Από τον ευρωβαλκάνιο Πολίτη Βάιο Φασούλα
Ποιητικό αφιέρωμα για την χερσόνησο του Αίμου και τους λαούς της …

Όταν σε ένα κομμάτι γης, (νοτιοανατολικό τμήμα της Ευρώπης – χερσόνησος του Αίμου – Βαλκάνια) στο οποίο, οι μεταξύ τους σχέσεις γειτονίας των παροικούντων-λαών δεν είναι οι καλλίτερες και όταν μια Χώρα βρίσκεται σε εσωτερική αναμπουμπούλα που οι ίδιοι ιθαγενείς της έχουν δημιουργήσει και τα ποικίλα και διαχρονικά αδιέξοδα χάσκουν μπροστά της σαν συμπαντικό χάος, τότε οι γείτονες, εκτιμώντας την ευκαιρία ως κατάλληλη, σύρουν τις διαχρονικές τους διαθέσεις –διεκδικήσεις, όπως αυτές παρουσιάζονται στη βαλκανική γειτονιά στο τέλος του τρίτου Σεπτεμβριανού δεκαημέρου του 2016.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι: Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του, στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο.

«Η Ελλάδα στον Αιώνα μας -Οι Πατρίδες μου κι εγώ» 2001 σελ. 241.

(Ποιητικό απόσπασμα. Μετά από μια «συζήτηση» που είχαν οι δυο Χώρες, Ελλάδα-Γερμανία ένα όνειρο ήρθε και με αναστάτωσε και κάθε φορά που το «βλέπω» πλαντάζω.)
 
ΟΝΕΙΡΟ

Κι όπως εκείνη μίλαγε και άκουγες με σκέψη
αργά, αργά χανότανε ο τόνος στη φωνή της
ό, τι είχε για να πει, το είπε κι έχει τελέψει
και ηρεμία απλώθηκε, γαλήνη στη μορφή της.
Πρώτη φορά την είδα  
.
τόσο ήρεμη και πράα και κάθεται πάλι καταγής,
στάθηκε η ανάπνα τ’ αγεριού, μαρμάρωσαν τα φύλλα
και μια σιγή παράξενη απλώθηκε ευθύς
Κι εκεί που ετοιμαζόμουνα για να σου πω, μίλα,
Μίλα, μάνα μου, κι εσύ

ΟΝΕΙΡΟ

βαριά νιώθω τα βλέφαρα, τα μάτια μου να γέρνουν
η ανάσα μου κυματιστή που σπα στο βράχο πάνω
κι ακούμπησα στον γέρικο κορμό, μην πέσω κάτω.
Μου φάνηκε πως με άδραξαν του δέντρου τα κλαριά
ήθελαν να με δέσουν,
.
καθώς στο δρόμο διάβαινα κι ακούω δυνατά
φωνή και αναρίγησα, μου σκώθηκε η τρίχα
και έσφιξα τα δόντια μου απ’ το λαχτάρισμά μου,
όχι κείνο της φωνής, μ’ αυτό απ’ την καρδιά μου.
Κι άκουσα ω, άκουσα
.
από έναν μασκοφόρο, μαύρος σαν τη στολή του,
έτσι καθώς το απόβραδο με πρόλαβε στη στράτα,
σαν χάρο τον εθάρρεψα με τ’ ασημί σπαθί του
να το γυρνά συνέχεια πάνω απ’ την κεφαλή μου
να χάνω την ψυχή μου
.    
-Ε, εσύ εκεί, για πού τραβάς, ποιον πας να συναντήσεις               90
αυτούς τους τόπους που πατάς ανήκουνε σε μένα
Μη λάθεψες τη στράτα σου μες στις περιπλανήσεις,
Φύγε από δω και μη κοιτάς τριγύρω τα καμένα,
φύγε σου λέω και μη
 .
ζητάς καβγά, το σόι σου από σε να πληροφορηθεί
ότι τα χρόνια άλλαξαν, άλλαξαν και οι καιροί
κι ότι ετούτη εδώ η γη ανήκει πια σε μένα.
Άιντε, άιντε μη μ’ αγριεύεις πιότερο πάρε το δρομολόι  
μην οργιστώ με σένα.
.
Κάτι επήγα να ειπώ, έβγαινε σαν κραυγή, βόλι
ο λόγος του, έκαιγε, μου τρύπησε κορμί, ψυχή,
μα πιότερο μου λάβωσε βαθιά τη λογική
και το στοιχειό από μέσα μου πλάνταξε στη στιγμή
έξω να βγει κι ως θεριό
.
πάνω του να ριχτεί, στους άγνωστους αυτούς εδώ
να δείξει τη φυγή. Κι όπως αγώνα έκανα να
ελευθερωθώ και τα δεσμά απ’ τα χέρια μου να
σπάσω, να λυθώ, κι άλλα δεσμά μου βάλανε στα πόδια
και στη μέση, τα δόντια
.
σφίγγω και βογκώ και τρίζουν από πόνο κι εκεί,
καθώς ο αγώνας γίνονταν μάταια, ω συφορά,
μ’ ένα μαντήλι δυο θεριά μου κλείνουν τη φωνή  
κι άλλοι δυο σαν αστραπή μου βάζουν μια θηλιά
και με κρεμούν, οι άθλιοι,
.
κάτω από μια σκαμνιά. Τα μάτια μείναν ανοιχτά
να βλέπω τα σκοτάδια, κι όλες της νύχτας τις σκιές    
και τις απανταχού φωτιές, πλατιές αναλαμπές
που έσπειραν και χαίρονται και πιλαλούν οι δήμιοι
με τα σπαθιά στα χέρια.
.
Να τους θωρώ τριγύρα μου, να σκούζουν σαν δαιμόνοι
και να γελούν και να πηδούν γύρω απ’ την αγχόνη,
ανήμπορος να βρίσκομαι στου χάρου το σκαμνί
και η θηλιά ασφυκτικά να σφίγγει πιο πολύ.
Τηρώ ψηλά τ’ αστέρια,
.
τα ψάχνω και προσεύχομαι, τα σύννεφα να σκίσουν            
να ρίξουν αστραπές, σε τούτη δω την κόλαση να
ρίξουνε φωτιές, κι απάνω τους βίαια να χιμήξουν
να λιώσει η καταχνιά, τούτοι οι κολασμένοι να
να παν στα καταχθόνια.
.
Μα αυτοί όλο θεριεύουνε και η ματιά γυαλίζει
τους βλέπει ο Θεός και σκιάζεται κι η γη ραγίζει,
βλέπω κι εγώ και μέσα μου μουγκρίζει το θεριό,
πάει, λέω, αγρίεψε και θα τους αφανίσει
μέγα κακό θα γίνει.
 .
Κι είν’ αιμοβόροι και κακοί με πονηρές ματιές
αφού και ο ίδιος διάολος σαν είδε τις σκιές
στα πόδια το βαλε με μιας κι έβαλε τις φωνές,
«τούτοι δω, ξεφώνησε, την κόλαση έφεραν στη γη    
όλεθρο και καταστροφή»
 .
Με χάχανα με ζύγωσε ένας απ’ την παρέα                      
και από το στόμα του έβγαζε φωτιά, καπνό, χολέρα,
στο κούτελό του κέρατο ήτανε φυτρωμένο
και τα φτερά τον έφτιαχναν σαν δράκο αγριεμένο.
Σκαρφάλωσε, ο άτιμος
.
στις πλάτες μου απάνω κι ακούμπησε τη σπάθα του                   101
στον κούτικά μου πάνω κι ένας άλλος δίπλα του
το σώμα μου κουνάει μαζί και το σκαμνί, το πώς
θα με κρεμάσουνε να κόψουν τη ζωή και τώρα
περιμένουν για να μου
.
βγει η ψυχή. Χάχανα και πειράγματα μάτωσε
το κεφάλι, κι αργά, αργά το τρύπαγε το αίμα
μου να πιει, κι εκεί καθώς δεν άντεχα κοκάλωσε
η καρδιά, όχι από τρόμο που ’φερνε το γέρμα,
μα απ’ το στοιχειό, που
.
μέσα μου είχε ελευθερωθεί. Ένα κεφάλι
δίπλα μου πέφτει σαν κολοκύθι και ένα πάλι
εμπρός μου και κάτω από τη σκαμνιά, τα γέλια    
σταματήσανε κι ακούγονται σπαθιά, «φραπ!» από δω,
«χραπ!» και από κει, μετρώ,
.
ποιο να πρωτοδώ; Η κόλαση πια χάνεται, μαζί
κι όλες του τρόμου αδερφές και οι δαιμονικοί
κάμποσοι που γλιτώσανε διπλώσανε στα σκέλια
όλη τους την παλικαριά, που ήτανε βιτρίνα
και φύγαν με μανία.
.
Κι ήρθε το φως και τα πουλιά άρχισαν το τραγούδι
του ήλιου οι αχτίδες να πέφτουνε γλυκά, το χνούδι
της ανοίξεως να απλώνεται ξανά κι εκεί δα
που νόμισα πως τώρα πια όλα τέλειωσαν και θα
λευτερωθώ, κείνο το
.
κεφάλι που βρίσκονταν κομμένο καταγής, ξαφνικά
άρχισε το κατρακύλισμα, να φτάνει στο σκαμνί
να κουτουλά απάνω του, μετέωρος να μένω
απάνω από τη γη, κρεμάμενος να βαίνω
πια στην άλλη τη ζωή.
.
Μόνο να βλέπω, το μπορώ, ακόμα και ν’ ακούω,
ν’ ακούω, μα να, δε βλέπω κι αργά χάνεται και η
ακοή, μα μπόρεσα κι άκουσα σφύριγμα από τρένο,
νιώθω τ’ αγέρα χάδεμα κι αργά πια ανασαίνω
μέχρι π’ αγγελοκρούω
.
την πόρτα τ’ ουρανού. Μετά, έγειρα το κεφάλι,
λύθηκαν τα σχοινιά, χάθηκε το σκαμνί, πάτησα
και στη γη κι ένα υπόκωφο «βουουου!» που άκουσα
καθώς και μια φωνή κόντεψε να χαθεί και πάλι
η ψυχή και… πλάνταξα…

….
«Καίγονται οι λαοί, του Ρήγα τα οράματα…»

Eλλάδα μου, πατρίδα μου και φάρε της ζωής μου!
.
Κι όπως εδώ που στάθηκα στο δάσος με λατρεία
και τη ματιά μου άφησα να ζήσει στη μαγεία,
ευθύς ο παραλληλισμός με παίρνει στα φτερά του
με πάει πίσω, με φέρνει μπροστά στα μέρη τα δικά του,
άστατος σαν αγρίμι,
.
σαν άλογο που το χτύπησε της κάψας το λιοπύρι
μέχρι που πια σταμάτησε τη δίψα του να σβήσει
μπρος σε πηγή αστείρευτη που έχει μείνει μόνη,
σαν μια θεά χιλιόχρονη, σαν ήλιος που τυφλώνει,  
σαν κρυσταλλένια κρήνη
 .
που σβήνει πυρκαγιά, ήλιος χρυσός και πύρινος
που σπέρνει τη φωτιά. Αλίμονο! Ποιος είναι γυάλινος
θα πάθει συφορά. Και αλίμονο στο σύννεφο
που θα μπει στην τροχιά, τότε θα ζήσει το άμοιρο
παγκόσμια χαλασιά.
 .
Φόβους δεν έχω μέσα μου, τι θε να με τρομάξει;
Αποστολή μου έδωσες, δραγάτη μ’ έχεις φτιάξει
τα γυάλινα να τα χαλώ, τα σκούρα να σκορπίζω
ποτέ να μην υποχωρώ, να μοιάζω για παιδί σου
κι ανάπνα της πνοής σου…
.
«Ελλάδα μου, μητέρα μου, θεά και ομορφιά μου
γαλανοπεριστέρα μου, ελπίδα και χαρά μου…»
.

Θυμάσαι, πώς τελείωνα την τότε αναφορά μου;
Αναφορά που μίλαγε στων χρόνων την πορεία
που μπόρεσες και έβγαινες μέσα απ’ τη δυστυχία
των τέκνων σου συχώραγες πάθη και αμαρτίες
δόλους και σκευωρίες.            
.
Λίγες χρονιές επέρασαν γιομάτες με μαράζι
ασίγουρες, αβέβαιες, ποιον τάχατε να νοιάζει;
Βουτιά στη νέα εποχή και εκσυγχρονισμένοι,  
μ’ άγνωστα λάβαρα ψηλά και τρίχα σηκωμένη,
γίναμ’ οι καημένοι.
.
Σφαδάζ’ η κοινωνία μας από τις αταξίες
και ο καθένας νοιάζεται μόνο για θεωρίες          
τα ιδεώδη οράματα πέταξαν στον κουβά
πολλά τα λόγια, ψεύτικα, σφίγγουν την αγορά
κι αδειάζουν τα μυαλά.
.
Κι αυτά είναι τα λιγότερα που έχουνε συμβεί
τάχα δεν τα γνωρίζεις, δεν τα’ χεις ξαναδεί;
Μόνο που τώρα πλήθαιναν κι απλώνονται πλατιά
σαν τα πλοκάμια του θεριού που φέρνουν συφορά
σε κάθε σου γωνιά,
.
σε κάθε σου πόλη και χωριό, σε κάθε μαχαλά
φτιάχνουνε, λένε, τον κόσμο, φίλο, ειρηνικό
σβήνουνε τη διάκριση και κάθε άλλο κακό
χτίζουν τζαμιά, βίαια ρίχνουν σταυρούς, σβήνουν λαούς,
μέλει γενέσθαι ακούς,
.
ποιους εννοούν; Κι έριξαν τα Βαλκάνια στη φωτιά            20
καίγονται οι λαοί, του Ρήγα τα οράματα… Πέστε
λαοί των Βαλκανίων και γίνεται ανάμματα
Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρωμιοί πάρτε τ’ άρματα
πάψτε ν’ ακούτε τάματα.
.
Όλοι εσείς, ωρέ, που έκραξε ο Ρήγας. Και οι
άλλοι οι πιο κοντινοί μας και σκόρπιοι Αλβανοί
συλλογιστείτε, ωρέ καλά, μείνετε φωτισμένοι
πάρτε το νου στα χέρια σας, μείνετε αγγρισμένοι
κάτσετ’ εντός κειμένων
.
πάψτε να υπηρετείτε τις προσταγές των ξένων.
Με πόλεμο δεν σώζεται ποτέ η λευτεριά μας  
δε συλλογάστε, ωρέ μια ψίχα τα παιδιά μας
που θα’ χουν ως κληρονόμημα μονάχα συφορές
και αγιάτρευτες πληγές;  
.
Ε εσείς, ω γείτονοι, τον Οδυσσέα μοιάστε
κι αφήστε τις σειρήνες να σκούζουν μοναχές
τους πονηρούς όλοι μαζί από τ’ αφτιά αδράξτε  
και αντάμα όλους να διώξουμε από τις γειτονιές,
που έγιναν εχθρικές
.
Κάθε κακούργο, πονηρό, κάθε εκμεταλλευτή
είτε ντόπιος, ευρωπαίος, είτε Αμερικανός
αυτοί μας φέρνουν συφορές και μας χαλούν τη γη
και μας λυπάται από ψηλά μονάχα ο Θεός
που φτάνει ο χαλασμός.
.
Ε, Βαλκάνιοι, τηράτε, πώς φτιάξαν της Ευρώπης
απρόσωπη σαν μάγισσα, σαν Μέδουσα, σαν Κίρκη
σαν ένας άσπονδος εχθρός που τρώει τον εαυτό της
και ζώα αν ρωτήσετε θα ακούσετε για φρίκη
και για μια καταδίκη  
.
απάνθρωπη και αφύσικη γι’ αυτές τις εποχές
Ό,τι κακό και άχρηστο, σκάρτο, διεφθαρμένο
παλιά αμαρτήματα, πληγές, μένουνε ανοιχτές
κι ας μιλούν διαπασών για πολυπολιτισμένο,
μα κόσμο προδομένο.  
.
Κι εσείς λαοί, φτωχοί στην ύλη, μα πλούσιοι στη γνώση
πώς καταντήσατε, ωρέ, και γίνατε αργαλειοί τους
και υφαίνεται μόνο γι’ αυτούς και έχετε φορτώσει,
απάνω τους τα πιο ακριβά προικιά και την υποταγή τους
δεχτήκατε, ω άμοιροι!
.
Κι εσείς ταγοί χάσατε πια το νου σας κι ως άσκεφτοι
ακούσατε, ω συνεργοί, το σάπιο το βιολί τους
ψεύτικες νότες κι άχρηστες κάνατε μελωδίες
στρωθήκατε και παίξατε παράδοση κι αξίες  
κάτω απ’ την πίεσή τους
.
και τους λαούς χωρίς μυαλό τους έχετε προδώσει
μες στην πυρά τους τόπους μας έχετε παραδώσει
και οι φυλές μπερδεύτηκαν μέσα στις πονηράδες
και φλέγονται αργά, αργά, βουνά και πεδιάδες
απ’ τις Ευρώπης δάδες.
.
Περάσαμε, ω Ελλάς, στου αιώνα το κατώφλι            
και σέρνουμε στο διάβα μας κατάρα και ανηφόρι
κι από τα προσκυνήματα γείραμε πια στο γόνα
δε βλέπουμε άλλο τίποτα παρά πικρό χειμώνα
και κρύο παγετώνα
.
αδιαπέραστο, πικρό, περίσσια θολωμένο                                       31
μ’ αφώτιστα περάσματα και με πολλές λακκούβες  
με αχ και βαχ και με φωτιές, με δρόμο πισσωμένο
πώς θα τα καταφέρουμε να βγούμε απ’ τις γούρνες
που γίναμε σαν σβούρες;
.
Τη μια προσκύνα τα θεριά, που βγάζει η Ευρώπη,
χρηματιστήρια, τράπεζες, χάνονται οι ανθρώποι
μύρια μας τάζουν θαύματα, μα είναι απατηλά
και μύριοι είναι οι τρόποι τους ν’ αρπάζουν τον παρά
τον ίδρο μας, την καταντιά.
.
Όλα πια μας τα παίρνουνε, χάνεται κι η λατρεία
την ερημιά μας σπέρνουνε και σβήνει η γοητεία      
απ’ τη ζωή που φτιάξανε Σοδόμων και Γομόρρων
και όλους μας στοιβάξανε σε στάβλους άνευ όρων
να ζούμε άνευ πόρων.
.
Ψέμα σερβίρουν, θέατρο, για δόξα και καριέρα,
μπροστά τραβά το καπιτάλ και σήκωσε παντιέρα          
φτιάχνει το ατσάλι, τη φωτιά, φτιάχνει και ακαμάτες,
αυτοί που ήταν ως τα χτες στους τόπους τους δραγάτες,
τους έκανε αρπάχτρες,
.
συνένοχους πιστούς και κήρυκες της ταπείνωσης
ενάντια στους λαούς. Κι απλώνουν, οι δόλιοι και σκληροί
με τρόπους υποκριτικούς, δήωσης κι εξαθλίωσης
φτώχεια και όχι μόνο ύλης μα και πνευματική
βάρβαρη και σκληρή
.
Ένα απ’ αυτά τα πονηρά είν’ η Δημοκρατία
όπου τη μετατρέψανε σε απολυταρχία
και την πουλούνε αδίστακτα σε άγρια παζάρια
την παίζαν και την παίζουνε άθλια με τα ζάρια
και ανάρια, ανάρια              
.
έρχονται, σκοτάδια και αναρχία κι ο πόλεμος
σαν σκιάδα απλώνεται και την ανάπνα πνίγει
και ο ρατσισμός απανταχού και αδίστακτος
με όπλα και μίση στις καρδιές, με πάθος μας οπλίζει,
μας αποδεκατίζει.
.
Πολλά είπαν μηνύματα περί δημοκρατίες
μα σκώθηκαν σαν κύματα όλες οι κοινωνίες
που ζούσαν ήρεμα ως χτες κι αλλάζανε φανέλες
ισλαμιστές και χριστιανοί φτιάχνανε οικογένειες
χωρίς πάθη κι έγνοιες.  
.
Τώρα γινήκαμε εχθροί στα ίδια χώματά μας
και  Αλβανοί και Σκοπιανοί, Σέρβοι και Μουσουλμάνοι
κι άλλοι σκόρπιοι που ζουν στων Βαλκανίων κράτη
μαζί και οι Τούρκοι, κι εμάς, πέρα απ’ τα νησιά μας,
κάμπους και ορεινά μας
.
απόγονοι του Ρήγα μας, του Περικλή, του Ομήρου                 40
χρόνια μας ξεκληρίζουνε, μας βάζουνε αγκάθια
να μη σκωθούμε κάποτε στο ύψος του Ολύμπου
πάντοτε να τυφλώνουνε των Πάνθεών μας μάτια
της ζήλιας τους τα πάθια
.
Ωχού, μωρέ Ελλάδα μου, με σβάρνισε ο οίστρος
άλλα ξεκίνησα να πω, κι άλλ’ ανακατώνω. Μύθος
θα πούνε μερικοί, και ίσως το σχολιάσουν. Μπορεί
πικρόχολους να πουν λόγους που να μιλούν για αντί,
γι’ αντιευρωπαϊστή  
.
να μας δηλητηριάσουν. Μα ας πουν, τους κόβ’ η κούτρα        
Μπορεί να ρίξουν το κεντρί, να δείξουνε και μούτρα
κεντρί με δηλητήριο, πώς φαρμακώνει η σφήκα,
σφήκα αραχνογέννητη που να σκλαβών’ την προίκα
μα ’γω σ’ έχω και σ’ είχα…  
.
Eλλάδα μου, πατρίδα μου, φάρε μου και ζωή μου!

Για το καλό του μήνα

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.