Γράφει η Μαριέττα Μαλτά, Ψυχολόγος, M.Sc., Ψυχοθεραπεύτρια, Ειδ. Συστημική- Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και Θεραπεία Οικογένειας

Τα ποσοστά της αναφερόμενης βίας στα ζευγάρια είναι σημαντικά, παρότι δεν αφορούν αποκλειστικά βία που στρέφεται στις γυναίκες και δεν αφορά μόνο τη σωματική αλλά και την… ψυχολογική κακομεταχείριση με άλλα μέσα, λεκτικά και μη. Το θέμα της βίας όμως πέρα από ένα “κατά” οφείλει να έχει και ένα “υπέρ”, μία απάντηση στο ερώτημα “κατά της βίας και υπέρ ποιού;” προκειμένου να αποκτήσει μία προοπτική.

Η βία αποτελεί την πλέον ακραία έκφραση συναισθημάτων όπως ο θυμός, ο φόβος, η επιθετικότητα, η αγανάκτηση, η απόγνωση. Μία έκφραση που δεν βρίσκει διέξοδο μέσω του λόγου, αλλά παραμένει μπλοκαρισμένη σε τραύματα, βιώματα και αναλόγως βίαια εσωτερικευμένα μοτίβα αντίδρασης του περιβάλλοντος. Η βία στηρίζεται στην αίσθηση αδυναμίας, μιας αδυναμίας να επικοινωνήσω την ανάγκη μου, την επιθυμία μου, αυτό που με τρομάζει, αυτό που με εξοργίζει. Μια αδυναμία να θέσω τα όριά μου, μία αίσθηση ότι δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος, δεν δικαιούμαι, δεν έχω μάθει πως μου αξίζει. Οπότε η μόνη αντίδραση που μπορεί να σταθεί είναι η ακραία.

Η βία αφορά και τις δύο πλευρές: αδυναμία έκφρασης υπάρχει και σε αυτόν που δεν παράγει άλλο τρόπο επικοινωνίας και σε εκείνον που δεν οριοθετείται, αλλά ανέχεται σιωπηλά. Το πρόβλημα της έκφρασης αφορά και τις δύο πλευρές, είτε πρόκειται για ζευγάρι είτε πρόκειται για βία στον εργασιακό χώρο, στο κοινωνικό περιβάλλον .

Η βία σαν έκφραση είναι σκληρή, είναι υποτιμητική, παράγει συχνά και αναπαράγει πληγές, διότι δεν υπάρχει ενδιάμεσος χώρος συνάντησης. Υπάρχει απόσταση και άρα η “επικοινωνία” θα πρέπει να γίνει με ουρλιαχτά, η κατανόηση με πρόκληση πόνου. Η βία δημιουργείται από την απόσταση, και την τροφοδοτεί πάλι πίσω.

Υπάρχει δυνατότητα αλλαγής;

Η αλλαγή προϋποθέτει πλησίασμα: αρχικά του εαυτού μας και ίσως αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι, καθώς εγείρει μνήμες, συχνά οδυνηρές. Το να μην είμαι βίαιος, σημαίνει αρχικά να αντιμετωπίσω με τρυφερότητα τον εαυτό μου, τις αδυναμίες μου, τις ανεπάρκειές μου, τη βία που και εγώ έχω δεχτεί, αλλά και την επιθυμία μου να συνδεθώ με εκείνη την άλλη πλευρά προς την οποία εκθέτω την ανημπόρια μου. Το να είμαι κατά της βίας, δεν σημαίνει απλώς να διαδηλώνω υποφέροντας, σημαίνει να είμαι υπέρ της καλής κοντινότητας, δηλαδή του μοιράσματος που θέτει όρια άνεσης μέσα στη σχέση και καταργεί την ανοχή καταστάσεων που σηματοδοτούν αδιέξοδα.

Η αλλαγή είναι εφικτή, σημαίνει άνοιγμα στην επικοινωνία, σημαίνει οριοθέτηση, ίσως και αποδοχή της μη δυνατότητας αλλαγής σε κάποιες περιπτώσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση σημαίνει πάλη ενάντια στο κλείσιμο του εαυτού που τροφοδοτεί θυμούς αναίτια και υπεράσπιση της σχέσης, επομένως και των προσωπικών μου αναγκών και επιθυμιών. Σημαίνει να μιλώ αλλά και να αφουγκράζομαι.

Συνεπώς κεντρικό ρόλο διαδραματίζει ο λόγος.

Ο λόγος ελευθερώνει, δίνει νόημα, καθιστά το δύσκολο ανθρώπινο, το τραυματικό αντικείμενο επεξεργασίας. Η εμμονή στον πόνο συμβάλλει στη διατήρηση του φαύλου κύκλου της βίας. Η αποδοχή των ατομικών δυσκολιών και η άσκηση στο λόγο που σέβεται και καλεί σε συνδιαλλαγή είναι η μόνη ελπίδα αλλαγής στάσης. Το “κατά” στρέφεται στην απόσταση που φιμώνει και εγκλωβίζει σε σκηνές τρόμου που επαναλαμβάνονται καταναγκαστικά. Το “υπέρ” αν επιτρέπεται στρώνει μονοπάτι σε αυθεντικές συναντήσεις προσώπων με σημάδια, αλλά και δυνατότητες.

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.