10 Απριλίου 1896. Το Παναθηναϊκό στάδιο ήταν κατάμεστο. Οι θεατές υπολογίζεται ότι έφταναν τις 70 χιλιάδες. Ήταν η μέρα του Μαραθωνίου. Στις δύο το μεσημέρι, δόθηκε το σύνθημα και οι…
δρομείς άρχισαν να τρέχουν.

Όταν έφτασε στο Πικέρμι, ο Σπύρος Λούης σταμάτησε σε ένα καφενείο και ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι κρασί, ενώ δήλωσε πως θα προσπερνούσε όλους τους αθλητές που προηγούνταν. Στο 23ο χιλιόμετρο, εγκατέλειψε τον αγώνα ο Αμερικάνος Άρθουρ Μπλέικ και τον προσπέρασε ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Στο 32ο χιλιόμετρο, έφυγε ο Γάλλος Αλμπίν Λερμεζιό και στο επόμενο χιλιόμετρο, ο Λούης προσπέρασε τον Αυστραλό Έντουιν Φλακ. Ακολουθούσαν ο Ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ και οι Έλληνες, Βασιλάκος και Μπελόκας. Στο στάδιο επικρατούσε αναβρασμός. Είχαν κυκλοφορήσει νέα που ήθελαν να τερματίζει πρώτος ο Αυστραλός και η απογοήτευση των θεατών ήταν εμφανής. Ξαφνικά, ένας ιππέας που ακολουθούσε τους δρομείς μπήκε στο στάδιο και ανακοίνωσε ότι προηγούνταν ο Λούης. Όταν στην είσοδο ξεπρόβαλε ιδρωμένος και καταπονημένος ο Σπύρος Λούης, ξέσπασαν ζητωκραυγές. 
Ο Βασιλιάς, οι οι γιοι του και όλοι οι αξιωματικοί έσπευσαν να τον συγχαρούν. Οχτώ λεπτά και 13 δευτερόλεπτα αργότερα, στο στάδιο έφτασε ο δεύτερος Ολυμπιονίκης, Χαρίλαος Βασιλάκος. Τον ακολούθησε ο Μπελόκας και τέταρτος, ο Ούγγρος Κέλνερ. Οι πανηγυρισμοί του πλήθους συνεχίζονταν, ενώ η ορχήστρα έπαιζε τον εθνικό ύμνο. Ο δεύτερος Ολυμπιονίκης Χαρίλαος Βασιλάκος Ο Χαρίλαος Βασιλάκος γεννήθηκε το 1877 και καταγόταν από τον Λυγερέα της Μάνης, ένα ορεινό χωριό κοντά στο Γύθειο. Το 1896 σπούδαζε στην Αθήνα, ενώ παράλληλα προπονούνταν στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. Κάθε μέρα περπατούσε από το Φάληρο μέχρι την Αθήνα και ασκούνταν μέχρι τις 9 το βράδυ. Συμμετείχε στους Πανελλήνιους Αγώνες, οι οποίοι θα αναδείκνυαν τους αθλητές που θα επάνδρωναν την ελληνική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στις 10 Μαρτίου, έτρεξε στον πρώτο σύγχρονο Μαραθώνιο δρόμο και τερμάτισε πρώτος, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Λίγες μέρες αργότερα, διεξήχθη κι άλλος αγώνας, προκριματικός, χωρίς τον Βασιλάκο. 
Θα περνούσαν στην επόμενη φάση, μόνο οι δρομείς που μπορούσαν να νικήσουν τον χρόνο του, δηλαδή να διανύσουν την απόσταση σε λιγότερο από 3 ώρες και 18 λεπτά. Τα κατάφεραν μόνο τέσσερις. Ο πέμπτος ήταν ο Σπύρος Λούης, που έκανε χειρότερο χρόνο από το Βασιλάκο, κατά 27 δευτερόλεπτα. Κανονικά θα είχε αποκλειστεί από τους αγώνες, αλλά τον πέρασε ο συνταγματάρχης και διοργανωτής των προκριματικών, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, που τον γνώριζε από τον στρατό και πίστευε στις ικανότητές του. Μετά τους Ολυμπιακούς, ο Βασιλάκος αποφοίτησε από τη Νομική και εργάστηκε σε τελωνείο. Συνέχισε να αγωνίζεται και τερμάτισε πρώτος στο βάδην 1000 μ. το 1900, 1901, το 1903 και το 1906. Ήρθε τρίτος στο βάδην στους Πανελλήνιους του 1906. 
Φημιζόταν για το κομψότατο ντύσιμό του και τους ευγενικούς τρόπους του. Κάθε πρωί ξυριζόταν στο κουρείο της Ομόνοιας, «Αι Καλάμαι» και στο δρόμο, έπαιρνε ένα λουλούδι απ’ τα ανθοπωλεία, για να το βάλει στο πέτο του. Ήταν ψιλός, γοητευτικός, με ιδιαίτερη λεπτή φωνή. Το 1927, έχτισε ένα θέατρο που ονόμασε «Ολύμπιον», το οποίο μετέτρεψε σε κινηματογράφο το 1959, με τη βοήθεια του γιου του, Κώστα. Πέθανε την 1η Δεκεμβρίου 1964, σε ηλικία 87 ετών. Οι φήμες για την «κλεψιά» Δεν έλειψαν τα «παρατράγουδα» από τον Μαραθώνιο του 1896. Ο Ούγγρος δρομέας Γκιούλα Κέλνερ κατήγγειλε πως ο Μπελόκας έκλεψε, καθώς διήνυσε μέρος της διαδρομής με κάρο και ότι μπροστά του όταν έτρεχε, είχε μόνο τον Λούη και τον Βασιλάκο. Ο Μπελόκας ομολόγησε και αποκλείστηκε, ενώ ο Κέλνερ πέρασε στην ιστορία ως ο τρίτος ολυμπιονίκης. Αλλά ο Μπελόκας δεν ήταν ο μοναδικός που κατηγορήθηκε ότι έκλεψε στον αγώνα. Ο Βασιλάκος στην πρώτη θέση των Πανελλήνιων Αγώνων. 31ος ο Λούης. 
Προσωπικό κειμήλιο του Βασιλάκου που παραχώρησαν τα εγγόνια του στο Μουσείο Μαραθωνίου Δρόμου. Στο βιβλίο «Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούη», ο συγγραφέας Ντόναλντ-Γεωργίου Μακφαίηλ παρουσιάζει στοιχεία που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνύουν ότι ο Βασιλάκος ήταν ο πραγματικός νικητής του Μαραθωνίου. Ο Μακφαίηλ ισχυρίζεται ότι ο Σπύρος Λούης τερμάτισε πρώτος, επειδή έκοψε δρόμο μέσα από χωράφια και μπήκε μπροστά απ’ τον Βασιλάκο, χωρίς να τον προσπεράσει κανονικά. Ένας από τους ισχυρισμούς του συγγραφέα είναι ο χρόνος των δύο αθλητών. Ο Βασιλάκος ήταν συνεπής αθλητής, είχε τερματίσει πρώτος στους Πανελλήνιους Αγώνες και ήταν το ξεκάθαρο φαβορί. Ο Λούης αντιθέτως, που με δυσκολία κατάφερε να προκριθεί στους Ολυμπιακούς, την ημέρα των αγώνων βελτίωσε τον χρόνο του κατά 20 λεπτά και αυτό για τον συγγραφέα ήταν αδύνατον. Η επίσημη δήλωση του Βασιλάκου σχετικά με τους αγώνες ήταν ότι «όλα κύλησαν ομαλά», αλλά ο Μακφαίηλ συμπεριέλαβε στο βιβλίο του διηγήσεις του αθλητή, τις οποίες είχε εκμυστηρευτεί στον γιο του και τους κοντινότερους συγγενείς του: Χαρίλαος Βασιλάκος: «Όταν έφτασα στο Χαρβάτι, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας παπάς, τάχα ερχόμενος από την Αθήνα και φώναξε ότι άδικα συνεχίζουμε τον αγώνα γιατί ήδη οι ξένοι τερμάτισαν στο Στάδιο. Οι αφελείς χωρικοί χωρίς να καταλαβαίνουν το βρώμικο ψέμα που είπε ο παπάς, μπήκανε στο δρόμο και με εμπόδιζαν να τρέξω. Αναγκάστηκα να περάσω κάτω από τη κοιλιά ενός αλόγου για να ξεφύγω από το πλήθος. Για έναν αθλητή του Μαραθωνίου δρόμου, οποιαδήποτε στάση κατά τη διαδρομή του αγωνίσματος είναι ολέθρια. Εμείς οι Μαραθωνοδρόμοι είμαστε σαν το πολυγινομένο σύκο. Λίγο να το κουνήσεις πέφτει καταγής». 
Χαρίλαος Βασιλάκος: «Όταν μπήκα στα αποδυτήρια, πήγα αμέσως και βρήκα τον Λούη. Του είπα ότι αυτό που έκανε ήταν άτιμο. Επειδή όμως δε θέλω να αμαυρώσω την ημέρα ούτε να χαλάσω τους πανηγυρισμούς που γίνονται έξω, δε θα κάνω ένσταση. Εσένα ας σε κρίνει ο Θεός». Φωτογραφία από τον Μαραθώνιο του 1896. Ο Βασιλάκος στη μέση Η θεωρία του Μακφαίηλ καταλήγει, ότι ο Συνταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος συνεργάστηκε με το παλάτι, έτσι ώστε να τερματίσει πρώτος ο Λούης. «Έλλην, Έλλην» Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η θεωρία του Μακφαίηλ, καθώς όλα τα στοιχεία του βασίζονται σε εικασίες και υποθέσεις εργασίας. Άλλωστε και ο Βασιλάκος βελτίωσε το χρόνο του κατά περίπου 12 λεπτά. 
Οι συνθήκες των Ολυμπιακών ήταν διαφορετικές από τα δοκιμαστικά. Ωστόσο, αν ο Μακφαίηλ, ρωτούσε για όλα αυτά τους θεατές που παρακολούθησαν τον πρώτο Ολυμπιακό Μαραθώνιο, μάλλον θα αδιαφορούσαν. Για αυτούς δεν είχε σημασία το όνομα του πρώτου Ολυμπιονίκη, αλλά η εθνικότητά του. Βροντοφώναζαν «Έλλην, Έλλην» και πανηγύριζαν γιατί ένας συμπατριώτης τους κέρδισε τον πρώτο Ολυμπιακό μαραθώνιο σε χρόνο, 2:58:50 Το σημερινό ρεκόρ του Μαραθωνίου είναι 2:02:57.