Γράφει ο Σπύρος Ριζόπουλος
Πρώτα απ’ όλα οφείλω να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι Ολυμπιακός και ούτε θα μπορούσα να είμαι λόγω καταγωγής. Είμαι ΠΑΣ Γιάννινα κι αν θέλαμε να έχουμε ένα σοβαρό ποδόσφαιρο θα…
έπρεπε να κάνουμε αυτό που κάνει η ομοσπονδία του αμερικάνικου φούτμπολ, να ενισχύει δηλαδή μικρότερες και πιο αδύναμες ομάδες να ανεβαίνουν επίπεδο για να υπάρχει θέαμα και ανταγωνισμός. Έτσι θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ενισχυθεί ο ΠΑΣ Γιάννινα από τη σουπερ λιγκ για να βγει στην Ευρώπη. Αλλά αυτά είναι αδιανόητα για ένα πρωτάθλημα στο οποίο οι Πρόεδροι των ομάδων ανταλλάσσουν από εξώδικα (στην καλύτερη περίπτωση) μέχρι… πυροβολισμούς.

Έχω όμως ένα γιο που είναι Ολυμπιακός και σαν πατέρας δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός πως το παιδί μου γίνεται αληθινά ενθουσιασμένο και χαρούμενο όταν ο Ολυμπιακός κερδίζει και προχωράει στην Ευρώπη. Είναι 13 χρόνων κι όμως μου λέει ο ίδιος, ο Ολυμπιακός είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο είναι τόσο περήφανος. Φαντάζομαι πως και χιλιάδες άλλα παιδιά σαν τον γιό μου νιώθουν το ίδιο. Όπου και να γυρίσουν και να κοιτάξουν δεν βλέπουν κάτι που θα μπορούσε να τα ενθουσιάσει, να τα συγκινήσει, να τα κάνει να νιώσουν περήφανα. Δυστυχώς, έμεινε μόνον ο Ολυμπιακός.

Από αυτή την άποψη εμένα για να σας πω την αλήθεια δεν με απασχολεί το πώς το κάνει ο Μαρινάκης.

Μου αρκεί που το κάνει,  γιατί βλέπω χαρούμενο το παιδί μου.

Από κει και πέρα κανείς μας δεν μπορεί να παριστάνει την «αθώα περιστερά». Οι Έλληνες εφοπλιστές ποτέ δεν ήταν «καλά παιδιά». Γιατί αν ήταν, δεν θα ήταν εφοπλιστές. Ήταν μήπως «καλό παιδί» ο Ωνάσης; . Ήταν μήπως «καλό παιδί» ο Νιάρχος;  Άλλο οι «στέγες των γραμμάτων και των τεχνών» κι άλλο ο άγριος κόσμος της θάλασσας.  Μην τα μπερδεύουμε… Συνεπώς,  είναι δεδομένο πως «πρέπει να είσαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα»,  αλλιώς γίνε… κηπουρός.

Ο Ολυμπιακός είναι αυτή τη στιγμή η μόνη ελληνική ομάδα που μπορεί να ισχυριστεί αξιόπιστα πως είναι ταυτόχρονα και μια σύγχρονη ευρωπαϊκή ομάδα. Σε όλα τα επίπεδα. Προϋπολογισμού, γηπέδου, ρόστερ, τα πάντα. Γι αυτό και φέρνει αποτελέσματα στο Champions League. Ο Μαρινάκης είναι πλέον πολύ κοντά στο να γίνει αυτό που υπήρξε ο Βαρδινογιάννης για τον Παναθηναϊκό της δεκαετίας του 80. Και προσωπικά εύχομαι να το πετύχει ώστε να βρει και μιμητές ανάμεσα στους Προέδρους και των άλλων ΠΑΕ που εκπροσωπούν τους ιστορικούς συλλόγους της χώρας.

Από αυτή την άποψη λοιπόν, το σημαντικό δεν είναι ποιο θα είναι το αποτέλεσμα στο αυριανό παιχνίδι με τη Δυναμό Ζάγκρεμπ. Το στοίχημα πλέον για τον Ολυμπιακό είναι να μπορεί να διαχειρίζεται κάθε αποτέλεσμα με το κύρος και το ήθος μιας μεγάλης σύγχρονης ευρωπαϊκής ομάδας, χωρίς κόμπλεξ επαρχιωτισμού και κατωτερότητας, ομάδας που μπορεί να κοιτάζει τον οποιονδήποτε «στα μάτια» και να μη μασάει… Κι αυτό είναι το πνεύμα που θα πρέπει να επικρατήσει συνολικά στο ελληνικό ποδόσφαιρο,  γιατί αυτό είναι και το πνεύμα που θα πρέπει να επικρατήσει συνολικά στην ελληνική κοινωνία, αν θέλει να έχει προοπτική και μέλλον.

Γι αυτό κι έχει πολύ μεγάλη σημασία Βαγγέλη Μαρινάκη το τι θα βγεις να πεις στα 30 δευτερόλεπτα των δηλώσεων που θα κάνεις  μετά το αυριανό παιχνίδι. Γιατί εσύ είσαι αυτός που θα δείξει αν θα επαναπαυθείς στη «δόξα Κόκκαλη» δηλαδή στα χειροκροτήματα των χαχόλων που πανηγυρίζουν τους τίτλους του ελληνικού πρωταθλήματος  καίγοντας  κερκίδες όποτε τους καπνίσει  ή αν μπορείς το υπερβείς όλο αυτό και  να τραβήξεις  μπροστά.

Ζούμε σε μια χρονική στιγμή που κόσμος ενώ είναι γονατισμένος κάτω, δεν ακούγεται «κιχ» γιατί έχει αηδιάσει με τους επαγγελματίες της πολιτικής. Κανείς δεν περιμένει πως μπορεί να βγει ηγέτης μέσα από το πολιτικό σύστημα. Μένει να δούμε αν μπορεί να βγει ένας ηγέτης έξω από την επαγγελματική πολιτική, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο όπως έχει περιγράψει ο Ronald Heifetz στο βιβλίο που διάβασα κάποτε και μου άλλαξε τη ζωή, το “Leadership without easy answers”.

Στα λόγια που θα βρεις να πεις αύριο Βαγγέλη Μαρινάκη, θα φανεί αν είσαι «ψαράς» ή αν «το ‘χεις» για ηγέτης.

ΥΓ: Η τελευταία φορά που οι Έλληνες έβρισκαν «αποκούμπι» μόνο στο ποδόσφαιρο ήταν επί χούντας. Αλλά προφανώς το γεγονός είναι συμπτωματικό. Διότι τώρα δεν έχουμε χούντα, αν και κάποιοι διαφωνούν με αυτό…

Πηγή