Είναι 16 Νοεμβρίου του 1960, έξω από το δημοτικό σχολείο William Frantz, στη Νέα Ορλεάνη…

Γονείς έχουν συγκεντρωθεί στο προαύλιο και διαμαρτύρονται εξαγριωμένοι. Πετούν ντομάτες, φωνάζουν, εξαπολύουν κατάρες, γράφουν συνθήματα στους τοίχους κι έχουν στήσει στην είσοδο του κτιρίου ένα μικρό παιδικό φέρετρο. Μέσα σε αυτό έχουν τοποθετήσει μια μαύρη κούκλα. Την ίδια στιγμή μια 6χρονη, «κουκλίτσα», η Ρούμπι Μπρίτζις γίνεται το πρώτο μαύρο παιδί που περνά την πύλη ενός σχολείου λευκών στις ΗΠΑ κι ένα σύμβολο στον αγώνα κατά του ρατσισμού μέχρι και σήμερα, 56 χρόνια μετά.

Την άνοιξη του 1960 η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να κάνει το πρώτο βήμα για να μπουν τα μαύρα παιδιά στα λευκά σχολεία, και θεσπίζει μία διαδικασία εθνικών εξετάσεων για να αποφασίσει ποια θα είναι τα πρώτα παιδιά που θα ενταχθούν στο «πείραμα».

Ο πατέρας της Ρούμπι, είναι πολύ διστακτικός στο να θέσει την κόρη του σε μία διαδικασία, που όπως σωστά προβλέπει θα την βάλει σε μεγάλες περιπέτειες. Η μητέρας της όμως επιμένει. Και ο λόγος; Όχι μόνο θέλει μια καλύτερη ευκαιρία στη μόρφωση για το παιδί της αλλά το αντιλαμβάνεται και ως μια πράξη αγώνα για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών.

Το κοριτσάκι φτάνει στο σχολείο υπό τη συνοδεία αστυνομικών. Όταν βλέπει τον συγκεντρωμένο κόσμο στην αυλή, θεωρεί ότι συμμετέχουν σε κάποια γιορτή. Σύντομα όμως θα καταλάβει ότι μόνο εορταστικά δεν την υποδέχονται.

Αγέρωχη θα μπει στο σχολείο και θα διεκδικήσει το αυτονόητο για όλα τα παιδιά. Η πρώτη μέρα είναι δραματική. Το κοριτσάκι περνάει όλη την ημέρα μαζί με τους αστυνομικούς στο γραφείο της διεύθυνσης, κι εκείνοι για να την προστατέψουν δεν τολμούν μέσα στο χάος που επικρατεί να την μεταφέρουν στην τάξη. Ούτως ή άλλως μάθημα δεν γίνεται, καθώς οι γονείς δεν έχουν αφήσει τα παιδιά τους να πάνε στο σχολείο, μη δεχόμενοι ότι θα έχουν μια μαύρη συμμαθήτρια.

Τη δεύτερη μέρα μια λευκή μαθήτρια σπάει τον αποκλεισμό των ρατσιστών, όταν ο ιερέας πατέρας της περνάει από το οργισμένο πλήθος και μπαίνει στο σχολείο λέγοντας τους ότι υπερασπίζεται το δικαίωμα του να πάει το παιδί του στο σχολείο. Θα περάσουν ακόμη αρκετές μέρες μέχρι να αρχίσουν κι άλλοι γονείς να επιτρέπουν στα παιδιά τους να ξαναπάνε σχολείο και μέχρι να αρχίσουν να «ξεφουσκώνουν» οι αντιδράσεις.

Κάποιοι όμως είναι ανυποχώρητοι. Μπαίνουν στο σχολείο και προσπαθούν να βγάλουν το μικρό παιδί έξω με το ζόρι. Κάθε πρωί η μητέρα ενός άλλου παιδιού βρίσκεται στο προαύλιο του σχολείο και μόλις την βλέπει,την απειλεί ότι θα την δηλητηριάσει. Η αστυνομία, που έχει αναλάβει την προστασία της, έχει ζητήσει από τους γονείς της να της βάζουν φαγητό από το σπίτι και να μην της επιτρέπουν να τρώει οτιδήποτε από το κυλικείο ή ότι τυχόν της προσφέρουν συμμαθητές της.

Δεν είναι όμως μόνο οι γονείς. Ούτε οι δάσκαλοι δέχονται να διδάξουν το μικρό μαύρο κορίτσι. Είναι μόνο μια γενναία δασκάλα, η Μπάρμπαρα Χένρι, η οποία για έναν ολόκληρο χρόνο είναι η μόνη που κάνει μάθημα στη Ρουμπί, ουσιαστικά στην απομόνωση.

Το κορίτσι έχει βρεθεί ξαφνικά σε μία δίνη ρατσισμού, με μόνο της «αμάρτημα» το γεγονός ότι πήγε σε ένα σχολείο που τα παιδιά έχουν διαφορετικό χρώμα από εκείνη. Τα καταλαβαίνει όλα αλλά δεν πτοείται. Η εικόνα με το φέρετρο που είδε την πρώτη μέρα στο σχολείο, δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό της όμως . Η Ρούμπι έχει δηλώσει πωςεπί πολλούς μήνες έβλεπε εφιάλτες με το φέρετρο κι εκείνη μέσα. Για να αντιμετωπίσει τον τρόμο της απλά προσεύχεται κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για άλλη μια δηλητηριώδη μέρα στο σχολείο.

Σχολιάζοντας μετά από χρόνια τη στάση της Ρούμπι, ο αστυνομικός που την συνόδευε στο σχολείο, ο Τσαρλς Μπαρκς, θα πει ότι η μικρή δεν έδειξε να φοβάται, ούτε ταράχτηκε από τις αντιδράσεις. «Ακολουθούσε σαν στρατιωτάκι. Ήμασταν όλοι πολύ περήφανοι!», θα σημειώσει.

Η Ρουμπί τελείωσε τελικά το σχολείο, μεγάλωσε, δούλεψε σε πρακτορείο ταξιδίων, προτού παραιτηθεί για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η οικογένεια της που είχε το θάρρος να την στείλει στο σχολείο των λευκών δεν έμεινε φυσικά ατιμώρητη καθώς ο πατέρας της απολύθηκε και οι παππούδες της έχασαν τη γη τους.

Πλέον, έχει μιλήσει πολλές φορές για την εμπειρία της και τον ρατσισμό που επικρατεί στις ΗΠΑ. Το 2011, συνάντησε μάλιστα τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Οι δυο τους στάθηκαν μπροστά στον πίνακα που ζωγράφισε ο Νόρμαν Ρόκγουελ προς τιμήν της και ο πρόεδρος των ΗΠΑ της είπε: «Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα ήμουν εδώ και δεν θα βλέπαμε μαζί αυτόν τον πίνακα».

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.