«Έβγαλα το όπλο και έκλεισα τα μάτια, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος που δε θα ξεχάσω ποτέ»…

Ο 37χρονος Jason Rodriguez είναι φυλακισμένος στο σωφρονιστικό ίδρυμα Shawangunk στο Wallkill, στη Νέα Υόρκη, όπου εκτίει ποινή κάθειρξης για το φόνο δεύτερου βαθμού που διέπραξε όταν ήταν 18 ετών. Επιπλέον, καταδικάστηκε για παράνομη κατοχή όπλου και ένοπλη ληστεία.
Ο Rodriguez μιλώντας στο www.themarshallproject.org περιγράφει τη νύχτα που αφαίρεσε μια ζωή, τη ζωή του ανθρώπου που τον κακοποιούσε, και πώς έφτασε στο έγκλημα…
«Τρέμω. Ουρλιάζω. Η καρδιά μου αναπηδά. Πηδάω από το κρεβάτι και αμέσως οι ατσάλινοι τοίχοι μοιάζουν να κλείνουν. Χοντρά κάγκελα είναι μπροστά μου. Απλώνομαι και τα φτάνω. ‘Κάποιος να με βοηθήσει’. Ακούω μια φωνή και με δυσκολία μου απαντά. Όλα εντάξει Jason… ανέπνεε… Είναι απλά ένας εφιάλτης’. Ξαφνικά ξυπνάω στο δωμάτιο που με το ζόρι έχει το μέγεθος ενός king-size κρεβατιού, με πόρτα από χάλυβα που ανοίγει και κλείνει από ένα αόρατο χέρι.
Το κρεβάτι μου είναι μεταλλικό, και έχει για επένδυση ένα λεπτό πλαστικό στρώμα. Οι τοίχοι έχουν στρώσεις από πράσινο σμάλτο… Φοβάμαι να πέσω ξανά για ύπνο, αλλά δε θέλω ούτε να κοιτάζω τους τοίχους αυτού του κελιού, οπότε τραβάω τα σκεπάσματα και καλύπτω με αυτά το πρόσωπό μου και προσπαθώ να κοιμηθώ. Τέσσερις ώρες πριν, η ατσάλινη πύλη έκλεισε πίσω μου με θόρυβο όπως συμβαίνει κάθε μέρα τα τελευταία 18 χρόνια. Αλλά ακόμα δεν έχω συνηθίσει τον θόρυβο που κάνουν –  μου θυμίζει το πώς έφτασα εδώ εξ αρχής.
Ήταν Ιούλιος του 1997. Ήμουν 18 ετών και ζούσα στο Sunset Park στο Μπρούκλιν με λευκό ποινικό μητρώο. Ο πατριός μου είχε σοβαρά θέματα εθισμού με αλκοόλ και κοκαΐνη. Κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι από τη δουλειά, με γέμιζε με φόβο. Αν έβλεπα τηλεόραση όταν ήθελε και εκείνος να δει, με χαστούκιζε, με έπιανε από το λαιμό και μου έδινε μια γροθιά στο στομάχι.. Με χτυπούσε τόσο δυνατά, που έπεφτα στο πάτωμα και έκλαιγα. Όταν δεν έτρωγα όλο μου το φαγητό, μου έτριβε το υπόλοιπο στο πρόσωπο και με ανάγκαζε να γονατίζω γυμνός στη γωνία, με το πρόσωπο να κοιτάζει τον τοίχο. Με ανάγκαζε να επαναλαμβάνω ‘παραδέχομαι το λάθος μου, συγνώμη κύριε’.
Ο πατριός μου με ανάγκαζε να κάνω διάφορα για την σεξουαλική του ικανοποίηση. Κάθε του επίθεση με έκανε να νιώθω ότι η ζωή δεν ήταν δική μου. Άρχισα να παίρνω ναρκωτικά για να νιώθω μουδιασμένος και δυο χρόνια πριν μπω φυλακή, γνώρισα έναν τύπο ονόματι Steven, γνωστός και ως Drama.
Όταν ο Steven άρχισε να μου ασκεί bullying για το πόσο αδύνατος ήμουν και για τον τρόπο που ντυνόμουν, δεν υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου. Είχα μάθει να χειρίζομαι την κακοποίηση αθόρυβα, άσχετα πόσο εξοργισμένος ήμουν. Με αποκαλούσε δειλό και απειλούσε να ‘τακτοποιήσει το γ@@νο πρόσωπό’ μου αν τον κοιτούσα ποτέ στραβά. Μου έκλεβε τα λεφτά, με χαστούκιζε, μου πετούσε πέτρες, με χτυπούσε με μεταλλικούς ράβδους, έκανε τα πάντα για να μου κάνει επίδειξη της ισχύος του. Και εγώ, όσο τον παρακαλούσα να με αφήσει ήσυχο, τόσο χειρότερα έκανα τα πράγματα. Καθώς οι μήνες περνούσαν, προσπαθούσα να τον αποφεύγω αράζοντας σε άλλη γειτονιά. Αλλά πάντα με έβρισκε.
Έπαθα κατάθλιψη, έγινα παρανοϊκός. Άρχισα να σκέφτομαι να αφαιρέσω τη ζωή μου. Σκεφτόμουν να κρεμαστώ από το φωτιστικό του μπάνιου, να κόψω τις φλέβες μου ή να πηδήξω από μια γέφυρα. Τελικά, αποφάσισα να βάλω ένα όπλο στο στόμα μου και να πατήσω τη σκανδάλη. Το βράδυ που είχα προγραμματίσει να βάλω τέλος, επικοινώνησα με δυο φίλους, ο ένας θα έφερνε αλκοόλ και ο άλλος μαριχουάνα. Μου είπαν ότι θα βρισκόμασταν στις 8 το βράδυ. Η μητέρα μου βρισκόταν σε λήθαργο από την ηρωίνη που είχε πάρει όταν μπήκα στο δωμάτιό της.
Άνοιξα την πόρτα της ντουλάπας και άρχισα να ψάχνω τα πράγματά της μέχρι που βρήκα το ξύλινο κουτί. Μέσα είχε το όπλο με το οποίο με απειλούσε ο πατριός μου αν του αντιμιλούσα. Έκλεισα την πόρτα και στάθηκα ακίνητος για μια στιγμή. Μετά άνοιξα ξανά την πόρτα, πήρα το όπλο και το έβαλα στην τσέπη μου. Ένιωθα το βάρος του.
Όταν οι Miguel και Israel έφτασαν, πήγαμε με το αυτοκίνητο στην κάβα όπου ο Israel αγόρασε ένα μπουκάλι Bacardi. Μετά, ο Israel μάς άφησε σε ένα κοντινό πάρκο και επέστρεψε στη δουλειά του. Πολύ γρήγορα είχε ήδη πιει το μπουκάλι και αρχίσαμε να καπνίζουμε τη μαριχουάνα. Άρχισα να σκέφτομαι την αδελφή μου τη Lenamarie, που πάντα έπλενε και σιδέρωνε τα ρούχα μου και φρόντιζε να μη πέφτω ποτέ στο κρεβάτι πεινασμένος. Μου έλεγε ιστορίες και προσπαθούσε να με προστατέψει από τον πατριό μας αλλά την απειλούσε και τη χτυπούσε και εκείνη. Ήθελα να της πω πόσο την αγαπούσα και να την ευχαριστήσω. Ίσως χρειαζόμουν να της πω αντίο. Όταν έφτασα σπίτι της, συνειδητοποίησε πόσο μεθυσμένος ήμουν και επέμενε να κοιμηθώ σπίτι της. Όταν μπήκε στο μπάνιο, εγώ έφυγα. Οι σκέψεις με είχαν κατακλύσει. Ο Miguel και εγώ, βγήκαμε τον Israel και τους είπα να με αφήσουν στο πάρκο. Αρχικά σταμάτησαν σε ένα μαγαζί για τσιγάρα και μπύρες πριν επιστρέψουν σπίτι. Βγήκα από το αυτοκίνητο για να πάρω αέρα. Οι σκέψεις μου στριφογύριζαν εξαιτίας των ουσιών.
Καθώς προσπαθούσα να συμμαζευτώ, άρχισα να βλέπω ένα πλήθος γνώριμων προσώπων από τη παιδική μου ηλικία. Τέρατα άρχισαν να παραμονεύουν. Έφυγα τρομοκρατημένος. Τότε ήταν που είδα μια φιγούρα που έμοιαζε στον Steven και στον πατριό μου, να με γρονθοκοπά στο πρόσωπο και να με κλωτσάει. Τα πρόσωπά τους έλιωναν… Έβγαλα το όπλο και έκλεισα τα μάτια. Ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος που δε θα ξεχάσω ποτέ.
Άνοιξα τα μάτια μου, περιμένοντας να δω την ψυχή να φεύγει ή κάποιο έντονο φως. Αντίθετα, είδα κάποιον ξαπλωμένο στο έδαφος… Σκέφτομαι συνέχεια τον Steven παρά το γεγονός ότι με εκφόβιζε. Αλλά τον σκότωσα. Σήμερα, σκέφτομαι ότι θα ήταν ένας πατέρας που θα κακοποιούσε τα παιδιά του. Ίσως κάποιος άλλος να του έκανε κακό επίσης και γι’ αυτό το λόγο με χτυπούσε και εμένα. Δε ξέρω. Αλλά είμαι διαλυμένος. Και όσο και αν εύχομαι όλο αυτό να ήταν ένας εφιάλτης, ο ήχος από την πόρτα που κλείνει μου θυμίζει την αλήθεια».

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.