Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Είναι αλήθεια πως η πολιτική κινητικότητα που παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας, με τις περιοδείες των δύο μονομάχων της…
εξουσίας (Αλέξης Τσίπρας-Κυριάκος Μητσοτάκης), ανά τις επαρχίες της χώρας, ασφαλώς και δημιουργεί την υπόνοια μιας «ετοιμότητας» για πρόωρες εκλογές, πράγμα που θα εξαρτηθεί, όχι βέβαια από το τι προβλέπει το Σύνταγμα, (ούτως ή άλλως, αυτή η συνταγματική πρόνοια εθιμικά παραβιάζεται προκλητικά κατά σύστημα), μα το τι θα αποφασίσει επί του θέματος η Ευρώπη (διάβαζε : Βερολίνο) .

Αρχής γενομένης από το 2010, αυτή (η Ευρώπη, δηλαδή το Βερολίνο) επέβαλε πώς και με ποια κυβέρνηση θα γίνονταν το PSI, αυτό (το Βερολίνο) επέβαλε πότε ήταν οι καιρός να αλλάξει η κυβέρνηση και να έρθει η επόμενη, όπως και έγινε με τις εκλογές του  2012 αμέσως μετά το PSI, κι αυτό επέβαλε στην ουσία την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, μέσω του καθορισμού των κατάλληλων εξελίξεων, (με κυριότερη εξέλιξη το μη κλείσιμο της τότε αξιολόγησης από την Τρόϊκα, διότι θα οδηγούσε σε λήψη νέων μέτρων), και, όπως έχω ξαναγράψει στο παρελθόν για το ίδιο θέμα, ήταν τούτη η έμμεση και για τούτο μη εύκολα ανιχνεύσιμη πολιτικά παρέμβαση του Βερολίνου, μια σώφρων κίνηση να διασώσει το μοναδικό εναπομείναν πολιτικά και ιδεολογικά συγγενές προς την κυρίαρχη ιδεολογική τάση στην Ευρώπη, «συστημικό» κόμμα εξουσίας (τη Νέα Δημοκρατία, αφού στο άλλο, το ΠΑΣΟΚ, είχε ήδη εξανεμιστεί η εκλογική του δύναμη), και εκείθεν, να αποδεχτεί την παρουσία ενός (φερόμενου τότε) ως Αριστερού κόμματος στην εξουσία (ΣΥΡΙΖΑ), όντας βέβαιο, το Βερολίνο, ότι, αφού θα το άφηνε να «ξεσπάσει» ο «επαναστατισμός» του θα «συνέτιζε» την ηγετική του ομάδα με το καλό ή το κακό (πράγμα που έγινε τελικά με το δεύτερο), ώστε να «προσγειωθεί» στον «ρεαλισμό», πράγμα που έγινε τόσο γρήγορα και τόσο αποτελεσματικά, ώστε να δημιουργεί εύλογες απορίες το «πώς» και «γιατί», που όμως, η απάντησή σους δεν είναι του παρόντος, παρά το γεγονός ότι και στα δύο αυτά ερωτήματα, απαντώ σε άρθρο μου που γράφτηκε λίγους μονάχα μήνες πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Έτσι, διασφάλιζε την μεγάλη πιθανότητα όταν και το «χαρτί» ΣΥΡΙΖΑ θα αποφάσιζε να το κάψει, η διάδοχη κατάσταση να ήταν η αναβίωση της λύσης «Νέα Δημοκρατία», ενός δηλαδή επίσης άκρως μνημονιακού κόμματος, και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ιδεολογική συγγένεια (τουλάχιστον με τη Νέα Δημοκρατία των μνημονιακών χρόνων) προς ό,τι τα μνημόνια επιτάσσουν, η οποία με την κατάλληλη αντιμνημονιακή ρητορεία, εντός βεβαίως κάποιων ορίων, ώστε να μην επαναληφθεί το φιάσκο των Ζαππείων που υποχρέωσε τον νεοδημοκράτη Έλληνα πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά, σε δημόσια αποκήρυξη των αντιμνημονιακών του θέσεων, παρουσία της Άγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο με το «ουδείς αλάνθαστος».

Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων, ό,τι σήμερα «μαγειρεύεται» για το αν θα κλείσει και πως η δεύτερη αξιολόγηση, εκτιμώ πως οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη είναι εξόχως πολιτικοί, όμως, όχι όπως τους εννοεί η κυβέρνηση, αλλά όπως τους εννοεί το Βερολίνο. Και όπως έχω γράψει πάλι σε παλαιότερο άρθρο μου, αν το Βερολίνο αποφασίσει να προσφέρει στον ελληνικό λαό αυτή την πολυπροπαγανδισμένη «ελάφρυνση» του χρέους (πολύ απλά, θα πληρωθεί όλο αλλά σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, κάτι που θα δώσει προσωρινή μονάχα ανακούφιση), διερωτώμουν τότε, διερωτώμαι και σήμερα, και την ερώτηση αυτή την απευθύνω και στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα : Γιατί νομίζετε πως το «δώρο» αυτό το Βερολίνο, που έστω και βραχυπρόθεσμα, θα αποφέρει και κομματικά οφέλη,  θα το έκανε στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι στο ιδεολογικά συγγενές προς την κυβερνώσα χριστιανοδημοκρατία στη Γερμανία, κόμμα της Νέας Δημοκρατίας;

Βεβαίως, όλα τα παραπάνω, αλλά και όσα ακολουθούν, αποτελούν προσωπικές αξιολογήσεις των πολιτικών πραγμάτων, των πολιτικών τεκταινομένων, τα οποία κανείς μπορεί να αμφισβητήσει σύμφωνα με τις δικές του αξιολογήσεις.

Αυτό που απασχολεί λοιπόν την Ευρώπη (ξαναδιάβαζε : Βερολίνο) τούτη τη στιγμή σε σχέση με την Ελλάδα, είναι το αν συμφέρει να κάψει από τώρα το χαρτί της ΝΔ (δεύτερη νεκρανάσταση, ελέω ΣΥΡΙΖΑ τη πρώτη φορά, ο οποίος με την άνοδό του διέσωσε την ΝΔ που βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση τουλάχιστον μέχρι το Δημοψήφισμα του 2015), πράγμα που θα συμβεί με το πέραν κάθε αμφιβολίας αναμενόμενο νέο 4ο Μνημόνιο (όπως και αν θα ονομασθεί), και κυρίως, τι θα γίνει αμέσως μετά, (εκτιμώ όχι αργότερα από ένα χρόνο από τη στιγμή που θα ανέβει στη κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, αν τελικώς βγει πρώτο κόμμα και αν τελικώς κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση με κορμό την ίδια), όταν όλα τα χαρτιά του λεγόμενου «Δημοκρατικού Τόξου» θα είναι πια καμένα, (το «Συνταγματικό Τόξο», μετά το τρίτο Μνημόνιο είναι -επί του παρόντος τουλάχιστον, με βάση τη τρέχουσα μνημονιακή θηριώδη πλειοψηφία της Βουλής- ακυρωμένο πλέον στη πράξη, συνεπώς, και το «Δημοκρατικό Τόξο», είναι ένας βασιλιάς χωρίς βασίλειο στην ουσία, αφού έχασε το συνταγματικό του στέμμα). Μένει πάντα μια τελευταία προσπάθεια, μια οικουμενική κυβέρνηση, όμως, εκεί θα μπουν και οι τίτλοι οριστικού τέλους στο υπάρχον «αποδεκτό» στην Ευρώπη πολιτικό σύστημα, όταν θα πάρει όσο πιο βιαστικά θα μπορεί τα μέτρα για τα οποία και θα απαιτηθεί η «οικουμενική συσπείρωση» των διαθέσιμων πολιτικών δυνάμεων, αφού θα είναι η τελευταία χρησιμότητα που θα μπορέσουν να προσφέρουν τα πολιτικά αποκαΐδια.

Με άλλα λόγια το ερώτημα είναι, αν το Βερολίνο θα εξωθήσει ΚΑΙ την Ελλάδα  στην αναγκαστική επιλογή ακροδεξιών επιλογών, αφού σταδιακά ακυρώνει τη χρησιμότητα όλων των υπολοίπων, η οποία αν ποτέ συμβεί, θα είναι αποκλειστικά έργο δικό του, όπως έργο δικό του είναι η ακροδεξιά επέλαση στην υπόλοιπη Ευρώπη, το BREXIT, ο καλπάζων ευρωσκεπτικισμός που μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοια -EXIT, (FREXIT, ITALEXIT, και άλλοι «συνδυασμοί»), αλλά, και η ανάπτυξη των ίδιων αυτών ακραίων καταστάσεων και μέσα στην ίδια την Γερμανία, όπου όμως, υπάρχει τόσο πλούσιο ιστορικό παρελθόν, ώστε, είναι μάλλον αδύνατο στη συλλογική εθνική μνήμη και στην εθνική τους κουλτούρα, να έχει εξαλειφθεί τούτο το παρελθόν της πολύ ιδιαίτερης αυτής γερμανικής «ροπής», ανάμεσα σε πολλές άλλες «ροπές» και «αρετές».

Είναι αποκλειστικά η γερμανική εμμονή στην επιβολή των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων επιλογών της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης», στην οικονομική πολιτική ακραίας και υφεσιακής λιτότητας και στην αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους που επιβάλει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, που παράγει τον ευρωσκεπτικισμό και ευνοεί την άνοδο της ακροδεξιάς πανευρωπαϊκά, (και σε επίπεδο διεθνούς παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, επίσης παράγονται παρόμοιες πολιτικές εξελίξεις). Το ότι τώρα, οι ίδιες «θεσμικές» αρχές, εν ονόματι των οποίων υποτίθεται πως μας  συμβαίνει ό,τι μας συμβαίνει, (αναφέρομαι ιδίως στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και ακόμα ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα που αφορούν τα επίπεδα των δημοσίων ελλειμμάτων και του χρέους), κατά καιρούς έχουν καταπατηθεί από την ίδια τη Γερμανία, τη Γαλλία, και άλλες «ενάρετες οικονομίες», ενώ σήμερα που μιλάμε, σχεδόν δεν ισχύουν πουθενά, αυτό από μόνο του, λέει πολλά. Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, πως σε όλα τα παραπάνω συμβάλλει και η ίδια η ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική, που οδηγεί σε ένα στασιμοαντιπληθωρισμό, με ολέθριες επιπτώσεις στην λειτουργία της οικονομίας, της αγοράς, της οικονομικής ανάπτυξης και εν τέλει και του ίδιου του βιοτικού επιπέδου των λαών.

Όμως, δεν θα  μείνω στα «πολλά», αλλά, θα περιοριστώ σε τρείς εκδοχές.

Η μια εξήγηση για τούτη την κατάσταση πραγμάτων, είναι το Βερολίνο να μην κατανοεί πράγματι τι σημαίνει «ενωσιακή» ευρωπαϊκή πολιτική, πράγμα καθόλου απίθανο, διότι της είναι εντελώς αδύνατο να διανοηθεί πώς μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από ό,τι σημαίνει η φράση «γερμανικό υπόδειγμα», ενώ η άλλα είναι να εξωθεί τα πράγματα προς την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης ως έχει, κι αυτό διόλου απίθανο, με δεδομένη την από παλαιά άποψη του Βερολίνου, τη σχετική με την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, με ό,τι αυτό σημαίνει, και αυτό σημαίνει μια εντελώς νέα Ευρωπαϊκή Ένωση και μια νέα Ευρωζώνη, στην οποία δεν θα έχουν θέση και κυρίως λόγο κράτη που δεν πληρούν τις γερμανικές προϋποθέσεις και «αρετές», κράτη-τροχοπέδη της πορείας των «εναρέτων κρατών», δηλαδή, σχεδόν τα δύο τρίτα των σημερινών κρατών μελών της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης και της σημερινής Ευρωζώνης. Το αν τώρα η Ελλάδα έχει απορία που εντάσσεται, αυτό ας το θέσουμε ως ένα είδος γρίφου προς επίλυση. Βεβαίως, σε σχέση με τις δύο παραπάνω «καθόλου απίθανες» εκδοχές, μπορούμε να προσθέσουμε και μια τρίτη που είναι το άθροισμά τους.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ή καλύτερα, αν ούτως έχουν τα πράγματα, τότε, η όλη εσωτερική προεκλογική ή απλά πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας μεταξύ μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων, του τύπου «φύγε εσύ να έρθω εγώ», είναι ένας καυγάς μεταξύ αντιμαχόμενων για τη καρέκλα του διαχειριστή της ίδιας Πολυκατοικίας, στην οποία υπάρχουν μόνο ενοικιαστές με ένα ιδιοκτήτη, ο οποίος έχει και την τελευταία λέξη στον διαγκωνισμό αυτό.

Και συνήθως την τελευταία λέξη την λέει αφού αφήσει όλους τους άλλους να μιλάνε για τα πάντα, ώστε να δοθεί και ένας τόνος «δημοκρατικότητας» στην όλη διαδικασία, αν και, οι πιο σημαντικοί «νοικάρηδες», προσέχουν να μην λένε και πράγματα που θα θυμώσουν τον ιδιοκτήτη, ενώ, όσες φορές συμβαίνει αυτό, σπάνια είναι αλήθεια, δεν διστάζουν ακόμα και δημόσια να απαγγείλουν την προσευχή συγχώρεσης για το ολίσθημά τους, ή να εκτελέσουν την εθιμοτυπική κυβίστηση, έτσι ώστε, να αποκαθίσταται η Τάξη του Ιδιοκτήτη της Πολυκατοικίας.

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.