Ο πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος ζήτησε την Παρασκευή επισήμως συγγνώμη για τις ενέργειες των στρατιωτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της επίθεσης από αντάρτες της οργάνωσης Μ-19 το 1985 στο Δικαστικό Μέγαρο της…

 

Μπογκοτά, κατά την οποία πάνω από 100 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσα τους σχεδόν οι μισοί δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας.

Στην 30η επέτειο της επίθεσης, ο Σάντος ζήτησε συγγνώμη – από μεριάς του κράτους – προς τους συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν όταν οι δυνάμεις του στρατού πραγματοποίησαν έφοδο στο κτίριο για να τερματίσουν την 27ωρη ομηρία.

"Σήμερα αναγνωρίζω την ευθύνη του κράτους της Κολομβίας και ζητώ συγγνώμη", δήλωσε ο Σάντος, μπροστά από το Δικαστικό Μέγαρο, δίπλα σε συγγενείς των θυμάτων, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιεσίδε Ρέγιες, ο πατέρας του οποίου – πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου τότε – ήταν ένας από 11 δικαστές που σκοτώθηκαν.

"Εδώ συνέβη μια ανεκδιήγητη, απόλυτα καταδικαστέα ενέργεια των ανταρτών της M-19, αλλά πρέπει να αναγνωριστούν και οι αποτυχίες της επιχείρησης και της διαδικασίας που ακολούθησαν οι κρατικές αρχές", πρόσθεσε ο κολομβιανός πρόεδρος, έξω από τα ανακαινισμένα κτίρια του Δικαστικού Μεγάρου, σε ένα οικοδομικό τετράγωνο απόσταση από το Προεδρικό Μέγαρο στην κεντρική πλατεία της κολομβιανής πρωτεύουσας.

Κατά την επίθεση, η περιοχή του ιστορικού κέντρου της πόλης μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις, με την υποστήριξη τανκς, πυραύλων και ελικοπτέρων, εξαπέλυσαν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, ενώ το κτίριο τυλιγόταν στις φλόγες.

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αλφόνσο Ρέγιες Ενγκάρδια, που σκοτώθηκε κατά την πολιορκία, ζητούσε απεγνωσμένα με τηλεφωνικές του παρεμβάσεις σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό της Μπογκοτά κατάπαυση του πυρός και διεξαγωγή διαλόγου με τους αντάρτες.

Αλλά ο τότε πρόεδρος Μπελισάριο Μπετανκούρ αρνήθηκε να ακυρώσει την επέμβαση του στρατού και αργότερα κατηγορήθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του, ότι με τη διαταγή του για την στρατιωτική επιχείρηση παραβίασε το Σύνταγμα της χώρας και το διεθνές δίκαιο περί ομηρίας άμαχου πληθυσμού.

Οι οικογένειες μερικών θυμάτων κατηγόρησαν το στρατό για εμπλοκή του στις εξαφανίσεις των πτωμάτων των συγγενών τους, που δεν εντοπίστηκαν ποτέ.

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφαση του το 2014, απεφάνθη ότι το κολομβιανό κράτος ήταν υπεύθυνο για τις εξαφανίσεις, τους βασανισμούς και τους εξωδικαστικές εκτελέσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ο Σάντος, αναφερόμενος στην δικαστική απόφαση, ζήτησε παράλληλα συγγνώμη για την παραβίαση του δικαιώματος στην προσωπική ασφάλεια εκείνων που βρίσκονταν μέσα στο Δικαστικό Μέγαρο.

Η οργάνωση ανταρτών Μ-19 διέκοψε τη δράση της το 1990, έπειτα από την υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας με την κυβέρνηση. Οι συγκρούσεις που διήρκησαν περίπου 50 χρόνια σκότωσαν τουλάχιστον 220.000 ανθρώπους και εκτόπισαν εκατομμύρια.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ