Από την Ανδρονίκη Μπάκουλη
Τα ξημερώματα της 11ης Μαρτίου 2012 δολοφόνησε 16 αμάχους, άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά στο Αφγανιστάν. Πριν από λίγες μέρες, ο σφαγέας της Κανταχάρ, κατά κόσμον…
Ρόμπερτ Μπέιλς, μίλησε για πρώτη φορά για τις αποτρόπαιες πράξεις του. Το WE επιχειρεί να μπει στο ταραγμένο μυαλό του πρωταγωνιστή σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.

Για την ιστορία που ακολουθεί, μην επιστρατεύσετε τη λογική σας, ώστε να την κατανοήσετε. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα το εύλογο σε αυτό που έκανε ο Αμερικανός στρατιώτης Robert Bales, στην τέταρτη θητεία του σε εμπόλεμη ζώνη. Το μόνο που υπάρχει, είναι τρέλα, απελπισία και οργή όχι μόνο για τον μακελάρη της Kandahar (περιφέρεια του Afghanistan), αλλά και για όλους εκείνους που τον κρατούσαν στα στρατεύματα, που τον έστελναν ξανά και ξανά στους πολέμους.

Ο Robert Bales γεννήθηκε στις 30/6 του 1973 στο Norwood του Ohio. Ήταν ο τελευταίος των πέντε παιδιών της οικογένειας, ένα χαρούμενο, φιλικό παιδί, που λάτρευε το χορό και διετέλεσε αρχηγός της ομάδας football του σχολείου του. Ήταν και εκείνος που πήγε στο Ohio State University, για να σπουδάσει οικονομικά. Στα τρία χρόνια εγκατέλειψε και πήρε άδεια χρηματιστή. Εργάστηκε σε πέντε εταιρίες παροχής οικονομικών υπηρεσιών. Για κάποια χρόνια θριάμβευσε στη διαχείριση μετοχών μικρών, κοινοτικών τραπεζών, ώσπου μια στη West Virginia φαλίρισε και εκείνος τα έχασε όλα: τα χρήματα των πελατών του, της οικογένειας του και τα δικά του. Ένας επενδυτής τον μήνυσε, μαζί και την εταιρία του, και δικαιώθηκε από το δικαστήριο. Πράγμα που σήμαινε ότι ο Bales έπρεπε να καταβάλει το ποσό των 1.4 εκατομμύρια δολάρια, σε αποζημίωση. Ο ενάγων δεν πήρε ποτέ ούτε σεντ και το δικαστήριο δεν μπορούσε να τον κυνηγήσει περεταίρω, γιατί… ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος, αλλά και επειδή είχε χάσει τα ίχνη του. Τι είχε συμβεί;

Είχε καταταγεί στον στρατό, τον Νοέμβριο του 2001, στα 28 του. Και ναι, η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους έπαιξε μεγάλο ρόλο στην απόφαση του. Ένιωσε πως αυτό έπρεπε να κάνει ως Αμερικανός (“ώστε να μην ξαναζήσουμε κάτι παρόμοιο, ως έθνος”), αλλά και επειδή έτσι θα εξασφάλιζε ένα μισθό. Κατετάγη στην Tacoma της Washington όπου έγινε εξπέρ στη χρήση όπλων και γνωστός για την επιθετική του φύση που συνήθως τον εξυπηρετούσε στο να προσαρμοστεί στη ζωή του φαντάρου. Ήταν ο ορισμός του τυπικού στρατιώτη, ο οποίος ανυπομονούσε για την πρώτη του αποστολή. Όταν όμως, έμπαινε το αλκοόλ στη μέση, υπήρχαν προβλήματα. Σαν και αυτό του Ιουλίου του 2002, οπότε συνελήφθη στο καζίνο της Tacoma, γιατί επιτέθηκε στον υπεύθυνο ασφαλείας.

Η πρώτη εμπειρία και τα πρώτα σημάδια παράνοιας

Ένα χρόνο αργότερα, γνώρισε την Kari Primeau, σε ένα μπαρ. Φλέρταραν όλο το βράδυ, αλλά πριν προχωρήσουν την ενημέρωσε πως σε ένα μήνα θα έφευγε για το Ιράκ. Εκείνη σκέφτηκε να μην προχωρήσει. Δεν το έκανε. Στους πρώτους μήνες, είχε απέναντι της έναν ενθουσιώδη τύπο που μοιραζόταν μαζί της ό,τι τον απασχολούσε. Ό,τι είχε μάθει για τη διαχείριση ενός πολέμου, κάθε μικρή λεπτομέρεια. Όλα αυτά άλλαξαν μόλις πάτησε το πόδι του στο Iraq. Έκτοτε, δεν της ξαναείπε κουβέντα για την καθημερινότητα του. Στην πρώτη του αποστολή (το 2003), έμεινε στη Mosul για 12 μήνες. Πίστευε πως είναι έτοιμος. Την πρώτη φορά που βρέθηκε σε μάχη, διαπίστωσε ότι η προετοιμασία του ήταν άχρηστη. “Άρχισα να πυροβολώ προς κάθε κατεύθυνση, γιατί φοβόμουν, ενώ η αδρεναλίνη ήταν στα ύψη”. Σιγά σιγά προσαρμόστηκε. “Άρχισα να ελέγχω την αναπνοή μου, ήξερα πώς να ηρεμήσω. Ήξερα πια τι να περιμένω. Αλλά η πρώτη φορά που πυροβόλησα ήταν πραγματικά σημαντική υπόθεση”. Ήταν οδηγός Stryker (θωρακισμένου οχήματος, με οκτώ τροχούς, που χωρά έως 11 στρατιώτες), αλλά κυρίως ήταν αρχηγός ένοπλης ομάδας, στις περιπολίες σε κατοικημένες περιοχές.

Το 2004 επέστρεψε στην πατρίδα. Η Kari τον περίμενε στο αεροδρόμιο και από εκεί πήγαν σε παιχνίδι των Seattle Seahawks (NFL). Πέντε μήνες αργότερα, παντρεύτηκαν. Σε όλο αυτό το διάστημα, αλλά και εκείνο που ακολούθησε έως ότου υπηρετήσει τη νέα του θητεία, δεν ένιωσε ποτέ ήρεμος. Ξυπνούσε το χάραμα, δούλευε όλη μέρα (έως τις 21.00 προετοίμαζε τους άνδρες του, για την επόμενη αποστολή) και συντηρείτο με ενεργειακά ποτά (έπινε έξι, την ημέρα). Είχε ήδη δείξει τα πρώτα σημάδια παράνοιας. Οι εφιάλτες ήταν καθημερινό φαινόμενο και άπαξ και τον στοίχειωναν, σηκωνόταν από το κρεβάτι και… έκανε περιπολία στο σπίτι. Το καθάριζε, τσέκαρε τις ντουλάπες και μετά έκανε μια βόλτα στην περίμετρο. Η Kari σκεφτόταν λέει, πως αυτό ήταν μέρος της ζωής του ως φαντάρου, του ενδιαφέροντος του να φροντίσει την οικογένεια του… Παρεμπιπτόντως, το αλκοόλ ήταν επίσης, καθημερινή συνήθεια. Κάθε βράδυ έβαζε ένα ποτήρι ουίσκι, πήγαινε στην αυλή, άναβε ένα τσιγάρο και άκουγε τη μουσική του. “Όταν η διάθεση του ήταν “μαύρη”, άκουγε Metallica και έτσι καταλάβαινα τι συμβαίνει”, εξήγησε χρόνια μετά η γυναίκα του που προσπαθούσε να τον προσεγγίσει “αλλά ήθελε να μένει μόνος”.

Επέστρεψε στο Iraq το 2006, για 15 μήνες. Τον Ιανουάριο του 2007 μετείχε στην Μάχη του Zarqa, εναντίον των “στρατιωτών του παραδείσου” που συγκροτούσαν 600 φανατικοί Σιίτες. Η μάχη διήρκεσε δυο μερόνυχτα και “χάθηκαν” 250 άνθρωποι. Οι αμερικανικές δυνάμεις νίκησαν και κατόπιν ασχολήθηκαν με τη σωτηρία όσων είχαν παραδοθεί -ήταν κυρίως γυναικόπαιδα. “Ουδέποτε υπήρξα πιο υπερήφανος για τη μονάδα μου, από ό,τι εκείνη τη μέρα. Είχαμε κάνει διαχωρισμό μεταξύ των “κακών” και του άμαχου πληθυσμού και όταν έγινε παύση πυρών, καταλήξαμε στο να βοηθάμε εκείνους που για ώρες προσπαθούσαν να μας σκοτώσουν”, είχε εξηγήσει σε συνέντευξη του στη Northwest Guardian. Αυτό που δεν είχε πει εκεί, αλλά το είπε στη σύζυγο του, ήταν το εξής περιστατικό: μια γυναίκα, κρατούσε αγκαλιά το νεκρό παιδί της, το οποίο είχε τυλίξει σε μια κουβέρτα γιατί είχε κρύο εκείνη την ημέρα. Ένας τραυματίας άνδρας που περνούσε από δίπλα, άρπαξε την κουβέρτα για να ζεσταθεί ο ίδιος. Το τελευταίο τρίμηνο το πέρασε στην Dora “όπου είδα πράγματα που εύχομαι να μην είχα δει ποτέ”. Όπως την έκρηξη στρατιωτικού οχήματος, από νάρκη και το θάνατο των επιβατών. “Ήταν πολύ άσχημα όλα. Δεν θα γινόταν να είναι πιο άσχημα”.
Όταν ολοκλήρωσε τη θητεία, τον Σεπτέμβριο του 2007, ήταν 34 και έτοιμος να αφήσει το στρατό. Τότε ήταν που οι διοικητές τον έκαναν επιλοχία και τον επέλεξαν για να παρακολουθήσει τη σχολή των ελεύθερων σκοπευτών. Ήταν μια τιμή που δεν μπορούσε να απορρίψει. “Πραγματικά εύχομαι να είχα πει όχι” ομολόγησε στο GQ, προ ημερών, στην πρώτη συνέντευξη που έδωσε για ένα από τα χειρότερα βράδια της αμερικανικής ιστορίας που είχε την υπογραφή του… Πριν όμως, φτάσουμε σε αυτήν την αποφράδα ημέρα, θα χρειαστεί να σας πούμε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν κρίνει πως αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να κάνει και τρίτη θητεία, το 2009 και για δώδεκα μήνες. Αυτή τη φορά ο Bales θα έφτανε στο σημείο να αναγνωρίσει πως έχει πρόβλημα. Και ζήτησε βοήθεια, για να σταματήσει το ποτό, για να σταματήσουν οι παρανοϊκές σκέψεις και αντιδράσεις, προϊόν και της αδυναμίας του να κοιμηθεί. Όταν έκλεινε τα μάτια του και το υποσυνείδητο έπαιρνε τον έλεγχο του μυαλού του, έφτανε στο ναδίρ.

Το καλοκαίρι του 2010 επισκέφτηκε το γιατρό του στρατού. Είχε πονοκεφάλους που δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί και πολλές εκρήξεις θυμού. Οι εξετάσεις έδειξαν πως φέρει ελαφρύ τραυματισμό στον εγκέφαλο. Τον απέδωσαν στις ουκ ολίγες φορές που είχε βρεθεί κοντά σε εκρήξεις -έως και στις ημέρες του ως έφηβος που έπαιζε football. Ξεκάθαρα είχε PTSD, δηλαδή μετατραυματική αγχώδη διαταραχή. Εκείνος δεν ήθελε ούτε να ακούσει για αυτό “γιατί το θεωρούσα ως δικαιολογία, για να είναι κάποιος δειλός, για όσους δεν είχαν το στομάχι και την καρδιά, για την πραγματική δουλειά ενός πολέμου”. Μια παρένθεση εδώ, είναι αναγκαία.

Δεν είναι διαταραχή, είναι φυσιολογική αντίδραση, του να βρίσκεσαι σε ένα αφύσικο περιβάλλον
Το PTSD είναι διαταραχή του μυαλού που θέτει σε ενέργεια ένα τρομακτικό γεγονός. Τα συμπτώματα αφορούν τα flashback, τους εφιάλτες, το διαρκές άγχος και οι ανεξέλεγκτες σκέψεις, επί ενός γεγονότος, που μπορεί να εμφανιστεί στο συνειδητό ακόμα και έπειτα από πολλά χρόνια. Σύμφωνα με έρευνες, από το 2001 έχουν αυξηθεί κατά 62% οι διαγνώσεις ασθενειών του μυαλού,  το 55% από όσους υπηρέτησαν στο Afghanistan και το Iraq ζήτησαν βοήθεια για PTSD (αριθμός ρεκόρ της χώρας, σε ό,τι αφορά τους πολέμους της), 2.8 εκατομμύρια στρατιώτες διαγνώστηκαν ως ασθενείς (ένας στους 5). Μόνο το 2013 έφτασαν τους 12.632, με τις ΗΠΑ να ξοδεύουν 85.9 εκατ. δολ. για τις θεραπείες, στον πρώτο χρόνο της διάγνωσης, ενώ υπάρχει και ένα 39% που εμφάνισαν συμπτώματα κατάχρησης αλκοόλ. Επίσης, φάνηκε πως οι βετεράνοι έχουν εννέα φορές περισσότερες πιθανότητες, να οδηγηθούν σε κατάχρηση ναρκωτικών. Τη στιγμή που οι βετεράνοι πολέμου είναι το 7% του πληθυσμού, το 20% εξ αυτών έχει αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Το 2012 περισσότεροι (στρατιώτες, ναυτικοί, ιπτάμενοι κλπ) έχασαν τη ζωή τους από αυτοχειρία, από όσους “χάθηκαν” από εχθρικά πυρά. Το 2013 το MotherJones.com εκτίμησε πως ένας βετεράνος αυτοκτονεί κάθε 80 δευτερόλεπτα.  Αργότερα, έγινε ένας κάθε 65 λεπτά. Επίσης, 8 στους 10 που επιστρέφουν από εμπόλεμη ζώνη (ηλικίας 18 έως 29 χρόνων), έχουν πρόβλημα να προσαρμοστούν στη ζωή του πολίτη. Το 13% των αστέγων είναι βετεράνοι, από αυτούς το 92% είναι άνδρες και οι μισοί επί του συνόλου, έχουν αναπηρία. Για να κάνουμε μια πολύ μεγάλη ιστορία, μικρή θα σας αναφέρουμε αυτό που είχε ο εν αποστρατεία, Συνταγματάρχης Bart Billings και κάτοχος βραβείου για τα ανθρώπινα δικαιώματα: “Τo PTSD δεν είναι διαταραχή. Το 99% αυτών που ζουν την εμπειρία μάχης, έχει αγχώδη διαταραχή. Είναι μια φυσιολογική αντίδραση, του να βρίσκεσαι σε ένα αφύσικο περιβάλλον”. Πράγμα που όπως, αποδεικνύεται είναι αληθές.

Ο γιατρός που παραιτήθηκε πολύ γρήγορα

Παρά τις ενστάσεις του επί της διάγνωσης για PTSD, ο Bales δέχθηκε να δει ψυχοθεραπευτή. Κυρίως γιατί ήθελε να ηρεμήσει από τους πονοκεφάλους. Λίγες συνεδρίες αργότερα, εγκατέλειψε. “Δεν έβλεπα πως βοηθούν την κατάσταση μου, γιατί μου έλεγαν διαρκώς ότι ο θυμός μου ήταν η μάσκα άλλου συναισθήματος. Δεν μου έλεγαν όμως, ποιου συναισθήματος. Το μόνο που ένιωθα, ήταν αδύναμος που μιλούσα για συναισθήματα. Οι άνδρες δεν μιλούν για αυτά. Είπα στο γιατρό πως ήμουν καλύτερα και μου έδωσε το ΟΚ να σταματήσω τις θεραπείες”. Φυσικά και οι στρατιωτικές αρχές δεν έκριναν πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα, ώστε να μην τον στείλουν ξανά στο Afghanistan, ενάμιση χρόνο αργότερα. Η διμοιρία του έφτασε στο Belambai, στις 4/12 του 2011. Η αποστολή ήταν περίπλοκη και δύσκολη, αλλά λάτρευε ότι δούλευε με τις Ειδικές Δυνάμεις. Μιας μονάδας που φημίζεται για την ευφυΐα της, την προετοιμασία της, την επιθετικότητα της και το “εγώ” της, αλλά την ίδια ώρα σέβεται τους στρατιώτες που ‘χει δίπλα της. Όλα αυτά θα άλλαζαν στα μέσα του Γενάρη το 2012, οπότε έγινε απόσπαση των “πρασινοσκούφηδες”, από άλλη διμοιρία τους. Που δεν άρεσε στον Bales. Σε ένα email του στην Kari, έγραψε “τα προηγούμενα παιδιά ήταν μέλη ομάδας. Αυτά είναι σκατά, μας φέρονται λες και είμαστε οι πόρνες τους”. Ένα μήνα μετά, άρχισε να παίρνει στεροειδή που σίγουρα δεν βοηθούσαν την κατάσταση του και λίγες μέρες αργότερα, γρονθοκόπησε Αφγανό οδηγό φορτηγού που ξεφόρτωνε, άνευ λόγου και αιτίας.

Ο καιρός περνούσε και οι εχθροπραξίες εντείνονταν, με τις ειδικές δυνάμεις του ναυτικού να μάχονται εναντίον ανταρτών και να βρίσκουν 70 κιλά εκρηκτικής ύλης και εξαρτήματα που συνθέτουν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, όπλα, δορυφορικό τηλέφωνο και 15 κιλά χασίσι. Την Πέμπτη 1 Μαρτίου του 2012 ο Bales και οι άνδρες του έπεσαν σε ενέδρα ανταρτών και όταν ζήτησαν βοήθεια από τον αέρα, η απάντηση ήταν αρνητική -γιατί φοβούνταν πως θα υπήρχαν παράπλευρες απώλειες. Αυτή η απόφαση εξόργισε τον Bales, που έλεγε “ήμασταν τυχεροί που δεν σκοτωθήκαμε. Και μολονότι είχαμε τη δυνατότητα να σκοτώσουμε τον εχθρό, ο διοικητής αρνήθηκε να εκτοξεύσει ένα Hellfire. Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να έχεις εντοπίσει εχθρό και να μην τον εξοντώνεις. Στο μυαλό μου, όταν τους επιτρέπεις να επιβιώνουν, τους επιτρέπεις να γίνουν και πιο επικίνδυνοι. Ήταν μια ψυχολογική ήττα”.

Οι ημέρες που προηγήθηκαν της θηριωδίας

Τη Δευτέρα 5 Μαρτίου του 2012 παρακολουθούσε έναν άνδρα με άσπρη κελεμπία, να περπατά σε έναν αμπελώνα, να μιλά στο τηλέφωνο, να σταματά, να σκύβει να καθαρίσει κάτι, να σηκώνεται, να κάνει πίσω, να ξανασκύβει, να αλλάζει κατεύθυνση. Σκέφτηκε “τι στο διάβολο κάνει αυτός ο αγρότης;”. Πήρε την εντολή να πάει στην οροφή της βάσης του, γιατί ένα θωρακισμένο όχημα με πέντε φαντάρους είχε δεχθεί επίθεση. Τέτοιου είδους συμβάντα ήταν καθημερινό φαινόμενο και συνήθως ακολουθούνταν από βομβαρδισμούς. Οπότε όλοι τοποθετήθηκαν σε θέση άμυνας. Εκείνος είχε εστιάσει στον αγρότη. Είδε πως ακόμα κρατούσε το τηλέφωνο, όπως πλησίαζε στο τεθωρακισμένο. Σκέφτηκε πως όλα θα ήταν πιο εύκολα αν έβλεπε τι συσκευή κρατά αυτός ο άνδρας. Οι κανόνες για εμπλοκή, επέτρεπαν παρέμβαση σε οποιαδήποτε υποψία κατοχής συσκευής που μπορούσε να ενεργοποιήσει εκρηκτικό μηχανισμό από απόσταση. Δεν είχε όμως, καθαρή εικόνα. Αποφάσισε να μην πυροβολήσει. Λίγα λεπτά μετά, η βόμβα εξερράγη και ένας αξιωματικός του ναυτικού -ένας φίλος του- τραυματίστηκε σοβαρά. Επιβίωσε, αλλά “έχασε” το αριστερό πόδι.
Την Τετάρτη 7 Μαρτίου, ο Bales πήρε μαζί με άλλους 12 στρατιώτες να ερευνήσουν την περιοχή της έκρηξης και να περισυλλέξουν ό,τι είχε απομείνει. Δεν είχαν κάλυψη. Ήταν έρμαια στις διαθέσεις των εχθρών, οπότε δούλευαν στη μέγιστη ταχύτητα. Στο επίκεντρο της έκρηξης ήταν ένα τεράστιο, “νεκρό”, δέντρο. Απεφάνθη πως το είχαν χρησιμοποιήσει οι αντάρτες, για να μαρκάρουν την περιοχή στην οποία ήταν κοντά Αμερικανοί. Αποφάσισε πως έπρεπε να κοπεί. Δεν ήταν εύκολο, αλλά δεν εγκατέλειπε. Έμεινε για ώρες στο ίδιο σημείο. Τόσες που οι Taliban επιδόθηκαν σε μια… ελαφράς έντασης επίθεση. Εκείνος φοβήθηκε πως θα ακολουθήσουν χειρότερα. Δεν έφυγε πριν ξεριζωθεί το δέντρο, το οποίο μεταφέρθηκε στη βάση. Κάθε φορά που το έβλεπε ο Bales θυμόταν την αποτυχία του να αποτρέψει ένα συμβάν, να σώσει το φίλο του. Οι άλλοι ήθελαν να κάνουν το δέντρο καυσόξυλα. Εκείνος ήθελε να το καταστρέψει, να το εξαφανίσει. Και μόνο που το έβλεπε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει.

Το πρωί του Σαββάτου, στις 10 Μαρτίου, έπειτα από 3 άγρυπνες νύχτες, πήρε ένα τσεκούρι και έπειτα από 8 ώρες είχε εξαφανίσει κάθε ίχνος. “Αυτό το δέντρο είχε πληγώσει φίλους μου. Είχε χρησιμοποιηθεί από εχθρούς. Έπρεπε να το εξαφανίσω, καταλαβαίνεις;” εξηγεί στο GQ, στην πρώτη του συνέντευξη μετά όσα ακολούθησαν. Αυτό που δεν είπε, ήταν ότι στις 8/3, σε επικοινωνία που είχε με τη σύζυγο του (ήταν παντρεμένος και είχε δυο παιδιά) τον ενημέρωσε πως πρέπει να πουλήσει το σπίτι, γιατί τα χρέη είχαν ξεπεράσει τα 200.000 δολάρια.

Η απασφάλιση της τρέλας του

Μολονότι είχε τελειώσει με το δέντρο, δεν ένιωσε πως είχε τελειώσει… και με το θέμα του. Την οργή που ένιωθε. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σηκώθηκε από το κρεβάτι του και ντύθηκε. Έβαλε τη στολή παραλλαγής, γυαλιά νυχτερινής οράσεως, πήρε ένα πιστόλι, ένα τουφέκι του και κατευθύνθηκε προς την αριστερή πύλη. “Είχαμε Αφγανούς στρατιώτες στην πύλη, που είχαν κοιμηθεί” κοιμάται. Έστριψε προς τα βόρεια, προς το Alikozai. Την περιοχή που οι ειδικές δυνάμεις του ναυτικού είχαν δει τους αντάρτες να μπαίνουν στα σπίτια ηλικιωμένων χωρικών. Περπάτησε για 20 λεπτά, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Έκανε έφοδο σε σπίτι και βρήκε μπροστά του δυο γυναίκες και δυο μικρά παιδιά, που μόλις τον αντίκρισαν άρχισαν να ουρλιάζουν. Άρχισε να ψάχνει τα δωμάτια. Σε ένα εντόπισε έναν άνδρα, τον πλησίασε και τον σκότωσε. Ακολουθώντας τις φωνές, τράβηξε προς ένα άλλο σπίτι. Στο διάβα του του επιτέθηκε ένα σκυλί, το δολοφόνησε κι αυτό. Όπως είπε “ο μόνος λόγος να ‘χεις σκυλί, όταν πεινάς και είσαι φτωχός, είναι… γιατί είσαι Taliban. Δεν είσαι στην Αμερική όπου ο σκύλος είναι κατοικίδιο. Είσαι σε ένα μέρος που ο σκύλος υπάρχει για να σε προειδοποιεί ότι κάποιος έρχεται”. Προχωράμε…

Άρχισε να ανακρίνει έναν άνδρα μέσης ηλικίας, μπροστά στην οικογένεια του. Τα μικρά παιδιά του άρχισαν να κλαίνε υστερικά. “Ένα ήλθε προς το μέρος μου, ουρλιάζοντας, από το μέρος που είχε έλθει το σκυλί. Το σκότωσα. Ήταν μια ενστικτώδης κίνηση. Για να πω την αλήθεια, με μίσησα. Κάθε μέρα σκέφτομαι αυτό το δευτερόλεπτο”. Εκείνη την ημέρα ωστόσο, δολοφόνησε όλη την οικογένεια. “Ήμουν λες και λειτουργούσα στον αυτόματο πιλότο”. Αφαίρεσε 4 ζωές και τραυμάτισε 6 ανθρώπους. “Ήμουν τόσο εκνευρισμένος που αυτοί οι τύποι έθεταν τις οικογένειες τους σε κίνδυνο”… εξήγησε, “αλλιώς δεν θα έβαζαν Taliban στο σπίτι τους. Ξέρω, είναι δύσκολο να καταλάβετε πώς ένιωθα”. Παρεμπιπτόντως, δεν βρήκε έστω έναν Taliban, αλλά μικρή σημασία είχε.

Μετά το αιματοκύλισμα, γύρισε την πλάτη του και έφυγε. Επέστρεψε στη βάση. Ήταν 1.40 το πρωί. Ένιωθε όμως, το αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Πήρε εφόδια και κατευθύνθηκε πάλι προς την πύλη. Ο φρουρός αυτήν τη φορά, τον είδε. Ο Bales τον ρώτησε “πώς είσαι; Όλα καλά;”. Εκείνος έστρεψε το όπλο προς το μέρος του Αμερικανού και του είπε να σταματήσει -αδυνατώντας να καταλάβει πώς αυτός ο τύπος ήταν έξω. Τον αγνόησε, πέρασε την είσοδο και πήγε κατ’ ευθείαν στο δωμάτιο του λοχία McLaughlin, ένας εκ των δύο με τους οποίους έπινε όλο το απόγευμα. “Yo man, μόλις σκότωσα κάποιους άνδρες, σε ηλικία στρατού, στο Alikozai και τώρα θα πάω στο Naja Bien να τελειώσω τη δουλειά. Να προσέχεις τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου”. Ο McLaughlin δεν κατάλαβε μέσα στον ύπνο του τι του έλεγε ο τύπος. Του ζητούσε επίμονα να υποσχεθεί πως θα φροντίσει την οικογένεια του και πες, πες, ψέλισε ένα “εντάξει”, για να μπορέσει να ξανακοιμηθεί. Ο Bales πήγε για ανεφοδιασμό και κίνησε για την αποστολή του.

Στην έξοδο, ο φρουρός πάλι ζήτησε τα στοιχεία του, ο Bales πάλι δεν έδωσε σημασία και προχώρησε προς τα νότια. Δεν τον σταμάτησε κανείς. Πήγε στο χωριό Naja Bien, όπου είχε βρεθεί το δορυφορικό τηλέφωνο. Μπήκε σε ένα σπίτι, τράβηξε έναν άνδρα από τα πόδια, έξω στην αυλή, λέγοντας του συνέχεια “Talib, Talib”. Εκείνος απαντούσε “No Talib”, αλλά και πάλι μικρή σημασία είχε. Τον σκότωσε και μετά προχώρησε προς τη γυναίκα του νεκρού άνδρα, που παρακολουθούσε από απόσταση λίγων μέτρων. Ήταν μαζί με τα έξι παιδιά της. Αυτόπτες μάρτυρες έχουν πει πως έπιασε το λίγων μηνών βρέφος του ζευγαριού, του έβαλε την κάννη στο στόμα και φώναζε “πού είναι οι Taliban;”. Δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Άλλαξε πορεία προς άλλο σπίτι, όπου είχε βρεθεί η 75κιλη βόμβα. Ο ιδιοκτήτης δεν ήταν εκεί. Ήταν τα έντεκα μέλη της οικογενείας του. Πετάχτηκε ξανά ένα σκυλί, είχε την ίδια τύχη με το προηγούμενο και όπως πυροβολούσε στον αέρα, δέχθηκε ένα χτύπημα από ένα μικρό παιδί. Το τράβηξε από τα μαλλιά, έως το κέντρο του δωματίου, όπως κλωτσούσε όποιον έβρισκε μπροστά του και μετά χτύπησε το κεφάλι του αγοριού στον τοίχο, τόσο δυνατά που έμειναν τρίχες και δέρμα. Μετά άνοιξε πυρ και δολοφόνησε δέκα ανθρώπους, πριν γυρίσει τους ρίξει την κηροζίνη της σόμπας και τους βάλει φωτιά. Ξαφνικά, είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Δεν είχε άλλες σφαίρες. Τη χτύπησε με το όπλο στο κεφάλι, μετά με τα πόδια του έως ότου σταμάτησε να αναπνέει.

Συνολικά, σκότωσε 16 αθώους. Οι τέσσερις ήταν άνδρες, άλλες τόσες γυναίκες και οκτώ παιδιά. Η θηριωδία του έγινε γνωστή ως “η σφαγή της Kandahar” και ήταν η χειρότερη, μετά εκείνης στην οποία προέβη η διμοιρία που τελούσε υπό τις εντολές του Υπολοχαγού William Calley, στο My Lai του Βιετνάμ, τον Μάρτιο του 1968. Ο αριθμός των νεκρών, που ήταν κυρίως ηλικιωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά -όλοι άοπλοι-, δεν έγινε ποτέ γνωστός. Οι αρχές εκτιμούν ότι ήταν μεταξύ 347 και 504. Ο Υπολοχαγός αρχικά καταδικάστηκε σε ισόβια ποινή φυλάκισης που αργότερα μετετράπη σε περιορισμό κατ’ οίκον. Για την ιστορία, απολογήθηκε 40 χρόνια αργότερα, σε ομιλία του (!) στη Georgia.

Στο Alikozai επικρατούσε χάος. Οι διασωθέντες φόρτωναν όπως όπως τους τραυματίες στα αυτοκίνητα τους, για να τους μεταφέρουν στο μεγαλύτερο αμερικανικό νοσοκομείο, στο Kandahar Airfiled. Η άρνηση των γυναικών να εξεταστούν από άνδρα, καθυστέρησε ελαφρώς τις διαδικασίες, ευτυχώς χωρίς αρνητικές συνέπειες, αφού τελικά σώθηκαν και οι εννέα τραυματίες -ακόμα και αν χρειάστηκαν πολλές επεμβάσεις και μεγάλη περίοδος αποκατάστασης Οι στρατιώτες στη βάση, είδαν τις φωτιές, ο φρουρός τους ενημέρωσε πως έλειπε ένας δικός τους και εκείνοι έστειλαν σήμα εντοπισμού του Bales. Παράλληλα, δημιουργήθηκε μια ομάδα διάσωσης, ενώ τέθηκε σε λειτουργία μια συσκευή τελευταίας τεχνολογίας, με θερμική κάμερα για να βρει τον υπεύθυνο του κακού. Εντοπίστηκε στις 4.47 το πρωί, όπως προσέγγιζε την πύλη “με το ύφος αυτού που έχει ολοκληρώσει μια αποστολή”. Οι άνδρες με τους οποίους είχε μοιραστεί κάποια μπουκάλια ουίσκι, νωρίτερα, ήταν εκείνοι που έστρεψαν προς το μέρος του τα όπλα τους. “Με κοροϊδεύετε;” τους ρώτησε, πριν κατηγορήσει τον McLaughlin για καταδότη. Του πήραν τον εξοπλισμό, του έβγαλαν τα ρούχα που ήταν γεμάτα αίμα και τον παρέδωσαν στους “πρασινοσκούφηδες”.

Για τις επόμενες οκτώ ώρες, αμφιταλαντευόταν μεταξύ της ομολογίας όσων είχε κάνει και της παρακώλυσης της έρευνας. Στην ερώτηση “πού ήσουν;” απάντησε πως “δεν μπορώ να σας πω, γιατί μετά θα μπορείτε να καταθέσετε εναντίον μου”. Όταν ο γιατρός ζήτησε να μάθει αν το αίμα στα ρούχα του ήταν δικό του, είπε “όχι”, αλλά δεν είπε ποτέ ποιου ήταν. Ζήτησε από τους φύλακες να του δώσουν το laptop του. Μόλις το έπιασε στα χέρια του, έσπασε την οθόνη, το πέταξε στο πάτωμα και άρχισε να χοροπηδά πάνω του. Εν αναμονή των ερευνητών του στρατού, μονολογούσε “πίστευα ότι έκανα το σωστό”, “συγγνώμη που σας απογοήτευσα”, “όπως τους μέτρησα, πιστεύω ότι σκότωσα 20”, “θα με ευχαριστείτε αργότερα” και “δεν πρέπει να ανησυχείτε για παράπλευρες απώλειες”. Όλη αυτήν την ώρα, έξω από τη βάση άρχισαν να συρρέουν εκατοντάδες Αφγανοί από τα γύρω χωριά. Κάποιοι μετέφεραν και τα νεκρά κορμιά των θυμάτων του και δεν υπήρξε ένας που δεν λύγισε στη θέα των καμμένων άψυχων σωμάτων.

Όταν άρχισαν να τον πιέζουν, είπε τη φράση “θέλω δικηγόρο” και από εκείνη τη στιγμή δεν ξανάνοιξε το στόμα του. Η έξοδος του από τη χώρα επετεύχθη, έπειτα από μεγαλόπνοο σχέδιο των Αμερικανών που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν πλήθος στρατιωτών, προκειμένου να γλιτώσει ο Bales το λιντσάρισμα -ή τη δολοφονία- από τους Αφγανούς. Ο πρόεδρος της χώρας, Hamid Karzai είχε εκφράσει τη δυσαρέσκεια του και είχε από τους πολίτες να κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε να πληρώσει για τα εγκλήματα του, με απαγχονισμό στην Kandahar. Αρχικά, τον πήγαν στην στρατιωτική βάση του Kuwait, κάτι που δεν βρήκε σύμφωνη την κυβέρνηση της χώρας και απαίτησε να φύγει αμέσως. Στις 16/3 πέταξε για το Fort Leavenworth του Kansas και τέθηκε υπό κράτηση σε ειδικό κελί, από το οποίο έφευγε μόνο όταν έπρεπε να τακτοποιήσει βασικές ανάγκες. Τον Οκτώβριο του 2012 μεταφέρθηκε σε βάση της Tacoma και στις 23 του ίδιου μήνα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ του χρέωσε 17 κατηγορίες, για δολοφονία, 6 για απόπειρα δολοφονίας και άλλες τόσες για επίθεση. Την 1η Ιουνίου, αποσύρθηκε η μια από τις κατηγορίες δολοφονίας -γιατί είχε μετρηθεί δυο φορές ένα θύμα, πράγμα που καταδεικνύει τον πανικό των αρχών. Στο κατηγορητήριο υπήρχε η κατάχρηση στεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ και η απόπειρα να καταστρέψει στοιχεία. Στη δίκη που έγινε στην Washington, παρέστησαν οι 9 επιζήσαντες για να καταθέσουν εναντίον του. Εκείνος ζήτησε να μεταφραστεί η συγγνώμη του. Όλοι επέλεξαν να μείνουν εκτός αιθούσης, όταν ήταν αυτός στο εδώλιο.

Οι επιζήσαντες έλαβαν συνολικά 980.000 δολάρια, ως αποζημίωση. 50.000 δολάρια, για κάθε νεκρό και 10.000 για κάθε τραυματία.

Τι είχε όμως, να πει για την έκρηξη της παράνοιας του; “Ήταν δείγμα δειλίας όσα έκανα. Ήμουν γεμάτος φόβο και μαλ… και άπειρο νταηλίκι. Ήταν μια περίοδος που ένιωθα διαρκώς οργισμένος, έπινα πάρα πολύ και έκρυβα τα προβλήματα μου”. Οι δικοί του άνθρωποι στάθηκαν στο πλευρό του και είπαν τα καλύτερα (!), τα οποία διεγράφησαν από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων. Ο Haji Mohammad Wazir ενημέρωσε πως έχασε 11 μέλη της οικογενείας του, συμπεριλαμβανομένων των έξι από τα 7 παιδιά του, της συζύγου του και της μητέρας του. Εκείνος είχε τύχει το εν λόγω βράδυ, να είναι με τον μικρότερο γιο του σε ένα άλλο χωριό, για δουλειά. “Σας ρωτάω: αν κάποιος μπει στο σπίτι σας, το χάραμα και σκοτώσει έντεκα μέλη της οικογένειας σας, πριν αποπειραθεί να τα κάψει, ποια ποινή θα πιστεύατε πως του αξίζει;” ρώτησε τον δικαστή. Το δικαστήριο του επιδίκασε 550.000 δολάρια, τα οποία πλήρωσε το κράτος. Όλοι οι επιζήσαντες έλαβαν συνολικά 980.000 δολάρια. Ένα κορίτσι, 10 χρόνων, θυμήθηκε πως τα τελευταία λόγια του πατέρα της, πριν δολοφονηθεί ήταν “δείξε έλεος”. Μια γυναίκα περιέγραψε πώς μάζεψε ό,τι είχε απομείνει από το μυαλό του άνδρα της, σε ένα χαρτομάντιλο, ενώ ένα άλλο κορίτσι, 8 χρόνων, είπε πως “πυροβολούσε αδιακρίτως. Σκότωσε πρώτα το σκύλο του πατέρα μου, μετά χτύπησε τον μπαμπά μου στο πόδι, έπειτα τράβηξε από τα μαλλιά τη μητέρα μου, η οποία ούρλιαζε. Ο πατέρας μου του είπε να την αφήσει ήσυχη, εκείνος γύρισε και τον πυροβόλησε στο κεφάλι”. Ένα άλλο παιδί, θυμήθηκε την εντολή που έδωσε να συγκεντρωθούν όλα τα νεκρά κορμιά στο ίδιο δωμάτιο, πριν τους βάλει φωτιά.

Φταίει μόνο εκείνος; Φταίνε και άλλοι;

Εξυπακούεται πως ο συνήγορος του, John Henry Browne χρησιμοποίησε το PTSD ως τον κύριο λόγο που οδηγήθηκε εκεί που οδηγήθηκε ο πελάτης του, πριν προσθέσει ότι “μπορούμε να τον κατηγορήσουμε για όσα συνέβησαν και θα έπρεπε να το κάνουμε. Αλλά δεν θα έπρεπε να επιρρίψουμε ένα μερίδιο ευθύνης και στην κυβέρνηση, αλλά και στους εαυτούς μας που επιτρέψαμε να συμβούν όλα αυτά;Η κυβέρνηση θέλει να ρίξει όλο το φταίξιμο σε αυτόν τον άνθρωπο και όχι στον πόλεμο, αλλά δεδομένα τελούσε υπό τεράστια πίεση που είχε προκληθεί από τις τέσσερις θητείες του και σαφέστατα δεν ήταν καλά όταν έκανε τα εγκλήματα”. Κατόπιν πρόσθεσε πως “το ζήτημα είναι πολιτικό και όχι νομικό” και αναγνωρίζοντας ότι το να εκθέσει το στρατιωτικό σύστημα θα οδηγούσε την υπόθεση του σε σίγουρη ήττα. Για αυτό πρότεινε μια συμφωνία: να φύγει από τη μέση η θανατική ποινή, ώστε να δηλώσει ο Bales ένοχος και να γλιτώσει από την κυβέρνηση μια δίκη που θα αποδεικνυόταν ευαίσθητη ή ακόμα και επιζήμια για τον Στρατό. Δυο μήνες αργότερα, θα έμπαιναν οι υπογραφές στα σχετικά έγγραφα.

Οι Αφγανοί έγιναν έξαλλοι και απαιτούσαν να οδηγηθεί στο θάνατο, με τον Αντισυνταγματάρχη Jay Morse να καταλήγει στο ότι “καθάρισε γενιές και κατέστρεψε για πάντα ζωές ανθρώπων. Στο εξής θα πρέπει να έχει μόνο έναν επίσημο τίτλο, έως την ημέρα που θα πεθάνει: έγκλειστος”. Το μόνο για το οποίο αποφάσισαν οι ένορκοι, ήταν για να του αφαιρεθεί κάθε δικαίωμα αναστολής. Δύο χρόνια αργότερα, λέει πως έχει βρει το Θεό (φευ), ότι δουλεύει για να πάρει το πτυχίο που είχε εγκαταλείψει και πως δουλεύει στο κομμωτήριο της φυλακής. Μιλά με τη σύζυγο του κάθε μέρα, εκείνη τον επισκέπτεται με τα παιδιά, όποτε έχει τη δυνατότητα. Πώς μπορεί και είναι ακόμα κοντά του; “Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα έκανε όλα αυτά. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος” είχε πει σε συνέντευξη του 2012, “λατρεύει τα παιδιά του, είναι ο ίδιος ένα μεγάλο παιδί. Δεν πιστεύω τίποτα”. Ήταν σε ένα μανάβικο, όταν της τηλεφώνησαν οι γονείς της και την ενημέρωσαν για όσα έδειχναν οι ειδήσεις. “Ό,τι και αν μου δείξουν, ό,τι και αν μου πουν δεν θα πιστέψω ότι ο άνδρας μου τα έκανε όλα αυτά”. Εξήγησε πως λυπάται για όλα και ζήτησε να διαβιβάσουν τα συλλυπητήρια της “όλη την κοινότητα της Panjawai” και συνέχισε τη ζωή της από εκεί.

Ο μόνος λόγος που όπως λέει ο Bales, δέχθηκε να δώσει συνέντευξη στο GQ ήταν “για να ζητήσω συγγνώμη από τους δικούς μου ανθρώπους, όλους τους στρατιώτες που έβλαψα με τη συμπεριφορά μου. Τους εύχομαι τα καλύτερα και να καταλάβουν μια μέρα πόσο λυπάμαι για όλα. Είναι η οικογένεια μου και τους αγαπώ. Ξέρω πως δεν μπορώ να διορθώσω το κακό που προκάλεσα. Αλλιώς θα το έκανα σε μηδενικό χρόνο. Η διαφορά μεταξύ ενός στρατιώτη και ενός φονιά, είναι η ανάγκη για εξουσία. Δεν την είχα”. Μετά διευκρίνισε ότι “αυτό που έκανα εγώ, ουδεμία σχέση έχει με την είσοδο κάποιου με όπλο σε κινηματογραφική αίθουσα, όπου σκοτώνει όποιον βρει μπροστά του. Ούτε μπήκα σε σχολείο για να σκοτώσω παιδιά” και κατέληξε στο “ξυπνώ κάθε μέρα και σκέφτομαι μόνο τραγική περίπτωση ανθρώπου είμαι. Κανείς δεν θέλει να το πιστεύει αυτό για τον εαυτό του. Ψάχνεις διέξοδο. Λες “δεν ήταν και τόσο άσχημο”. Δεν θες να πιστέψεις ότι ήταν αληθινό. Στο τέλος της ημέρας, ξέρεις πολύ καλά τι έκανες. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θέλει να σκοτώνει”.

Πηγή