Σε συνέχεια της με αριθμ. Πρωτ. 11/08.10.2015 ερώτησης που κατέθεσα στο… πλαίσιο του κοινοβουλευτικού έλεγχου και η οποία παρέμεινε αναπάντητη, η διερεύνηση της περίφημης λίστας Λαγκάρντ φαίνεται να έχει την τύχη του γιοφυριού της Άρτας, αν λάβουμε υπόψη μας ότι έχουν περάσει τρείς κυβερνήσεις αλλά οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών δεν μπορούν εδώ και χρόνια να εντοπίσουν όλους τους κατόχους των μαύρων χρημάτων και να τους οδηγήσουν στη Δικαιοσύνη, ώστε να υποστούν τις εκ του νόμου προβλεπόμενες ποινές αλλά και να εισπράξει το Ελληνικό Δημόσιο ποσά για να μπορέσει η κυβέρνηση να εξισορροπήσει τις βαριές επιβαρύνσεις σε μισθωτούς και συνταξιούχους. Είναι πραγματικά άξιον απορίας για ποιο λόγο το υπουργείο και οι αρμόδιες αρχές, ενώ κρατούν στα χέρια τους τη λίστα με τα ισχυρότερα ισοδύναμα μέτρα – εάν λάβουμε υπόψη μας ότι πολλές χώρες του εξωτερικού, όπως π.χ. η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ήδη καταφέρει να εισπράξουν από τη λίστα μεγάλα χρηματικά ποσά – επιδεικνύουν προκλητική αδράνεια στη σύλληψη των υπευθύνων και την είσπραξη των χρημάτων της λίστας και επιδίδονται σε μια απαράδεκτη και προκλητική ληστρική υπερφορολόγηση μισθωτών και συνταξιούχων που ζουν στα όρια της φτώχιας.

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση, έχοντας, ως αντιπολίτευση, πρώτιστο μέλημα την αξιοποίηση της λίστας, είχε επανειλημμένως στηλιτεύσει την εσκεμμένη ολιγωρία της προηγούμενης κυβέρνησης στον έλεγχο της λίστας, τη σύλληψη των υπευθύνων και την είσπραξη των χρημάτων , ερωτάται ο κ. υπουργός:

Πόσοι καταθέτες έχουν εντοπισθεί στην εν λόγω λίστα, ποιο το συνολικό ύψος των καταθέσεων, πόσα τα ποσά που ερευνήθηκαν, πόσα καταλογίσθηκαν ως πρόστιμα, πόσοι και πόσες παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη;

Ποιος ευθύνεται για την συνεχιζόμενη καθυστέρηση στον έλεγχο της λίστας και ποια μέτρα έλαβαν οι πολιτικοί προϊστάμενοι κατά των υπευθύνων για την προκλητική αυτή ολιγωρία σε βάρος του αγρίως φορολογούμενου έλληνα πολίτη;