Λίγοι άνθρωποι κι ακόμα λιγότεροι συγγραφείς είχαν, ταυτόχρονα, τόσο ευνοϊκές και, συνάμα, τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής, εργασίας και…
δημιουργίας. Εγγονός του Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, αδελφός τού Τζούλιαν Χάξλεϋ, αναθρεμμένος σ’ ένα κλίμα καθαρά πνευματικό και επιστημονικό, βρέθηκε, συνάμα, μόλις έβγαλε το Πανεπιστήμιο, στο ποιητικό περιβάλλον τής Κάθρην Μάνσφηλντ και των ποιητών τού Μεσοπολέμου. Υπέφερε, όμως, από τα μάτια του και υπέφερε περισσότερο, αλλά πιο μυστικά, πιο κρυφά, πιο ενδόμυχα, από τη σύγκρουση ανάμεσα στον κυνισμό και τον μυστικισμό που τον κατέτρεχαν σ’ όλη τον τη ζωή.

Λίγοι άνθρωποι κι ακόμα λιγότεροι συγγραφείς είχαν, ταυτόχρονα, τόσο ευνοϊκές και, συνάμα, τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής, εργασίας και δημιουργίας. Εγγονός του Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, αδελφός τού Τζούλιαν Χάξλεϋ, αναθρεμμένος σ’ ένα κλίμα καθαρά πνευματικό και επιστημονικό, βρέθηκε, συνάμα, μόλις έβγαλε το Πανεπιστήμιο, στο ποιητικό περιβάλλον τής Κάθρην Μάνσφηλντ και των ποιητών τού Μεσοπολέμου. Υπέφερε, όμως, από τα μάτια του και υπέφερε περισσότερο, αλλά πιο μυστικά, πιο κρυφά, πιο ενδόμυχα, από τη σύγκρουση ανάμεσα στον κυνισμό και τον μυστικισμό που τον κατέτρεχαν σ’ όλη τον τη ζωή.

Γεννήθηκε το 1894 και πέθανε στην Καλιφόρνια το 1963, τη ημέρα που δολοφονήθηκε ο Πρόεδρος Κένεντυ, γι αυτό κι ο θάνατός του δεν πήρε την έκταση εκείνη τής δημοσιότητας που θα περίμενε κανείς ύστερα από μια τόσο ένδοξη φιλολογική διαδρομή. Στα πενήντα χρόνια τής υπεύθυνης, ενήλικης ζωής του, κάλυψε, σχεδόν σαν τον Βολταίρο, όλους τους τομείς τού γραπτού λόγου: μυθιστόρημα, ποίηση, κριτική, αισθητική, κοινωνιολογία.

Είναι ένας νους, πάντα ανήσυχος, σε μια εποχή απογοητευμένη. Όλα τα προβλήματα τής γενιάς τού Μεσοπολέμου είναι γύρω τον, μέσα τον, κοντά τον κι αυτός πότε βγαίνει και κηρύσσει από έναν άμβωνα, και πότε αποσύρεται στη σκήτη τού στοχαστή και μονολογεί.

Ανάμεσα στους δυο αυτούς πόλους υπάρχει και μια τρίτη διάθεση: κλινική, ανατομική. Όσο προχωρούν τα χρόνια τόσο το αίσθημα παραχωρεί τη θέση του στην ψυχρή, συχνά ειρωνική, ενατένιση τού φαινομένου που λέγεται άνθρωπος — με τις αδυναμίες του, τις μικροψυχίες του, τα πάθη του, το χαμηλό επίπεδο του, συνήθως, χυδαίου ερωτισμού.

Μια ομοβροντία από μυθιστορήματα, απ’ την οποία τα κυριότερα είναι το «Κοντραπούντο» (αντίλογος στους «Παραχαράκτες» τού Αντρέ Ζυντ) και τα «Γυμνά Εκείνα Φύλλα», τον τοποθετούν στην κορυφή τής πυραμίδας των μεγάλων μυθιστοριογράφων τού 20ού αιώνα. Αλλά, η επιτυχία και η δόξα επιτείνουν τη μοναστική του διάθεση και, κάποια στιγμή, τον υποχρεώνουν να διασχίσει τον Ατλαντικό και να ζήσει (και να πεθάνει) στο αμερικανικό έδαφος με μια πλαισίωση αποκρυφισμού και Θεοσοφίας.

Έτσι κλείνει ο κύκλος του: με την ενόραση εκείνη και την αναζήτηση τού Όντως Όντος, που διαγράφονται στα πρώτα του ποιήματα. Η ελλιπής όρασή του ίσως να συνέτεινε στο να παρομοιάσει τον Άνθρωπο, γενικά, και τον Εαυτό του, ειδικότερα, σαν τυφλοπόντικα που είναι υποχρεωμένος να προχωρεί, σκάβοντας με το ρύγχος του, στα έγκατα μιας σκοτεινιασμένης γης, γυρεύοντας την αλήθεια.

Όσο προχωρεί, σε βάθος, σαν ποιητής και σαν στοχαστής, ο Χάξλεϋ, σαν μυθιστοριογράφος, αναπλάσσει την αφηγηματική τέχνη με τον τρόπο που τήν δούλεψαν οι μεγάλοι τεχνίτες τής ράτσας του, ο Ρίτσαρντσον, ο Σμόλετ, ο Ντεφόε. Διηγείται, δεν εξομολογείται.

Αν το μυθιστόρημα, για τον Καζαντζάκη, είναι «κραυγή ψυχής», για τον Χάξλεϋ είναι μια διασκεδαστική, πικάντικη ιστορία για την ψυχαγωγία τών συνδαιτυμόνων κάποιου πλούσιου δείπνου.

Δεν είναι πρωτοπόρος, σαν τον Μπέρναρντ Σω ή τον Γουέλς.

Δεν είναι παθιασμένος σαν τον Ντέιβιντ Λώρενς, μ’ όλο που επανειλημμένα θύμιζε πως φθονούσε το πάθος του και πως τόν θεωρούσε σαν τον συγγραφέα που βρισκότανε πλησιέστερα σ’ αυτόν, σ’ όλη την περιοχή τής αγγλικής πεζογραφίας.

Δεν είναι κονταρομάχος τού εσωτερικού μονολόγου, σαν τον Τζέημς Τζόυς, ούτε ψιλοκεντάει την καλλιέπεια με την επιδεξιότητα μιας Βιοτζίνια Γουλφ.

Τη μυστική του βιαιότητα την μετατρέπει σε ειρωνεία και τη βαθιά του γνώση σε σαρκασμό.

Πολλές φορές, δίνει την εντύπωση ότι γράφει έτσι απλά όχι γιατί ο ίδιος τό θέλει, αλλά γιατί αποτείνεται σε στρατιές ηλιθίων που δεν υπάρχει ελπίδα αλλιώς να τον καταλάβουν. Στην ατομική του ζωή ήταν εκλεκτικός με τον περίεργο εκείνο τρόπο τής αισθητικής υποκρισίας που καθίδρυσαν οι Βικτωριανοί. Κι όμως, όσο περισσότερο εμπαίζει τη γενιά του (και τους αναγνώστες του), τόσο υψώνεται η στάθμη τής εκδοτικής του επιτυχίας. Δεν είναι συμπαθής, σαν τον Ε. Μ. Φόστερ, ούτε δημοφιλής σαν τον Σώμερσετ Μωμ. Είναι, όμως, ένας από τους προφήτες των «Μπεστ Σέλερ», προτού καν ο όρος καθιερωθεί στην αμερικανική εκδοτική πραγματικότητα.

Το κλειδί για όσους Θέλουν να χαρούν, σήμερα, τον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» είναι το γεγονός πως γράφτηκε το 1936. Ο Χάξλεϋ, σ’ αυτό το σημείο, μπορεί αλλά δεν θα ’πρεπε να συγκριθεί με τους οραματιστές του Ιουλίου Βερν, αλλά μην λησμονούμε ότι περιτριγυριζότανε από τη βιοχημική εργαστηριακή ατμόσφαιρα τής δραστηριότητας τού αδελφού του, του Τζούλιαν Χάξλευ, και πως ήταν περισσότερο εθισμένος με την αλματώδη πρόοδο τής επιστήμης που, γύρω στα 1936, οργίαζε σε νέες αποκαλύψεις, άσχετα αν οι περισσότερες ήδη είχαν ενταχθεί στα προγράμματα μιας σύντονης πολεμικής προπαρασκευής.

Το 1927 ήταν ορόσημο στην ιστορία τής βιολογίας. Κυκλοφόρησε σε μετάφραση το σύγγραμμα τού Παυλώφ, σχετικά με τη δυνατότητα προκαλλιέργειας σκύλων (άρα γιατί όχι και ανθρώπων;) βάσει συγκεκριμένων προκαθορισμένων ερεθισμών.

Την υπαγωγή τής ανθρώπινης συμπεριφοράς σε αυστηρά επιστημονικούς νόμους ακολούθησε η Θεωρία τού Λάνσελοτ Χόγκμπεν που αναφέρεται στη μαζική παραγωγή ατόμων με νέες, προκαλλιεργημένες αντιδράσεις.

brave_new_world_1_by_kathryn_corlett_1
Σ’ αυτά, και τόσα άλλα, προστίθεται η «Επιστημονική Εποπτεία» τού Μπέρτραντ Ράσελ που πραγματεύεται το ενδεχόμενο μιας νέας κοινωνικής διάπλασης, βασισμένης σε μια πιο προκαλλιεργημένη επιστημονική γραφειοκρατία — αυτό που θα λέγαμε, ίσως, σήμερα, τεχνοκρατία.

Όλα αυτά είναι αρκετά για να χρησιμεύσουν σαν έναυσμα σε μια φαντασίωση που παίρνει το ντύμα τού μυθιστορήματος, μ’ όλο που θα μπορούσε να πάρει και τη μορφή μιας πραγματείας. Με τη διαφορά πως, και πάλι, θα ήταν σάτιρα πραγματείας, παρωδία μελέτης.

Ο «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος», όταν τον έγραφε ο Χάξλεϋ, δεν είχε σκοπό να παρουσιάσει έναν κόσμο μελλοντικό, αλλά να σατιρίσει τον σύγχρονο κόσμο του. Τώρα, μονάχα, πάνω από τριάντα χρόνια, αργότερα, βλέπουμε πόσο σωστή ήταν η επιστημονική του υποδομή και πόσες επί μέρους εκφάνσεις τού κόσμου που φαντάστηκε, αποτελούν, σήμερα, κοινότοπες αλήθειες τού καθημερινού μας βίου.

Βέβαια, τα βρέφη γεννιούνται, ακόμα, φυσιολογικά, και δεν ανατρέφονται σαν έμβρυα, μέσα σε φιάλες. Αλλά η αντισυλληπτική αγωγή τής Λενίνας και τής Φάννυ στις μέρες μας άλλαξε τη ζωή τού γυναικείου φύλου και ποιος ξέρει ίσως και την ψυχική του ιδιοσυστασία. Βέβαια, τα ταξικόπτερα δεν έχουν καλύψει, ακόμα, τους ουρανούς ώστε ν’ αρχίσουν οι πρώτες συγκρούσεις, αλλά τα «τζουκ-μποξ», οι «Σούπερ-Βοξ Βουρλιτσεριάνες» βουρλίζουν ήδη τα ταλαιπωρημένα μας αφτιά.

Βέβαια, οι «αισθησιοταινίες» δεν έχουν επιβληθεί δια Νόμου, αλλά αντίθετα υφίστανται ακόμα κάποιους λογοκριτικούς περιορισμούς, και ονομάζονται, προσωρινά, «σεξοταινίες». Αλλά, η ερωτική αγωγή βρεφών και ανηλίκων έχει υποστεί και αυτή μια ριζική μετατροπή…

Προμαντεύει, λοιπόν, ο Χάξλεϋ, μα, φυσικά, κατά ένα ποσοστό.

Προφητεύει, αλλά αποσπασματικά, μονάχα, κομματιαστά, τεμαχισμένα. Γιατί, στο βάθος τής δικής του ψυχής, στον κρυφό πυρήνα τού βιβλίου, ενυπάρχει ο περιθωριακός εκείνος μοναχικός άνθρωπος που πλανήθηκε σ’ όλους τους αιώνες, σ’ όλες τις εποχές, κι έγινε Ελ Γκρέκο και Σαβοναρόλα. και πόνεσε και μαρτύρησε, και θυσιάστηκε, γιατί ούτε ολότελα μόνος μπορούσε να ζήσει, μες στους πολλούς, ούτε και να αδιαφορήσει τελείως, για τη δυστυχία και τη φρίκη τής διαβίωσης μεγάλων ανθρώπινων ομάδων.

Ο «Θαυμαστός Καινούργιος Κοσμος» έχει γραφεί, σε μια στιγμή ψυχικού εγκλωβισμού τού Χάξλεϋ. Σε μια στιγμή που αισθάνεται, από παντού, τον κόσμο κλειστό. Μήπως τόσοι διανοούμενοι δεν ένιωθαν έτσι, στις προπαραμονές τού Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου;

Ένα παράθυρο, μια διέξοδος, παρουσιάζεται σχεδόν ορμέμφυτα σ’ αυτή την ερημιά: ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Έχει κι αυτός κακοπάθει, στις μέρες μας. και νιώθει κανείς πως βυθίζεται κάτω από το παχύ στρώμα τής σκόνης τού καιρού και τής αδιαφορίας τών ανθρώπων. Στα όμορφα λόγια μιας Μιράντας, μιας Ιουλιέττας, ενός Άμλετ, ενός Οθέλου, ενός Βασιλιά Ληρ, αλλά και ενός Κάλιμπαν, ο συγγραφέας σκαλίζει και βρίσκει αλήθειες που να στηλώνουν, να εμπνέουν, να παρηγορούν, να ερεθίζουν ακόμα και τα εκατομμύρια των θυμάτων που δημιούργησε η θεοποίηση τής Μηχανής.
Βέβαια, σ’ αυτή την απόδοση στα ελληνικά είναι αδύνατον να παρακολουθήσει κανείς τα λογοπαίγνια και τις φραστικές ακροβασίες τού Χάξλεϋ που αναφέρονται στις ιδιοτυπίες τής αγγλοσαξωνικής ζωής, ή και θίγουν, συχνά, ορισμένα συναισθήματα, βαθιά ακόμα ριζωμένα στη συνείδηση των χριστιανικών λαών. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο μεταφραστής βρέθηκε υποχρεωμένος να παραπλεύσει τους σκοπέλους και να προσορμισθεί σε άλλες παραπλήσιες νησίδες, από τις οποίες προσφέρεται η ίδια εποπτεία, αλλά με μια ευπρεπέστερη πειθάρχηση τού ατομικού σαρκασμού.

Οι σαιξπηρικές απλουστεύσεις, φυσικά, είναι για χάρη των νεοφώτιστων…

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.