Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1883 στο Μαυροβούνι Καρδίτσας, γιος του Χρήστου Πλαστήρα και της Στυλιανής Καραγιώργου. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τη δίνη του πολέμου με… αναγκαστική μετοίκηση στην ορεινή Πεζούλα της Νευρόπολης Αγράφων. Η μορφωτική του διαπαιδαγώγηση πλαισιώνεται τόσο από τα σχολεία της πόλης όσο και από τη Βαρβάκειο σχολή στην Αθήνα προκειμένου να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές.

Ο υπερβάλλων ζήλος για τα πατριωτικά ιδεώδη και το υπέρμετρο εθνικό αίσθημα ευθύνης τον οδήγησε στην απόφαση να καταταχθεί στο στρατό το Δεκέμβριο του 1903 και να υπηρετήσει στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα, όπου προήχθη σε υπαξιωματικός. Τον Απρίλιο του 1907 έλαβε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, αφού με πρωτοφανή παλικαριά και απερίγραπτη γενναιότητα εγκατέλειψε τη μονάδα του και συγκρότησε στην Καρδίτσα ομάδα εθελοντικής δράσης υπέρ του αγώνα. Μετά την παραδειγματική σε ανδρειότητα και γενναιοψυχία ολοκλήρωση της αποστολής του επέστρεψε στη μονάδα του και στα 1908 δίνει εξετάσεις, όπου επιτυγχάνει με τη τιμητική διάκριση του πρώτου επιλαχόντος στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας.

Οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις της εποχής τον καλούν εκ νέου να υπηρετήσει τα εθνικά συμφέροντα κατά τους Βαλκανικούς πολέμους ως υπασπιστής τάγματος στο 5ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα τη Λάρισα. Η συμβολή του σε αυτή την άνιση στρατιωτική αναμέτρηση ήταν τεράστια και σε μία από τις μάχες αποκαλέστηκε από τους συμπολεμιστές του ως «Μαύρος Καβαλάρης». Μετά το πέρας και αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων προήχθη σε υπολοχαγός λόγω εξαίρετων πράξεων κατάμεστων από απεριόριστη αφοσίωση και ασύγκριτη αυτοθυσία υπέρ της διασφάλισης και περιφρούρησης της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας. Το 1914 πήρε μέρος στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα μέσα από τη σύσταση οργάνωσης η οποία θα είχε ως στόχο τη ενεργό δράση υπέρ της κίνησης του Ζωγράφου. Δυστυχώς όμως η προσπάθεια αυτή δεν ενσαρκώθηκε άμεσα , διότι του ανακοινώθηκε η επικείμενη σύλληψη του. Η αμέριστη συμπαράσταση και η ανιδιοτελής υποστήριξη πολλών συναδέλφων του , αλλά κυρίως η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας κατέστησαν ικανά ώστε να δοθεί αναβολή στη σύλληψη του. Ο ίδιος επιστρέφει στη Χίο και ολοκληρώνει το σχεδιασμό άμυνας του νησιού.

Στην σκοτεινή περίοδο του Διχασμού κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο τάχθηκε με το κίνημα Εθνικής Αμύνης ( Σεπτέμβριος 1916) και συμμετείχε σε αυτό ενεργά συμβουλεύοντας παράλληλα με απόλυτη ουσιαστική και εμπεριστατωμένη θέση τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του τόπου για τα ραγδαία και υψίστης εθνικής σημασίας θέματα που εξελίσσονταν εκείνη την περίοδο. Στη συνέχεια πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο, όπου τραυματίστηκε και προάχθηκε σε ταγματάρχη. Επίσης, ορίστηκε με απόλυτη ομοφωνία Στρατιωτικός Διοικητής στη Χίο. Στην περίφημη μάχη του Σκρα διακρίθηκε ως διοικητής τάγματος και προήχθη “επ’ ανδραγαθία” σε αντισυνταγματάρχη. Το 1919 με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συμμετείχε, ως επικεφαλής του, στην εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία, κατά των Μπολσεβίκων, όπου μετά την αποτυχία της επιχείρησης διέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και από εκεί προαχθείς σε συνταγματάρχη, επικεφαλής της μονάδας του μεταφέρθηκε στην Σμύρνη.

Ως επικεφαλής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων είχε ως περιοχή ευθύνης την περιοχή Μαγνησίας, όπου μεταξύ άλλων προέβαινε σε εκκαθαρίσεις από τους Τούρκους τσέτες και στην προάσπιση των ελληνικών πληθυσμών, ενώ με απόλυτη συναίσθηση και επίγνωση των κοινωνικών εμπόλεμων συνεπειών ίδρυσε ένα ορφανοτροφείο με σκοπό την ειλικρινή και ουσιαστική φροντίδα των ορφανών ελληνόπουλων. Επίσης, προέλασε τον Ιούνιο του 1920 καταλαμβάνοντας το Αξάρι.

Στην Μικρασιατική εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες που τον έκαναν γνωστό στους αντιπάλους που τον ονόμασαν «καρά-πιπέρ» (μαύρο πιπέρι), ενώ το 5/42 σύνταγμα ευζώνων έγινε γνωστό ως «σεϊτάν ασκέρ» (στρατός του διαβόλου). Κατά την προέλαση, έφτασε μέχρι το Καλέ-Γρότσο, πέρα από τον Σαγγάριο.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την Επανάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου των στρατιωτικών δυνάμεων στη Χίο και τη Λέσβο, το 1922, ανέλαβε την αρχηγία της επαναστατικής επιτροπής (από όπου απέκτησε και το προσωνύμιο ‘Αρχηγός’). Τον Σεπτέμβριο του 1922 μετέβη στην Αθήνα όπου ανέτρεψε την κυβέρνηση και υποχρέωσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ σε παραίτηση υπέρ του γιου του Γεωργίου Β’ και σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση χωρίς όμως να συμμετάσχει σ ´αυτήν. Με τη φροντίδα του περιθάλπηκαν και στεγάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, και με νομοθετικό διάταγμα (14 Φεβρουαρίου 1923), έδωσε λύση στο αγροτικό ζήτημα, διανέμοντας το μεγαλύτερο μέρος των τσιφλικιών, στους ακτήμονες. Χάρη σ ´αυτόν και τον Θεόδωρο Πάγκαλο αναδιοργανώθηκε ο στρατός και ανασυντάχθηκε η στρατιά του Έβρου, δίνοντας ένα βοήθημα στον Ελευθέριο Βενιζέλο, κατά τις διαπραγματεύσεις για την Συνθήκη της Λωζάνης, περιορίζοντας τις απαιτήσεις του Κεμάλ. Επίσης υποστήριξε και ανέλαβε την ευθύνη για την «εκτέλεση των έξι», κατευνάζοντας τον λαό που ζητούσε την τιμωρία των υπεύθυνων για την Μικρασιατική καταστροφή. Μετά τις εκλογές τον Δεκέμβριο του 1923 κατέθεσε την εξουσία στα χέρια της εκλεγμένης κυβέρνησης. Τον Ιανουάριο του 1924 παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Αντιστράτηγου. Η Δ’ Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδος». Αναχώρησε και έζησε για λόγους υγείας στην Ευρώπη ενώ το 1925 εξορίστηκε στην Γαλλία από την δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου μετά από προσπάθειά του να τον ανατρέψει.

Πριν ολοκληρωθεί η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων από τις εκλογές του 1933, την νύχτα 5 προς 6 Μαρτίου, ο Πλαστήρας οργάνωσε Κίνημα υπέρ του Βενιζέλου και με την έγκριση αυτού υποστήριξε αυτή την ενέργεια με την δικαιολογία ότι η άνοδος των αντιβενιζελικών στην εξουσία θα σήμαινε το τέλος της Δημοκρατίας. To Σεπτέμβριο του 1937, ο Πλαστήρας άρχισε έντονη αντιδικτατορική δραστηριότητα κατά του καθεστώτος του Μεταξά, και έγινε Πρόεδρος της Αντιδικτατορικής Επιτροπής, με μέλη μεταξύ άλλων τον Σοφοκλή Βενιζέλο, τον Αγαμέμνονα Σλήμαν, και τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Σε συνέντευξη του σε μία Γαλλίδα δημοσιογράφο, εξέφρασε την άποψη του για τη δικτατορία, τονίζοντας ότι « δεν είναι σύστημα προόδου και εξυψώσεως του διανοητικού επιπέδου των λαών. »

Στην περίοδο της Κατοχής με την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι, μετακομίζει στην Νίκαια της Νότιας Γαλλίας. Από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Αύγουστο του 1943 τα ίχνη του χάνονται. Τον Νοέμβριο του 1944 ήλθε σε επαφή με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να τον προσκαλέσει στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει την κυβέρνησή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Πλαστήρας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, σε συζήτηση που διεξήχθη μεταξύ των Σιάντου, Γεωργίου Παπανδρέου, Καφαντάρη, του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και του ίδιου, είχε έντονη λογομαχία με το Σιάντο. Ο Πλαστήρας αμφισβήτησε ανοικτά την προσφορά των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση και στην απελευθέρωση κάνοντας λόγο για “ξεπάστρεμα όλων των δεξιών” και “κάψιμο χωριών”. Ο Σιάντος εξανέστη φωνάζοντας “Δεν σας επιτρέπω να υβρίζετε τους ηρωικούς μας αντάρτες!” με τον Πλαστήρα να του ανταπαντάει «κάθισε κάτω ζαγάρι!»

Μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 κλήθηκε να αναλάβει την κυβέρνηση ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής, στις 3 Ιανουαρίου 1945. Παρ΄όλα αυτά ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Ζαν Μπελέν έγραφε στις 6 Απριλίου 1945: «Οι Βρετανοί θεωρούν τον Πλαστήρα μια μετριότητα… Κάνουν τα πάντα για να τον διώξουν» Προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, και συμμετείχε στην Συμφωνία της Βάρκιζας. Όμως τον Μάρτιο του 1945, μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα “Ελληνικόν Aίμα” φωτοτυπίας της επιστολής του που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνιστούσε κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση της Γερμανίας, ο τότε Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ζήτησε την άμεση παραίτηση του Ν. Πλαστήρα και της κυβέρνησής του όπου και ακολούθησε στις 8 Απριλίου 1945. Στη συνέχεια o Ν. Πλαστήρας, μετά την παραίτησή του, παρέμεινε στην Ελλάδα ασχολούμενος με την πολιτική.

Μετά την λήξη του Εμφύλιου ήταν πρωταγωνιστής στην πολιτική ζωή ως αρχηγός της ΕΠΕΚ. Το σύνθημά του ήταν η λέξη «Αλλαγή». Σχημάτισε δύο φορές κυβέρνηση συνασπισμού από κόμματα του κέντρου την περίοδο 1950-1952 (15 Απριλίου 1950 – 21 Αυγούστου 1950 και 1 Νοεμβρίου 1951 – 11 Οκτωβρίου 1952) που χαρακτηρίστηκε ως «κεντρώο διάλειμμα». Ως πρωθυπουργός άσκησε μετριοπαθή πολιτική με πλούσια δράση. Ασχολήθηκε με την εξάλειψη των συνεπειών του Εμφύλιου και την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, κοινωνικών παροχών, διανομής γης στους ακτήμονες, χορήγησης ψήφου στις γυναίκες κλπ. Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του συνεργάστηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Λόγω της αναγκαστικής συνεργασίας και λόγω της πίεσης των ανακτόρων και των δεξιών κομμάτων αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και να μην προχωρήσει την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης όσο θα ήθελε. Αρχικός του στόχος ήταν η κατάργηση των στρατοδικείων και η υπαγωγή των υποθέσεων στα τακτικά δικαστήρια, η κατάργηση των ειδικών αντικομμουνιστικών νόμων, η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και η κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, η κατάργηση της θανατικής ποινής.

Eπί των κυβερνήσεών του η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, στάλθηκε εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα και εκτελέστηκε το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Νίκος Μπελογιάννης. Τα γεγονότα αυτά και η απαίτησή του να στηριχτεί απ’ την Αριστερά στις εκλογές, τις οποίες διεξήγαγε με πλειοψηφικό σύστημα, και κατά συνέπεια η Αριστερά θα καταδικαζόταν σε πολιτική εξαφάνιση, καθόρισε το σύνθημα του ΚΚΕ «τι Παπάγος, τι Πλαστήρας». Το κόμμα του διασπάστηκε, και με το σύνθημα της Αριστεράς «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας» και την Αμερική να υποστηρίζει την εκλογή του Παπάγου έχασε τις εκλογές στις 16 Νοεμβρίου 1952.

Η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί και πέθανε στις 26 Ιουλίου 1953. Στην κηδεία του δόθηκε επίσημος χαρακτήρας και παραβρέθηκαν ο βασιλιάς, όλος ο πολιτικός κόσμος και άνθρωποι απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα και απ’ όλα τα πολιτικά κόμματα, πράγμα ασύνηθες για την τότε ελληνική πραγματικότητα. Μίλησαν πολλοί επιφανείς πολιτικοί του φίλοι και αντίπαλοι. Οι σημαίες είχαν αναρτηθεί μεσίστιες με διαταγή του Παπάγου, και παλιοί στρατιώτες του εθεάθησαν να θρηνούν επάνω από τη σορό του.

Ο Βουλευτής Δημήτριος Κ. Καμμένος δήλωσε για να τιμήσει τη μνήμη του:

«Ο Νικόλαος Πλαστήρας υπήρξε ένας διορατικός πολιτικός , ένας υψηλόφρων αξιωματικός και ένας κοινωνικά ευαισθητοποιημένος άνθρωπος . Είναι ο Έλληνας ο οποίος κάθε φορά που η πατρίδα του ζητούσε να παραστεί δίπλα της και να επιτελέσει το καθήκον του έδειχνε εξαιρετική γενναιότητα, αμέριστο θάρρος και παραδειγματική αντρειοσύνη. Επιτέλεσε το καθήκον του με απόλυτη πίστη και αφοσίωση στα εθνικά ιδεώδη καθώς και με ηρωικό παράστημα ψυχής και σώματος και γι΄αυτό δίκαια αποκαλούνταν «μαύρος καβαλάρης» Ενώ κατά την εξέλιξη του προσωπικού βίου του υπήρξε λιτός, ολιγαρκής και εξαιρετικά φιλάνθρωπος, στην πολιτική σκακιέρα αποδείχθηκε λαμπρή προσωπικότητα, ευφυής φυσιογνωμία και ηγετική παρουσία. Επομένως, τόσο ο εθνικός πατριωτισμός του, όσο και η ανυπολόγιστη παληκαριά του τον κατατάσσουν επάξια σε περίοπτη θέση στο πάνθεον της ελληνικής ιστορίας και κατ ’επέκταση πρέπει να αποτελέσει δίδαγμα στη ζωή όλων μας για την αντιμετώπιση και διαχείριση των δύσκολων καιρών που διανύουμε»