Τη Δευτέρα, οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έχουν λόγο να γιορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Φτώχειας. Κι αυτό γιατί ο αριθμός των …
πολιτών της ΕΕ που ζουν υπό καθεστώς σοβαρών στερήσεων μειώθηκε και μάλιστα το ποσοστό έφτασε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε ετών. Σε όλες τις χώρες, εκτός από μία, την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μίας οικογένειας από την Αθήνα: Πριν από δύο χρόνια, κανένα από τα μέλη της δεν φανταζόταν πως θα έφτανε η στιγμή να στερούνται ακόμη και βασικά είδη διατροφής. Τώρα πια, ο μόνος μισθός που μπαίνει στο σπίτι είναι αυτός της μητέρας, που όμως έχει υποστεί γερές μειώσεις. Ο πατέρας έμεινε άνεργος καθώς η εταιρεία στην οποία εργαζόταν για περισσότερα από 15 χρόνια έβαλε λουκέτο. Τα ένα από τα δύο παιδιά έχει ολοκληρώσει τις σπουδές και εδώ και αρκετούς μήνες ψάχνει για δουλειά, ενώ το άλλο πηγαίνει στην τελευταία τάξη του Λυκείου. Κάθε μήνα παίρνουν χαρτί και μολύβι, καταγράφοντας τα έξοδα και τα έσοδα της οικογένειας αλλά, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, στα μέσα κιόλας του μήνα το ταμείο είναι μείον. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι φορές που χρειάζεται να συνδράμει και η γιαγιά με την κουτσουρεμένη σύνταξή της.

Η συγκεκριμένη οικογένεια δεν αποτελεί εξαίρεση στην κοινωνία μας. Εν έτει 2016 ο αριθμός των ελληνικών νοικοκυριών που φλερτάρουν με τη φτώχεια αυξάνεται διαρκώς. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Ερευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) των Νοικοκυριών 2015, ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 35,7%, με τον κίνδυνο να είναι υψηλότερος στην περίπτωση των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών (39,4%).

Πάντως, με τον δείκτη της ανεργίας στο 23,4% – την ώρα που ο μέσος όρος στην ΕΕ των 28 είναι 8,6% – και τον αριθμό των συμπολιτών μας που περιμένουν στην ουρά των συσσιτίων για ένα πιάτο φαγητό να αυξάνεται, δεν φαίνεται να υπάρχει φως στο τούνελ της φτώχειας.

«Υπάρχουν ομάδες πληθυσμού που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες και υπάρχει ένας αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης μιας προσωπικής διαδρομής στη φτώχεια. Μεσοπρόθεσμα, τα νοικοκυριά τα οποία διαθέτουν λιγότερα περιουσιακά στοιχεία, περιορισμένες δυνατότητες αντίδρασης και λιγότερη πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες και προϊόντα, ενδεχομένως να βιώσουν βαθύτερη, πιο ακραία, ίσως και απόλυτη φτώχεια. Παράλληλα, επηρεάζονται και νέες ομάδες που διαφορετικά δεν θα είχαν επηρεαστεί.

Ο απροσδόκητος αποκλεισμός τους από την προστασία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η αναπάντεχη μετάβασή τους – λόγω της οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα της αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας – μεταξύ των φτωχών ενδεχομένως να τους παγιδεύσει στη φτώχεια» λέει στα «ΝΕΑ» ο οικονομολόγος – δημογράφος, διευθυντής ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) Διονύσης Μπαλούρδος.

Οι φτωχοί των αστικών κέντρων
Η οικονομική κρίση των τελευταίων έξι ετών έχει δημιουργήσει, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους και τους δημογράφους, μία νέα πραγματικότητα, μία νέα, διαφορετική φτώχεια. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι οι ομάδες υψηλού κινδύνου συγκεντρώνονται, ως επί το πλείστον, στις πόλεις όπου τα εισοδήματα είναι συνήθως χαμηλότερα.  «Η αστική φτώχεια ή αλλιώς η φτώχεια των εργαζομένων είναι μια δυναμική κατάσταση που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια. Οι φτωχοί των αστικών κέντρων είναι απασχολούμενοι με επισφαλή εργασία, παιδιά, άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, πολύτεκνοι, άνεργοι, μονογονεϊκές οικογένειες, οικογένειες με μεταναστευτική βιογραφία. Ολες αυτές οι κατηγορίες δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο δυσανάλογο ποσό δαπανών των νοικοκυριών για είδη διατροφής. Αλλωστε, όλες οι μελέτες αυτό που καταγράφουν είναι πως η εργασία από μόνη της δεν προστατεύει από τον κίνδυνο της φτώχειας» σημειώνει ο Διονύσης Μπαλούρδος.

Από το 2012, που λειτουργεί ο Κόμβος Αλληλοβοήθειας Πολιτών του Δήμου Αθηναίων, 26.000 άνθρωποι – εκ των οποίων τα 5.000 είναι παιδιά – έχουν δεχθεί στήριξη. Οι αιτούντες κάθε μήνα παίρνουν μία τσάντα με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπευθύνους, δέχεται κατά μέσο όρο 15 αιτήσεις για βοήθεια την ημέρα. Κι ενώ στην αρχή της λειτουργίας του Κόμβου η πλειονότητα των ωφελουμένων ήταν αλλοδαποί, πλέον οι 7 στους 10 είναι Ελληνες.

Ιδια εικόνα και στα γραφεία του Χαμόγελου του Παιδιού, όπου καθημερινά φτάνουν αιτήματα από οικογένειες για στήριξη και βοήθεια. Είναι ενδεικτικό ότι το πρώτο εξάμηνο του 2016 το Κέντρο Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας του Οργανισμού ανταποκρίθηκε στο αίτημα για ενίσχυση σε είδος συνολικά 2.486 οικογενειών. Από αυτές, 85,8% ήταν οικογένειες με άνεργους γονείς ή μέλη που είχαν επισφαλή εργασία.

Κατάθλιψη και αναβολή δημιουργίας οικογένειας
Οι παράπλευρες επιπτώσεις της φτώχειας είναι ίσως πιο σοβαρές και από τον ίδιο τον κίνδυνο της φτώχειας, εξηγούν οι ειδικοί. Οπως επισημαίνει ο Διονύσης Μπαλούρδος, οι φτωχές οικογένειες αγωνίζονται να πληρώσουν τις δαπάνες για δάνεια και άλλες τρέχουσες υποχρεώσεις του νοικοκυριού – ρεύμα, νερό, τηλέφωνο – και αυτή η πίεση σε συνδυασμό με άλλα στρεσογόνα γεγονότα τις δυσκολεύει να τα βγάλουν πέρα. Αυτή η ψυχολογική καταπόνηση των γονέων συνδέεται με «κρίση της οικογένειας», η ανατροφή των παιδιών γίνεται πιο σκληρή και αντιφατική. «Σε περίοδο οικονομικής ύφεσης, όπως αυτή που διανύουμε σήμερα, οι στρεσογόνοι παράγοντες ενισχύονται σημαντικά. Υπάρχει εσωτερική τριβή που επηρεάζει το ίδιο το ζευγάρι αλλά και τη σχέση του με τα παιδιά. Παράλληλα, παρατηρείται τα άτομα που διαμένουν σε περιβάλλον φτωχό να αναπτύσσουν αρνητικά συμπτώματα όπως είναι η απάθεια, η κοινωνική αποξένωση, η απουσία δραστηριότητας και η απώλεια επιθυμίας για προσωπική φροντίδα».

Ο κίνδυνος φτώχειας, όπως τονίζουν οι ειδικοί, χτυπά διπλά τους νέους. «Από τη μία δεν έχουν ομαλή μετάβαση στην αγορά εργασίας, παρά τις σπουδές τους, από την άλλη αναγκάζονται να μένουν στο πατρικό σπίτι για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μετά τα 30 τους, τη στιγμή που σε χώρες όπως η Σουηδία οι νέοι φεύγουν πριν καν κλείσουν τα 20» συμπληρώνει ο Διονύσης Μπαλούρδος. Εκείνο όμως που συνδέεται άμεσα με τον κίνδυνο της φτώχειας σε ό,τι αφορά τους νέους, λέει ο διευθυντής κοινωνικών ερευνών του ΕΚΚΕ, είναι η αναβολή δημιουργίας οικογένειας. «Η αβεβαιότητα της κρίσης και η ανεργία τούς κάνει να αναβάλλουν τα σχέδια για δημιουργία δικής τους οικογένειας και γίνονται εξ ανάγκης άτεκνοι. Σήμερα, στην Ελλάδα μιλάμε για χαμηλή γονιμότητα. Κι αυτό γιατί το όριο του 1,5 παιδιά ανά γυναίκα είναι ορόσημο. Στη χώρα μας, λοιπόν, έχουμε πέσει κάτω από αυτό, είμαστε ήδη στο 1,3 παιδιά ανά γυναίκα. Στην πραγματικότητα, με την αναβολή απόκτησής τους, χάνεται μία γενιά παιδιών. Και δυστυχώς μέχρι σήμερα καμία χώρα η οποία είχε αγγίξει τα όρια της χαμηλής γονιμότητας δεν κατάφερε να ανατρέψει την κατάσταση».

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.