Γράφει ο Θάνος Κατσάμπας, Οικονομολόγος, Πρώην Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής ΔΝΤ
Τα τελευταία χρόνια η άνοδος της δημαγωγίας έχει αυξηθεί σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο έχοντας πάρει τη μορφή εθνικιστικών…
κινημάτων, αντίθεσης στην παγκοσμιοποίηση και ίσως και κάτι πιο δυσοίωνο, την άνοδο συγκεκαλυμμένων απειλών κατά των μειοψηφιών. Παρότι κάτι τέτοιο συμβαίνει πρακτικά σε όλες τις χώρες του κόσμου, θα περιοριστώ στη σύγκριση των δύο χωρών που ξέρω καλύτερα: την Ελλάδα, στην οποία γεννήθηκα και τις ΗΠΑ, όπου ζω τα τελευταία 47 χρόνια. Το εκλογικό σώμα και των δύο χωρών έχει δείξει ανυπολόγιστη ανωριμότητα με διαφορά ενός έτους. Το 2015, οι Έλληνες εξέλεξαν ένα δημαγωγό για Πρωθυπουργό τους. Το 2016, οι Ρεπουμπλικάνοι Αμερικανοί εξέλεξαν ένα δημαγωγό για προεδρικό υποψήφιο.

Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές σε αυτά τα παραδείγματα; Τι ήταν αυτό που πυροδότησε την άνοδο του Αλέξη Τσίπρα στο υψηλότερο αξίωμα στην Ελλάδα και του Ντόναλντ Τραμπ στην υψηλότερη θέση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, σε μια χρονιά εθνικών εκλογών; Υπάρχει κάποια κοινή εξήγηση πίσω από τα γεγονότα; Μπορεί να βρει κάποιος μια κοινή αιτία για την άνοδο της δημαγωγίας στις χώρες της Δύσης στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα;

Η απάντηση είναι «ναι». Αυτά τα φαινόμενα, και οι άμεσα συνδεδεμένες με αυτά πολιτικές τους διαστάσεις, κυρίως η άνοδος των εθνικιστικών κομμάτων, έχουν μια πάρα πολύ γνωστή αιτία: την παγκοσμιοποίηση. Στην πιο απλή μορφή της, η παγκοσμιοποίηση είναι η σχετικά εύκολη μετακίνηση εργατικού δυναμικού από λιγότερο ανεπτυγμένες προς τις πιο ανεπτυγμένες χώρες, και η μετακίνηση κεφαλαίων από υψηλόμισθες σε χώρες σε χαμηλόμισθες χώρες, σε αναζήτηση της ελαχιστοποίησης του κόστους της παραγωγικής διαδικασίας.

Γιατί όμως ένα πιο ελεύθερο κίνημα εργασίας και κεφαλαίου να οδηγεί στη δημαγωγία; Πολύ απλά, γιατί η παγκοσμιοποίηση, παρά τα τεράστια οφέλη της για την παγκόσμια οικονομία, δημιούργησε μια δυσαρεστημένη τοπική τάξη, που όχι μόνο δεν επωφελήθηκε από τα πλεονεκτήματα του εκτεταμένου εμπορίου, αλλά είδε επίσης την περιουσία του να επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Πολλοί λίγοι πολιτικοί της Δύσης αφοσίωσαν το χρόνο τους (ή βρήκαν την ενέργεια) για να εξηγήσουν ότι το πραγματικό ζήτημα είναι μια παγκόσμια αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου προς όφελος της Άπω Ανατολής. Και ότι για κάθε εργάτη στην Ευρώπη ή την Αμερική που έχασε τη δουλειά του (ή του οποίου τα εισοδήματα παρέμειναν στάσιμα για χρόνια) υπάρχουν πέντε, δέκα, ίσως και είκοσι εργάτες στην Ινδία, την Κίνα, το Πακιστάν, το Βιετνάμ, τη Μαλαισία κτλ., που ξέφυγαν από τη φτώχεια και είναι καθ’ οδόν για να σπάσουν το φράγμα και να μπουν στη μεσαία τάξη. Για να πάρουμε την Κίνα σαν αρχικό παράδειγμα, ο Economist αναφέρει ότι από το 1978, περισσότεροι από 700 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ανέλθει του ορίου της φτώχειας και σήμερα η κινεζική μεσαία τάξη αριθμεί περίπου 225 εκατομμύρια ανθρώπους, συγκριτικά με τα μόνο 5 εκατομμύρια του 2000! Ανάμεσα στο 1999 και το 2014 το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Κίνα αυξήθηκε κατά δεκατρείς φορές σε πραγματικούς όρους, ενώ παγκοσμίως σχεδόν τριπλασιάστηκε. Αυτά είναι εντυπωσιακά νούμερα και αξίζει να τα θυμάται κάποιος αν θέλει να κατανοήσει την παγκοσμιοποίηση μέσα σε μια παγκόσμια προοπτική.

Γιατί όμως η μεταφορά εισοδημάτων και πλούτου από τις χώρες της Δύσης στην Άπω Ανατολή μέσω της παγκοσμιοποίησης να οδηγεί στη δημαγωγία τον «παλιό κόσμο»; Η απάντηση είναι πως έγινε επειδή οι κρατούντες πολιτικοί δεν ασχολήθηκαν με το α) να εξηγήσουν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης στους πολίτες τους και β) να προσπαθήσουν να διορθώσουν τις οικονομικές διαφορές που προέρχονταν από αυτή. Εν τη απουσία πειστικών επικοινωνιακών πολιτικών, οι νεοανερχόμενες αποξενωμένες και δυσαρεστημένες τάξεις θα γίνουν θύματα των δημαγωγών που θα μπορούν να πάρουν την εξουσία μέσα από τα ψέματα, την υποκρισία, τις διαστρεβλώσεις και τις ψεύτικες υποσχέσεις για μια γη της επαγγελίας – κυρίως την επιστροφή στο παλιό καθεστώς. Εν τη απουσία ειλικρινών και επιστημονικώς δικαιολογημένων εξηγήσεων, ο δημαγωγός θα επωφεληθεί των φόβων του εκλογικού σώματος, των ανησυχιών του και της παραπληροφόρησης για να αρπάξει την πολιτική εξουσία.

Το πρόβλημα ήταν ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είχε βασιστεί σε μια σειρά υποσχέσεων στο οικονομικό κομμάτι, που παραβίαζαν κάθε αρχή μακροοικονομικής θεωρίας.
Όλα αυτά τα θέματα είναι μέχρι τώρα αρκετά γνωστά, γιατί αποτελούν μέρος του αφηγήματος των προεδρικών εκλογών 2016 των ΗΠΑ. Παραμένει ωστόσο ένα σημαντικό ερώτημα: είναι οι ψηφοφόροι τόσο αφελείς και αδαείς; Δε μπορούν να δουν την αμφιλεγόμενη φύση που έχουν τα επιχειρήματα ενός δημαγωγού; Δε μπορούν να καταλάβουν την παραπλανητική λογική, τα λανθασμένα συμπεράσματα; Εδώ η πολύ απλή απάντηση είναι «όχι», επειδή οι απογοητευμένες τάξεις έχουν σταθερά χάσει έδαφος σε επίπεδα εκπαίδευσης, αντικειμενικής πληροφόρησης και διάδοσης της γνώσης. Αυτοί που αγωνίζονται για να πάρουν ένα απολυτήριο λυκείου δεν έχουν τη βάση της γνώσης για να εκτιμήσουν την πολυπλοκότητα της παγκοσμιοποίησης και να επιλέξουν λογικές λύσεις. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη κατάταξη του ΟΟΣΑ για τα εκπαιδευτικά συστήματα, οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην 36η θέση και η Ελλάδα στην 42η θέση, ανάμεσα σε 65 χώρες. Στις ΗΠΑ μόνο 8,8% των μαθητών λυκείου είναι στους κορυφαίους σε επιδόσεις στα μαθηματικά. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ήταν ακόμη πιο χαμηλό, στο 3,9%. Η κατάσταση είναι σημαντικά χειρότερη στην Ελλάδα αν αναλογιστεί κανείς το επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τη λίστα των Times το 2017 για τα καλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως, μόνο ένα ελληνικό πανεπιστήμιο βρίσκεται ανάμεσα στις θέσεις 300-350, άλλο ένα ανάμεσα στις θέσεις 350-400 και τα υπόλοιπα βρίσκονται μετά τη θέση 500 (αντίθετα, ανάμεσα στα 20 κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, τα 15 βρίσκονται στις ΗΠΑ). Φυσικά αυτοί που ψηφίζουν δε χρειάζεται να έχουν πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης. Για αυτό η σύγκριση σε επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολύ πιο σχετική- και πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Κάτι που μας φέρνει πάλι σε μια ιστορική σύγκριση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ελλάδα.

Υπάρχει ένα εντυπωσιακό στατιστικό για αυτές τις χώρες: τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις ΗΠΑ το ξεκίνημα της ανόδου αυτής της δυσαρεστημένης τάξης έγινε το 1981. Παρόλα αυτά, τα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία μιας μεγάλης και αυξανόμενης μάζας δυσαρεστημένων ψηφοφόρων ήταν διαφορετικά.
Στις ΗΠΑ η διαδικασία ήταν ξεκάθαρη. Ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν, ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός του Χόλιγουντ που έγινε πολιτικός, ήρθε στην εξουσία με ισχυρά, απλά, εθνικιστικά μηνύματα εναντίον του Τζίμι Κάρτερ, ενός αδύναμου Προέδρου σε επίπεδο προσωπικότητας, αλλά ίσως του πιο υποτιμημένου Προέδρου σε επίπεδο πολιτικής στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ο Ρέιγκαν ήταν αφελής και απλοϊκός, και η οικονομική πολιτική του συνοψιζόταν στη φράση «trickle-down economics» (στη διάχυση του πλούτου προς τα κάτω μέσω των μηχανισμών της αγοράς). Ο όρος σήμαινε την ενδυνάμωση της οικονομικής θέσης των πλουσίων και των προνομιούχων με την ελπίδα ότι μερικά οφέλη θα «κυλήσουν» στα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Αυτή η αμφίβολη πολιτική, που ξεκίνησε με τη φορολογική μεταρρύθμιση του 1981, περιόριζε τη μεσαία τάξη μέχρι τη δεκαετία του ’90, όταν ισχυροποιήθηκε η παγκοσμιοποίηση με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Τότε, ο συνδυασμός των δυνάμεων των «trickle-down economics» (που συνεχίστηκε υπό τις προεδρίες των G.H.W. Bush και G.W. Bush) και της παγκοσμιοποίησης έδωσαν την τελική ώθηση για την ανάδυση της μεγαλύτερης εισοδηματικής ανισότητας στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα: ανάμεσα στο 1980 και το 2014 ο δείκτης ανισότητας Gini στις ΗΠΑ αυξήθηκε από 0.40 σε 0.48. Η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, που είχε σαν αποτέλεσμα πάνω από 5 εκατομμύρια κατασχέσεις, ήταν η χαριστική βολή στη «δυσαρεστημένη» τάξη.

Στην Ελλάδα, το 1981 είδαμε την εκλογή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου και την άνοδό της στην εξουσία, πρώτη φορά που μια κεντροαριστερή παράταξη θα κυβερνούσε την Ελλάδα για 20 χρόνια αδιαλείπτως. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η ώθηση στην Ελλάδα έγινε υπέρ των μεσαίων και χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, που αναμφίβολα δεν είχε επωφεληθεί από την οικονομική ανάπτυξη των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70. Στην προσπάθειά τους όμως να επιτύχουν περισσότερη εισοδηματική ισότητα, οι διαδοχικές σοσιαλιστικές κυβερνήσεις αγνόησαν τόσο τις στοιχειώδεις οικονομικές αρχές όσο και τη δημιουργία θεσμών- και σε μερικές περιπτώσεις υπονόμευσαν και τους υπάρχοντες θεσμούς. Το ελληνικό οικονομικό μοντέλο των δεκαετιών ’80 και ’90 βασιζόταν στην αρχή του «δανεισμού και της σπατάλης», με ελάχιστη μέριμνα για την παραγωγικότητα. Με το πέρασμα του χρόνου, η ελληνική ανταγωνιστικότητα διαβρώθηκε και οι οικονομικοί, κοινωνικοί και νομικοί θεσμοί παρέμειναν ξεπερασμένοι. Όταν η παγκοσμιοποίηση ξεκίνησε να επηρεάζει την ελληνική οικονομία, η χώρα δεν είχε προετοιμαστεί για να διαχειριστεί τις επερχόμενες τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Στην Ελλάδα επίσης, η χαριστική βολή ήρθε με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, που οδήγησε στη χρεοκοπία της χώρας το 2010. Η Ελλάδα μπήκε σε μια σειρά προγραμμάτων bailout με το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη, που συνεχίζεται ακόμα. Το 2015, οι Έλληνες ψηφοφόροι, απογοητευμένοι και πικραμένοι με τα «καθεστωτικά» κόμματα που είχαν κυβερνήσει τη χώρα τα τελευταία 35 χρόνια, ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ, που δεν είχε ξανακυβερνήσει. Το πρόβλημα ήταν ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είχε βασιστεί σε μια σειρά υποσχέσεων στο οικονομικό κομμάτι, που παραβίαζαν κάθε αρχή μακροοικονομικής θεωρίας. Η δημαγωγία είχε επικρατήσει της πραγματικότητας.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις αμερικανικές και τις ελληνικές ποδοπατημένες κοινωνικές τάξεις; Ναι, μια τεράστια διαφορά. Στις ΗΠΑ, η περιθωριοποιημένη τάξη είναι μειονότητα και η βασική στρατηγική πρόκληση είναι το πώς θα βελτιωθεί η διανομή των εισοδημάτων και θα ισχυροποιηθεί η μεσαία τάξη. Στην Ελλάδα, η δυσαρεστημένη τάξη, αποτελεί κατά ένα εύλογο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Ο λόγος είναι ότι ολόκληρη η χώρα έχει υποφέρει από την κρίση του 2010. Παρόλο που οι Έλληνες πολίτες έχουν προφανώς επηρεαστεί σε διάφορα επίπεδα τα τελευταία έξι χρόνια, η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν ευρέως διαδεδομένη: ανάμεσα στο 2008 και το 2016 το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25% και η ανεργία ανέβηκε (και παρέμεινε) στο 25%, με την ανεργία στους νέους να ξεπερνά το 50%. Πλέον η χώρα συνολικά αντιμετωπίζει τις συνέπειες όχι μόνο λανθασμένων οικονομικών πολιτικών που έγιναν τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά και ανεπαρκών, αναποτελεσματικών και απαρχαιωμένων θεσμών. Για αυτό οι οικονομολόγοι τονίζουν την ανάγκη για «δομικές μεταρρυθμίσεις» στην Ελλάδα, ενώ στις ΗΠΑ κάνουν λόγο μόνο «αλλαγή στις οικονομικές πολιτικές». Το πρώτο είναι πολύ πιο δύσκολο από το δεύτερο.

Επιστρέφοντας στη σύγκριση ανάμεσα στον κ. Τραμπ και τον κ. Τσίπρα, η δημαγωγία του πρώτου έπεισε περίπου το 45% των Ρεπουμπλικανών στη διάρκεια των εκλογών του 2016. Η δημαγωγία του κ. Τσίπρα έπεισε περίπου το 35% των Ελλήνων στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Τα ποσοστά ξεκάθαρα δεν εκπροσωπούν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Παρόλα αυτά, ο κ. Τσίπρας είναι ήδη στην εξουσία (εξαιτίας του στρεβλού εκλογικού συστήματος στην Ελλάδα) και ο κ. Τραμπ μπορεί να κερδίσει τις εκλογές αν το Ρεπουμπλικανικό κόμμα συσπειρωθεί γύρω του. Η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης επιτυχώς, απομακρύνεται πολύ γρήγορα από το πεδίο των επενδύσεων και η μοίρα της για το αν θα παραμείνει ή όχι στο μέλλον μέλος της Ευρωζώνης βρίσκεται στα χέρια των Ευρωπαίων. Το αν οι ΗΠΑ θα είναι σε θέση να απορρίψουν τη δημαγωγία ενάντια στην παγκσμιοποίηση είναι ένα ζήτημα που θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου.

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.