Της Ελένης Κομίνη
Ποιο θα είναι το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς στις τράπεζες. Ποιος θα έχει τον έλεγχο και πως θα γίνεται; Το ελληνικό δημόσιο διεκδίκησε σθεναρά την παρουσία του στα πιστωτικά…
ιδρύματα και τον έλεγχο στις ελληνικές τράπεζες κατά την διαπραγμάτευση με το κουαρτέτο των εταίρων και δανειστών της χώρας (ΕΚΤ, ΕΕ, ΔΝΤ, ESM).

Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση, ως αντιπολίτευση, δηλαδή πριν τον Ιανουάριο του 2015, κατηγορούσε τις προηγούμενες κυβερνήσεις ότι με τα κρατικά κεφάλαια που τοποθετεί στις τράπεζες μεταφέρει το βάρος στους φορολογούμενους πολίτες.

Όμως, στην διαπραγμάτευση που έκλεισε λίγες μέρες πριν, μεταξύ της κυβέρνησης και του κουαρτέτου όσον αφορά τον τρόπο ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών, η κυβέρνηση διεκδίκησε να λάβει όσο μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχικών κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Διεκδίκησε, το ποσοστό των κοινών μετοχών, έναντι των «υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιακών» (CoCos) να είναι σε ποσοστό 50% για τις κοινές μετοχές και 50% για τα CoCos.

Τι είναι τα CoCos;

Τα CoCos είναι ομολογίες οι οποίες μετατρέπονται αυτόματα σε κοινές μετοχές, σε προκαθορισμένη τιμή, εφόσον ικανοποιηθεί η προϋπόθεση που έχει τεθεί. Για παράδειγμα, τα CoCos σε μία τράπεζα μετατρέπονται σε μετοχές, σε τιμή «Χ», εφόσον τα εποπτικά κεφάλαια της συγκεκριμένης τράπεζας πέσουν κάτω από το 9%. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται και αυτομάτως γίνεται μετατροπή και έτσι η τράπεζα παραμένει ασφαλής και βιώσιμη.

Τις κοινές μετοχές (μετά τη μετατροπή) παίρνει ο δικαιούχος (ή οι δικαιούχοι) του ομολογιακού και εν προκειμένω, το ελληνικό δημόσιο. Σημειώνεται ότι τα CoCos έχουν κουπόνι (επιτόκιο) που στην περίπτωση αυτή θα αντιστοιχεί σε 8-10%. Δηλαδή, η τράπεζα θα πληρώνει 8-10% το ελληνικό δημόσιο.

Τα CoCos ως ομολογιακά δεν μετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζα, παρά μόνο οι κοινές μετοχές που προκύπτουν από την μετατροπή του. Γι αυτό και η κυβέρνηση επιθυμούσε η αναλογία των κεφαλαίων που θα βάλει (και εφόσον βάλει) σε CoCos και μετοχές να είναι 50% – 50%. Η αντίδραση ωστόσο ήταν έντονη εκ μέρους της Ευρώπης και η κυβέρνηση καθόρισε το ποσοστό να επιμεριστεί σε 25% κοινές μετοχές με πλήρη δικαιώματα ψήφου και κατά 75% CoCos.

Τα CoCos μπορούν επίσης να εξαγοραστούν. Σημειώνεται ωστόσο, ότι σε περίπτωση που ικανοποιηθεί η συνθήκη που τίθεται και μετατραπούν σε κοινές μετοχές τότε το ποσοστό του κράτους εν προκειμένω στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας αυτής, θα αυξηθεί. Το πόσο θα αυξηθεί εξαρτάται από πολλές παραμέτρους που ακόμα δεν είναι γνωστές, αφού δεν είναι ακόμα γνωστά τα ακριβή ποσά που θα λάβουν από τους ιδιώτες επενδυτές, κλπ.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον ήταν δυνατόν δε θα επιθυμούσαν καθόλου κρατικά κεφάλαια, σε καμία τράπεζα της Ευρώπης. Οι κανόνες του ανταγωνισμού είναι αυστηροί, ενώ η ΕΚΤ γνωρίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα κάτω από κρατικό έλεγχο και με αποκλεισμένες τις αγορές, γίνονται «ζόμπι». Έτσι, καθώς προβλέπεται και από το τρίτο μνημόνιο, η πρόθεση του κουαρτέτου των δανειστών της χώρας είναι οι τράπεζες να ιδιωτικοποιηθούν κατά 100%.

Γιατί η κυβέρνηση ήθελε να συμμετάσχει με κρατικά κεφάλαια;

Η ρητορική της κυβέρνησης και ως αντιπολίτευση και σήμερα, εμπεριέχει την πρόθεση ελέγχου στις ελληνικές τράπεζες. Η ίδια ρητορική είχε ως βάση ότι τα περισσότερα δεινά έχουν αφετηρία τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ωστόσο, στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση -το πρώτο σημάδι της οποίας εμφανίστηκε τον Απρίλιο του 2007- τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις ευρωπαϊκές χώρες, η κρίση ήταν τραπεζική. Η κρίση στην Ελλάδα ήταν δημοσιονομική και στην συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε τραπεζική.

Οι δύο βασικότεροι λόγοι για τους οποίους η σημερινή ελληνική κυβέρνηση (και σχεδόν κάθε ελληνική κυβέρνηση) επιθυμεί να δώσει κρατικά κεφάλαια επιβαρύνοντας τους φορολογούμενους πολίτες είναι:

1. Γιατί δε θέλει να χάσει τις εντυπώσεις ότι δεν είναι κάτω από κρατικό έλεγχο το τραπεζικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι αν στα στεγαστικά δάνεια δε γίνουν πλειστηριασμοί, η απόφαση είναι της κυβέρνησης. Εφόσον ξεκινήσει η χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις, είναι λόγω της κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Εθνικής τράπεζας την περίοδο έως το 2009, οπότε οι ιδιώτες μέτοχοι της οποίας ξεπερνούσαν το 51% (συγκεκριμένα αντιστοιχούσαν σε 64%), το κράτος είχε άμεση συμμετοχή 0,6% και μέσω των ασφαλιστικών ταμείων το ελληνικό δημόσιο ήλεγχε περί το 17%. Η τότε κυβέρνηση αντιμετώπιζε στη ρητορική της την Εθνική Τράπεζα, ως την μεγαλύτερη κρατική τράπεζα.

2. Ο έλεγχος των τραπεζών ισούται με έλεγχο στην κατεύθυνση και το ύψος των χορηγήσεων. Για τη σημερινή κυβέρνηση δεν υπάρχουν τέτοια δείγματα, ούτε της δόθηκε άλλωστε ποτέ αυτή η ευκαιρία (πέραν της ρητορικής), αφού πολύ πριν την αλλαγή κυβέρνησης και της ανάληψης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο έλεγχος των ελληνικών τραπεζών, όπως και όλων των τραπεζικών συστημάτων της Ευρώπης, πέρασε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τη δημιουργία του ενιαίου εποπτικού ευρωπαϊκού φορέα (SSM) και του ευρωπαϊκό μηχανισμού εξυγίανσης. Ο ευρωπαϊκός έλεγχος, ιδίως δε για τραπεζικά συστήματα όπως είναι οι ιδιαιτερότητες που έχει το ελληνικό, η εποπτεία είναι ασφυκτική, καθώς οι υπέρογκες ζημίες που προέκυψαν στις τράπεζες από το «κούρεμα» του χρέους του ελληνικού δημοσίου και τις ζημίες που δημιούργησε η παρατεταμένη ύφεση μέσω των «κόκκινων» δανείων, δημιούργησαν κινδύνους.

Η Ευρώπη κλήθηκε να αντιμετωπίσει αυτούς τους κινδύνους προκειμένου αφενός να μη γίνει ντόμινο στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και αφετέρου να μην «πέσει» η χώρα. Ο λόγος ωστόσο που επικαλείται η κυβέρνηση για την πρόθεση της να συμμετάσχει στα μετοχικά κεφάλαια των τραπεζών με σημαντικό ποσοστό είναι διότι σε ενδεχόμενη ανάπτυξη θα αυξηθούν και τα κέρδη του ελληνικού δημοσίου.
Νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς

Ο έλεγχος πηγάζει από την μετοχική σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου μίας τράπεζας. Δηλαδή, από το ποσοστό συμμετοχής των ιδιωτών επενδυτών, έναντι του κράτους. Εφόσον δηλαδή οι ιδιώτες επενδυτές έχουν την πλειοψηφία των μετοχών, δηλαδή το 51%, τότε οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους ιδιώτες μετόχους και το αντίστροφο.

Μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών όλες οι τράπεζες, εφόσον αντλήσουν τα απαιτούμενα ιδιωτικά κεφάλαια (καλύψουν δηλαδή τις ζημίες που προέρχονται από το βασικό σενάριο της άσκησης αντοχής της ΕΚΤ), θα γίνουν ιδιωτικές. Την πλειοψηφία, του 51% τουλάχιστον, θα την έχουν ιδιώτες μέτοχοι και την μειοψηφία, το κράτος. Τις διοικήσεις θα τις εκλέγουν οι ιδιώτες μέτοχοι και στην περίπτωση αυτή, κυρίως τα μεγάλα ξένα επενδυτικά Funds.

Ωστόσο, υπάρχει μία σημαντική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν που είναι και ποιοτική και πολιτική και θα αλλάξει ολόκληρο το τραπεζικό τοπίο. Μετά την επικείμενη ανακεφαλαιοποίηση το κράτος θα κατέχει κοινές μετοχές με πλήρη δικαιώματα ψήφου. Στην προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση, αν και είχε την πλειοψηφία το κράτος (περί το 60%), δεν είχε πλήρη δικαιώματα ψήφου, αλλά περιορισμένα. Μπορεί να έχει δηλαδή τη μειοψηφία, αλλά ουσιαστικά γίνεται βασικός εταίρος των ιδιωτών επενδυτών.
Έλεγχος των πιστωτικών ιδρυμάτων

Οι τράπεζες μπαίνουν κάτω από ένα πολύ αυστηρό και πρωτόγνωρο ευρωπαϊκό ελεγκτικό πλαίσιο και όχι στο πλαίσιο του ελληνικού δημοσίου. Η βασική αρχή της ΕΚΤ ήταν να σπάσει στη χώρας μας τον ομφάλιο λώρο μεταξύ δημοσίου, τραπεζών και επιχειρηματιών.

Έτσι, η διαχείριση των τραπεζικών εργασιών θα προβλέπει πλέον αναλυτικότατη και αυστηρότατη ευρωπαϊκή εποπτεία. Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερη ασφάλεια από τη μία πλευρά, αλλά από την άλλη, ο κίνδυνος της απώλειας των αποφάσεων και της ευελιξίας των μάνατζμεντ των τραπεζών είναι υπαρκτός. Και τούτο διότι, όπως αναφέρει το τρίτο μνημόνιο θα ενταχθούν και στα τέσσερα Διοικητικά Συμβούλια των τραπεζών τρία ανεξάρτητα μέλη, τα οποία θα προεδρεύουν σε όλες τις επιτροπές των Διοικητικών Συμβουλίων.

Τις αποφάσεις θα τις παίρνουν μεν τα εκτελεστικά μέλη της διοίκησης, αλλά όλες οι αποφάσεις ανεξαιρέτως, θα περνούν από το μικροσκόπιο των τριών νέων μελών, είτε αυτές αφορούν τη διαχείριση κινδύνου ή τις χορηγήσεις ή την ελεγκτική επιτροπή, κοκ.
Επιτροπή Ανταγωνισμού

Τραπεζικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η προοπτική ιδιωτικοποίησης είναι εξαιρετικά θετική καθώς θα συνεισφέρει στην οικονομία, αλλά και στην πιστοληπτική ικανότητα από τους διεθνούς οίκους αξιολόγησης καθώς θα θεωρηθούν πιο αξιόπιστες. Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι ο απώτερος σκοπός είναι να ιδιωτικοποιηθούν πλήρως έως την εκπνοή του τρέχοντος μεταρρυθμιστικού προγράμματος της χώρας, δηλαδή έως το τέλος του α’ εξαμήνου του 2018.

Αν παρόλα αυτά, δεν καταστεί εφικτή η πλήρης ιδιωτικοποίησή τους -έστω και αν το κράτος κατέχει 5% του μετοχικού κεφαλαίου μίας τράπεζας- από την Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ θεωρείται ότι, στο μετοχικό κεφάλαιο υπάρχει κρατική ενίσχυση και υπόκειται στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι οι κινήσεις τους σε αγορές του εξωτερικού θα είναι περιορισμένες.

Πηγή