Η κυβέρνηση της Κολομβίας πρέπει να διασφαλίσει ότι οι κοινότητες των αυτοχθόνων και των Αφρο-κολομβιανών που ξεριζώθηκαν εξαιτίας των συγκρούσεων μπορούν να επιστρέψουν στις εστίες τους και να έχουν μεγαλύτερο λόγο στο…

 

πώς θα αναπτυχθεί η γη τους, ανέφερε η οργάνωση για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Διεθνής Αμνηστία.

Μέσα σε πέντε δεκαετίες πολέμου περισσότεροι από έξι εκατομμύρια Κολομβιανοί έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη γη τους λόγω των συγκρούσεων ανάμεσα σε μαρξιστές αντάρτες, δεξιούς παραστρατιωτικούς και κυβερνητικούς στρατιώτες, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία.

Το ζήτημα του πώς θα επιστραφεί η κλεμμένη και εγκαταλειμμένη γη στους νόμιμους ιδιοκτήτες της είναι ένα σημείο-κλειδί των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων που διεξάγονται στην Κούβα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC).

Οι εκτοπισμένες κοινότητες που θέλουν να επιστρέψουν αντιμετωπίζουν επίσης το πρόβλημα της εκμετάλλευσης από μεταλλευτικές εταιρίες, σύμφωνα με έκθεση που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Διεθνής Αμνηστία.

"Οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης δεν θα έχει νόημα εκτός εάν τα δικαιώματα των κοινοτήτων των αυτοχθόνων και απογόνων των Αφρικανών να επιστρέψουν στη γη τους και να αποφασίσουν πώς θα χρησιμοποιηθεί τεθούν πάνω από την επιθυμία των εταιριών να εκμεταλλευθούν τη γη αυτή για το δικό τους κέρδος", ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Έρικα Γκεβάρα, διευθύντρια της Αμνηστίας για την αμερικανική ήπειρο.

Τουλάχιστον 80 εκατομμύρια στρέμματα γης –περίπου το 14% του εδάφους στην Κολομβία– έχουν εγκαταλειφθεί ή αποκτηθεί παράνομα με απάτη, βία ή εκβιασμό, ανέφερε η έκθεση.

Οι περισσότεροι από τους επηρεαζόμενους είναι αγροτικές κοινότητες αυτοχθόνων και Αφροκολομβιανών που ζουν από τη γη τους η οποία είναι πλούσια σε πόρους.

Οι εκτοπισμένοι ιδιοκτήτες γης δικαιούνται να την ανακτήσουν με βάση έναν νόμο για την επιστροφή γης ο οποίος εγκρίθηκε το 2011.

Ο νόμος, μια κρίσιμη μεταρρύθμιση της κυβέρνησης του Χουάν Μανουέλ Σάντος, έχει σκοπό να επιστρέψουν εκατομμύρια στρέμματα κλεμμένης γης στους νόμιμους ιδιοκτήτες της και να επιτρέψει στους εκτοπισμένους να επιστρέψουν στις εστίες τους και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις.

Ο νόμος είναι ένα "σημαντικό βήμα προς τα εμπρός", όμως η επιστροφή της γης αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα που ξεκινούν από τη γραφειοκρατία και φθάνουν μέχρι τον εκφοβισμό, περιλαμβανομένων απειλών θανάτου εναντίον των δικαιούχων, ανέφερε η Αμνηστία.

"Σχεδόν τέσσερα χρόνια αφότου ξεκίνησε η διαδικασία… μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό των εδαφών αυτών έχει επιστραφεί στους νόμιμους κατόχους τους", αναφέρεται στην έκθεση.

Ο Ρικάρντο Σαμπογάλ, που είναι επικεφαλής της κυβερνητικής υπηρεσίας η οποία έχει επιφορτιστεί με την εποπτεία της επιστροφής γης, δήλωσε πως η κυβέρνηση έχει επιστρέψει 1.730.000 στρέμματα γης σε περίπου 20.000 Κολομβιανούς.

"Δεν είναι εύκολο να προχωρήσουμε με μια διαδικασία επιστροφής γης εν μέσω σύγκρουσης", δήλωσε ο Σαμπογάλ σε συνέντευξή του στο Thomson Reuters Foundation.

"Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ειρήνη είναι τόσο σημαντική, έτσι ώστε οι οικογένειες να μπορούν να επιστρέψουν γρήγορα και με ασφάλεια στη γη τους".

Είπε πως η εξασφάλιση ότι οι εκτοπισμένοι θα επιστρέψουν στη γη τους καθίσταται δύσκολη επίσης εξαιτίας των ναρκοπεδίων, τα περισσότερα από τα οποία έχουν δημιουργηθεί από αντάρτες των FARC, που είναι διάσπαρτα στην ύπαιθρο.

Από το 2000 διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν δώσει άδειες σε τοπικές και διεθνείς μεταλλευτικές και άλλες εταιρίες που θέλουν να εκμεταλλευθού τους μεταλλευτικούς και πετρελαϊκούς πόρους της Κολομβίας, ανέφερε η έκθεση, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

Η οικονομία κινείται από τις εξαγωγές και η χώρα είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα στη Λατινική Αμερική.

Βάσει του νόμου οι εταιρίες που σχεδιάζουν διάφορα πρότζεκτ πρέπει πρώτα να διαβουλευθούν με τις κοινότητες που ζουν ή χρησιμοποιούν τη γη που θέλουν να εκμεταλλευθούν.

Η Αμνηστία ανέφερε ότι έχει αποστείλει επιστολές σε πολλές εταιρίες που επεξεργάζονται μεταλλευτικά πρότζεκτ σε εδάφη όπου ζουν κοινότητες αυτοχθόνων.

Απαντώντας, η μεταλλευτική εταιρία AngloGold Ashanti, που διαθέτει χρυσωρυχεία στη δυτική επαρχία Τσόκο, δήλωσε στην Αμνηστία πως είναι έχει δεσμευθεί να εξασφαλίσει τη "νόμιμη συγκατάθεση των αυτόχθονων κοινοτήτων" για πρότζεκτ σε εδάφη που παραδοσιακά ανήκουν ή χρησιμοποιούνται από εθνοτικές ομάδες "και είναι πιθανό να έχουν σημαντική επίδραση σε αυτές τις ομάδες".

Ωστόσο η Αμνηστία ανέφερε πως γενικά έχουν δοθεί συχνά άδειες σε εταιρίες που δεν έχουν διαβουλευθεί με τις κοινότητες ούτε έχουν λάβει την ελεύθερη και ενήμερη συγκατάθεσή τους.

"Εκτός εάν οι Αρχές διασφαλίσουν ότι τα δικαιώματα αυτά γίνονται σεβαστά αποτελεσματικά ως επείγον ζήτημα… κινδυνεύουν να αφήσουν μία από τις κύριες αιτίες της ένοπλης σύγκρουσης ανεπίλυτη. Αυτό θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα οποιασδήποτε ενδεχόμενης συμφωνίας", σημειώνεται στην έκθεση.