων των μετοχών του Δημοσίου σε κοινές μετοχές.

Με τον ίδιο τρόπο καμάρωνε προηγουμένως και ο Τσακαλώτος (με τα… θαυμάσια ελληνικά του): «Εχουμε ένα νομοσχέδιο που δίνει πλήρη δικαιώματα ψήφου για τις νέες μετοχές και τις μετοχές που θα πάρει το ΤΧΣ για το λιγότερο καλό σενάριο, όχι το βασικό σενάριο, που τα λεφτά του ESM θα πάνε στο ΤΧΣ και θα αγοράσουν κοινές μετοχές. Θα έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά και οι παλιές μετοχές, οι προνομιούχες μετοχές που είχαμε, που θα τις μετατρέψουμε σε κοινές μετοχές θα έχουν δικαίωμα ψήφου».

Την επομένη (Δευτέρα 1 Νοέμβρη), η αντιπροεδρία της κυβέρνησης εξέδωσε Δελτίο Τύπου, για να ενημερώσει για την κυριακάτικη συνεδρίαση του ΚΥΣΟΙΠ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής), το οποίο «ενέκρινε και εισηγείται προς το Υπουργικό Συμβούλιο, το σχέδιο της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου που ρυθμίζει τα ειδικότερα ζητήματα για τη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων». Αυτό το Δελτίο Τύπου περιέγραφε πώς θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση, αλλά δεν έλεγε τίποτα για μετατροπή των παλιών προνομιακών μετοχών που κατέχει το ελληνικό δημόσιο σε κοινές, όπως κόμπαζαν οι Τσακαλώτος και Σταθάκης στη Βουλή.

Η απορία μας λύθηκε τη μεθεπομένη (Τρίτη 2 Νοέμβρη). Η αντιπροεδρία της κυβέρνησης εξέδωσε το ίδιο Δελτίο Τύπου στα αγγλικά. Η αγγλική έκδοση, όμως, περιλάμβανε και μια προσθήκη. Για να μην περάσει απαρατήρητη, η προεδρία φρόντισε να τη μεταφράσει και να την παραθέσει με μεγάλα γράμματα στο e-mail που έστειλε στους οικονομικούς συντάκτες. Ηταν η εξής: «Οσον αφορά τις συστημικές τράπεζες η κυβέρνηση δεν θα προχωρήσει στην ανταλλαγή ή στη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών, ανεξάρτητα από την διαδικασία καταμερισμού της επιβάρυνσης (burden sharing), οι οποίες κατά τα λοιπά θα συνεχίζουν να υπόκεινται στις διατάξεις του νόμου 3723/2008»!

Συνοψίζουμε. Ο Τσακαλώτος κόμπαζε ότι η κυβέρνηση των Τσιπροκαμμένων όχι μόνο θα εκδώσει κοινές μετοχές για τη νέα ανακεφαλαιοποίηση, αλλά και θα μετατρέψει σε κοινές τις προνομιακές μετοχές της προηγούμενης ανακεφαλαιοποίησης. Οταν η αντιπολίτευση θύμισε ότι αυτή η δυνατότητα προβλέπεται ήδη από το 2014, ο Σταθάκης απάντησε ότι ναι μεν προβλέπεται, όμως η προηγούμενη κυβέρνηση δεν έκανε καμιά κίνηση μετατροπής των προνομιακών μετοχών σε κοινές, ενώ η σημερινή κυβέρνηση θα μετατρέψει όλες τις μετοχές του Δημοσίου σε κοινές. Δυο μέρες μετά, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι «δεν θα προχωρήσει στην ανταλλαγή ή στη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών»! Οι άνθρωποι είναι τόσο απατεώνες που αυτοδιαψεύστηκαν μέσα σ’ ένα διήμερο.

Δεν είναι, όμως, μόνο η υπαναχώρηση από τη διακηρυγμένη υπόσχεσή τους ότι θα μετατρέψουν όλες τις μετοχές του κράτους σε κοινές, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποί του να ασκούν όλα τα δικαιώματά του στη γενική συνέλευση των μετόχων. Είναι και η σύνθεση με την οποία το ελληνικό δημόσιο θα συμμετάσχει στη νέα ανακεφαλαιοποίηση. Αυτό δεν το περιέλαβαν στο νομοσχέδιο. Το άφησαν να το ρυθμίσουν με ΠΥΣ (Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου). Κι όταν ο Βενιζέλος κατέθεσε τροπολογία που πρόβλεπε άμεση ενημέρωση της Βουλής, την απέρριψαν.

Από το Δελτίο Τύπου της αντιπροεδρίας μάθαμε ότι αποφάσισαν ότι με τη νέα ανακεφαλαιοποίηση το δημόσιο θα πάρει το 25% του κεφάλαιου που θα βάλει σε κοινές μετοχές και το 75% σε CoCos (υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες, που δεν έχουν δικαίωμα ψήφου)! Κατηγορούσαν τους άλλους ότι έκαναν ανακεφαλαιοποίηση και πήραν προνομιούχες μετοχές κι αυτοί όχι μόνο δεν μετέτρεψαν τις προνομιούχες αυτές μετοχές σε κοινές, όπως έχουν δικαίωμα από το νόμο, όχι μόνο ανακοίνωσαν ότι δεν προτίθενται να κάνουν τέτοια μετατροπή, αλλά επιπροσθέτως θα πάρουν τα τρία τέταρτα της κρατικής συμμετοχής στη νέα ανακεφαλαιοποίηση σε ομολογίες. Ούτε καν σε προνομιούχες μετοχές! Για ποιο λόγο; Για να μην αποθαρρυνθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον των ιδιωτών -όπως διέρρευσαν στον αστικό Τύπο- καθώς αν έπαιρναν το 50% σε κοινές μετοχές, όπως έλεγαν αρχικά, θα ενισχυόταν ο κρατικός χαρακτήρας των τραπεζών και οι ιδιώτες δε θα συμμετείχαν ώστε να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες του λεγόμενου «βασικού σενάριου» (λίγο πάνω από 4 δισ. ευρώ).

Ξέρετε τι έλεγε ο Τσακαλώτος πριν από δυο μέρες στη Βουλή; «Εχουμε μια εξισορρόπηση των συμφερόντων του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες. Αυτό θα φανεί στην απόφαση που θα πάρουμε στην Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα καθορίσει τι θα είναι η αναλογία μεταξύ CoCos. Μέχρι την Τετάρτη δεν ξέραμε καν αν θα μπορούσαμε να έχουμε CoCos. Ακόμα δεν είμαστε σ’ αυτό 100%, 99,8%, 99,3%, 99,5%, -για να πω έναν αριθμό ότι ξέρω τι λέω- σίγουροι. Εκεί θα καθορίσουμε τη σχέση μεταξύ των CoCos του δημοσίου και των κοινών μετοχών».

Είναι αυτό που έκαναν τελικά «εξισορρόπηση των συμφερόντων του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες»; Οταν το δημόσιο βάζει 100 και παίρνει δικαίωμα ψήφου μόνο για το 25, ενώ οι ιδιώτες βάζουν 100 και παίρνουν δικαίωμα ψήφου για 100, πόσο θράσος πρέπει να έχει κάποιος για να μιλάει για «εξισορρόπηση συμφερόντων»; Αυτό είναι πέσιμο «στα τέσσερα», για να θυμηθούμε τον κυβερνητικό συνεταίρο Καμμένο.

«Στα τέσσερα»

Στις 5 Οκτώβρη, διαβάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του, ο Τσίπρας έλεγε: «Βιώσαμε, λοιπόν, όλοι μας μία παγκόσμια πρωτοτυπία, το ελληνικό κράτος να αγοράζει επί της ουσίας τις τράπεζες, αφήνοντας όμως τη διοίκησή τους, το μάνατζμεντ τους στους προηγούμενους μετόχους. Είναι και αυτό άλλο ένα επεισόδιο που αποδεικνύει τις βαθιές σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης της πολιτικής εξουσίας από την οικονομική ολιγαρχία στον τόπο μας. Δεσμευόμαστε, λοιπόν, ότι αυτή η αρνητική παγκόσμια πρωτοτυπία αυτήν τη φορά δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Οι τράπεζες που θα χρειαστούν ανακεφαλαιοποίηση με χρήματα του ελληνικού δημοσίου θα έχουν και το αντίστοιχο μάνατζμεντ».

Εν γνώσει του έλεγε ψέματα. Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν ήταν ανοιχτό, δεν υπόκειτο σε διαπραγμάτευση. Ρυθμιζόταν από το Μνημόνιο. Δεν είναι μόνο που εξαναγκάστηκαν να μειώσουν το δικαίωμα ψήφου του ελληνικού δημόσιου, παίρνοντας 75% CoCos και 25% μετοχές (και αφήνοντας χωρίς δικαίωμα ψήφου τις παλιές μετοχές). Είναι και που δεν έχουν κανένα δικαίωμα παρέμβασης στη διοίκηση και διαχείριση των τραπεζών. Με το προηγούμενο καθεστώς, τις διοικήσεις των τραπεζών διόριζε το ΤΧΣ, το οποίο διόριζε ο υπουργός Οικονομικών. Μπορούσε, λοιπόν, θεωρητικά, η κυβέρνηση να αλλάξει οποιαδήποτε διοίκηση τράπεζας, χρησιμοποιώντας το ελεγχόμενο από την ίδια ΤΧΣ. Φυσικά, η προηγούμενη κυβέρνηση δεν το έκανε. Αφησε στις τράπεζες τις ίδιες διοικήσεις. Θεωρητικά, όμως, μπορούσε να τις αλλάξει.

Πλέον, όπως προβλέπεται στο Μνημόνιο και όπως θεσπίστηκε με το νομοσχέδιο για την ανακεφαλαιοποίηση, το ΤΧΣ διορίζεται και ελέγχεται από τους ιμπεριαλιστές δανειστές και όχι από την ελληνική κυβέρνηση. Τα μέλη του Γενικού Συμβούλιου και της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΤΧΣ επιλέγονται από μια Επιτροπή Επιλογής, η οποία αποτελείται από έξι «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, εγνωσμένου κύρους και ακεραιότητας», τρεις από τους οποίους -συμπεριλαμβανόμενου του προέδρου- υποδεικνύονται από την Κομισιόν, την ΕΚΤ και τον ESM, δύο από τον έλληνα υπουργό Οικονομικών και ένας από την ΤτΕ. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του προέδρου μετράει διπλή. Αρα, οι ιμπεριαλιστές δανειστές έχουν την πλειοψηφία στην Επιτροπή Επιλογής και είναι αυτοί που θα επιλέξουν τα μέλη του ΤΧΣ, μέσω των οποίων θα διορίζουν και θα ελέγχουν τις διοικήσεις των «συστημικών» τραπεζών.

«Είχαμε πλειοψηφία στις τράπεζες, είχαμε μετοχές, δεν είχαμε δικαίωμα ψήφου. Δεν μπορούσαμε να παρέμβουμε. Τώρα, οι μετοχές, όσοι θα έχουμε, θα έχουν δικαίωμα ψήφου», έλεγε κομπορρημονώντας στη Βουλή ο Δραγασάκης. Μόνο που το όποιο δικαίωμα ψήφου δε θα το έχει η κυβέρνηση. Θα το έχει το ΤΧΣ, τα μέλη του οποίου θα διορίζονται από τους δανειστές.

Και βέβαια, τα μέλη του ΤΧΣ θα έχουν πλήρη ασυλία. Οι μεγαλοστομίες του Τσίπρα, όταν διάβαζε τις προγραμματικές δηλώσεις της πρώτης συγκυβέρνησης, στις 8 του περασμένου Φλεβάρη, ότι θα καταργήσει την ασυλία των μελών του ΤΧΣ, πήγαν περίπατο μαζί με όλες τις υπόλοιπες μεγαλοστομίες.

Οι συριζαίοι κατήγγειλλαν τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις ότι τους έστελνε έτοιμα τα νομοσχέδια η τρόικα και αυτές απλώς τα μετέφραζαν. Οποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει το νομοσχέδιο για την ανακεφαλαιοποίηση θα διαπιστώσει ότι η παράδοση της μπανανίας συνεχίζεται, με χειρότερους όρους μάλιστα. Αυτό το νομοσχέδιο γράφτηκε στις Βρυξέλλες και απλά μεταφράστηκε στα ελληνικά.  Οι ιμπεριαλιστές δανειστές παίρνουν τον απόλυτο έλεγχο των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών, αλλά και των μικρών συνεταιριστικών, διότι και αυτές θα χρειαστούν ενδεχομένως ανακεφαλαιοποίηση, όπως προβλέπει ο νέος νόμος (κατά τα άλλα, ο Δραγασάκης θα φτιάξει «παράλληλο τραπεζικό σύστημα»!). Δε θα έχουν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν με τους τραπεζίτες και με τους ντόπιους καπιταλιστές που συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών (Βαρδινογιάννηδες και σία). Ετσι, δε θα ελέγχουν μόνο το κράτος, μέσω του χρέους, αλλά συνολικά τον ελληνικό καπιταλισμό, μέσω των τραπεζών. Ο δεδομένος έλεγχός τους πλέον θα γίνει απόλυτος.