Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεν υπάρχει πλέον ως περιεχόμενο κόμματος, του κόμματος που φέρει τον τίτλο αυτό…

Τι δεν υπάρχει στο περιεχόμενο αυτό;

Ο «Συνασπισμός» όπως τον πρόβαλαν, δεν υπάρχει. Τώρα υπάρχουν οι Α(πα)ξίες του κυρίαρχου Νεοφιλελευθερισμού να κυριαρχούν και επιβάλλουν τις (κυβερνητικές) του πράξεις, προκειμένου ο τελευταίος να επινεύσει στη παραμονή του στην εξουσία, αφήνοντας άθικτο το προνόμιο του αριστερώς ρητορεύειν, το οποίο είναι και χρήσιμο συν τοις άλλοις, στη στρατηγική επιβολής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.  Έτσι ο «Συνασπισμός» αυτός καταλήγει στη συμμαχία των λεόντων με τα ζαρκάδια, των θητών με τα θύματά τους, έστω κι αν τίποτα δεν άλλαξε στη φύση των ζώων και των ανθρώπων, που να μπορεί να οδηγεί σε τέτοιου είδους συμμαχίες.

Ριζοσπαστισμός; Κι απ’ αυτό έχουμε, μεταλλαγμένο όμως ριζοσπαστικά. Αυτό καθ’ αυτό το νέο νόημα του «συνασπισμού» παραπάνω, δεν είναι ριζοσπαστικό; Εδώ αυτό που συμβαίνει είναι ένα από τα τρία : είτε οι σαρκοβόροι θηρευτές μεταλλάχθηκαν και έπαψαν να κυνηγούν άλλα ζώα έχοντας μεταβληθεί σε φυτοφάγα, είτε τα θύματα έχουν μεταλλαχθεί σε ίσης δύναμης θηρευτές, ώστε έτσι να έχει επέλθει και το τέλος της ιστορίας των θηρευτών ελλείψει αδυνάμων θηραμάτων, είτε τόσο οι θηρευτές όσο και τα θύματα, χωρίς να έχουν μεταβληθεί είτε όλοι σε φυτοφάγα είτε όλοι  σε ίσης δύναμης σαρκοφάγα, συνεπεία κάποιας γενετικής ανωμαλίας, έχουν απωλέσει το ορμέμφυτο της αυτοσυντήρησης, με αποτέλεσμα τον εξ ασιτίας θάνατό τους, αφού πλέον δεν τρέφονται ούτε με ζωική ούτε με μη ζωική τροφή.

Τέλος, Αριστερά; Εδώ πλέον ρωτούμε : τι είναι τούτο το πράγμα, στην περίπτωση της κυβερνώσας Αριστεράς στην Ελλάδα; Την Αριστερά του (μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015), σχεδόν πλήρως «αποκαθαρμένου» από τα «έξαλλα» όντως αριστερά στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ; Βέβαια για να είμαστε δίκαιοι, το ερώτημα «τι είναι πλέον Αριστερά», ως ιδεολογικοπολιτικό ερώτημα, δεν αφορά μονάχα τον ΣΥΡΙΖΑ, αφορά ολόκληρη τη Διεθνή και φυσικά την ελληνική Αριστερά, και οπωσδήποτε δεν είναι νέο. Όμως, αφού επικαλείται την Αριστερά, οφείλει και οφείλουμε να γνωρίζει και να γνωρίζουμε το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτής της Αριστεράς, και τη σχέση αυτού του περιεχομένου με το περιεχόμενο της ασκούμενης απ’ αυτήν κυβερνητικής πολιτικής.

Αν πήγαινα την ιστορία αρκετά χρόνια πίσω, θάλεγα, ότι η Αριστερά που εξέφραζε ο παλαιός Συνασπισμός, αυτός της Ανανεωτικής Αριστεράς από τα χρόνια του πάλαι ποτέ ΚΚΕεσ, ήδη από την εποχή του «βρώμικου ΄89», ίσως λίγο νωρίτερα, ίσως λίγο αργότερα, πάντως κάπου εκεί, είχε ήδη αρχίσει να συγκλίνει προς την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία (που με τη σειρά της απέκλινε από τον φιλελευθερισμό για να συγκλίνει όλο και πιο πολύ με τον Νεοφιλελευθερισμό που άρχισε να παίρνει κεφάλι), πολύ πιο εμφανώς απ’ ό,τι πριν, ώστε, επί της ουσίας, ιδίως από τη δεκαετία του ’90 και μετά, τα ιδεολογικά του προτάγματα, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, δύσκολα να μπορούν να διακριθούν επί της ουσίας από τα αντίστοιχα σοσιαλδημοκρατικά. Βεβαίως, ο συγχρωτισμός με άλλα αριστερά ρεύματα, πολύ ή απλά πιο αριστερής απόκλισης, ήταν επίσης μια πραγματικότητα που δεν διακύβευε τίποτα από την άποψη της ενότητας του ΣΥΝ, αφού το μόνο διακύβευμα ήταν ζήτημα ιδεολογικών διαφοροποιήσεων, που λύνονταν με κάποιες διασπάσεις και αποχωρήσεις, πάντα όμως στα πλαίσια και τη λογική της αριστερής κατεύθυνσης, και έπρεπε να έρθει η στιγμή της «πρώτη φορά Αριστερά» στην κυβέρνηση της Ελλάδας, για να αποδειχθεί πόσο πολύ στενότερα και λιγότερα ήταν τα όρια της ανοχής εκ μέρους της κυρίαρχης ομάδας που συνιστά τον ηγετικό πυρήνα του ΣΥΝ, του ιδεολογικά διαφορετικού, καθ’ ά δηλαδή έχουμε διαβάσει κι ακούσει να καταγγέλλονται από επίσης πρώτης γραμμής στελέχη που είτε ακουσίως είτε εκουσίως βρέθηκαν «εκτός τρένου» ακριβώς λόγω της διαφορετικότητας των απόψεών τους, εν όψει του πολύ σημαντικότερου διακυβεύματος, τη διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας την οποία έχουν ήδη κατακτήσει.

Πάνω σ’ αυτό το «πρώτη φορά Αριστερά», έχει χυθεί πολύ μελάνη.

Η Ιστορία ασφαλώς, δεν έχει μιλήσει ακόμα, είναι άλλωστε νωρίς ακόμα. Τίποτα δεν έχει αποσαφηνιστεί για το τι συνέβη πριν τον Γενάρη του 2015, ώστε να διευκρινισθεί πώς ακριβώς ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στην εξουσία, εξόν βεβαίως από την «αγάπη» του λαού, κι αν υπάρχει κάτι επιπλέον εξόν απ’ το παραπάνω «εξόν». Τίποτα δεν έχει αποσαφηνιστεί τι έγινε ανάμεσα στον Γενάρη και το Δημοψήφισμα, λίγους μήνες μετά, και τι έγινε στη συνέχεια μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2015, εξόν από όσα τα ίδια τα κυβερνητικά και λοιπά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν.

Αριστεροί άλλων ρευμάτων, που πριν την εκπαραθύρωσή τους εντάσσονταν στον ΣΥΡΙΖΑ, του καταλογίζουν στροφή προς τον συντηρητισμό και ανεπίτρεπτο συμβιβασμό με τους δανειστές και τα ντόπια συμφέροντα, όταν δεν μιλούν για προδοσίες είτε της ίδιας της Αριστερής του ιδεολογίας, αν και θα πρέπει κανείς να προβεί σε πολλές διευκρινήσεις για ποια ακριβώς «Αριστερή» ιδεολογία μιλάμε, άλλοι, πάλι, δικαιολογούν την συνολική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στη λογική ότι «τουλάχιστον» ανέδειξε το ελληνικό πρόβλημα και το μη βιώσιμο του ελληνικού χρέους, αν και, τίποτα απ’ αυτά δεν εμφανίστηκαν πρώτη φορά με τον ΣΥΡΙΖΑ, πέραν του αναμφισβήτητου γεγονότος πως έως ότου δαμαστεί το αρχικό πάθος κάποιων στελεχών του οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες και το Eurogroup αφιέρωσαν πολύ χρόνο, αλλά, τελικώς το κατάφεραν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, κι αυτό μετρά, και παρά το γεγονός ότι εδώ τίθενται σημαντικά ερωτήματα αν το «πάθος» αυτό από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης (δεν αναφέρομαι φυσικά σε όλα τα στελέχη της), ήταν γνήσιο ή όχι.

Τέλος, ενδιαφέρουσες είναι και κάποιες αναλύσεις που εξετάζοντας το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ», στα πλαίσια της «πρώτη φορά Αριστερά», επιδίδονται σε αξιόλογες επιστημονικές προσεγγίσεις για να ερμηνεύσουν το πώς ένα μικρό κόμμα μπόρεσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αναρριχηθεί στην εξουσία επηρεάζοντας ένα μεγάλο εκλογικό τμήμα του λαού, το οποίο τελικά και του πρόσφερε την εξουσία, έστω όχι με τρόπο αυτοδύναμο.

Όμως, ως προς το ζήτημα αυτό της επιρροής, σε ό,τι με αφορά, δεν ξεχνώ το ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, αναδείχθηκε πρώτο κόμμα την τελευταία διετία και κυβέρνηση από το 2015, το οφείλει ακριβώς στις εκλεκτικές συμπάθειες μεταξύ των ψηφοφόρων του κόμματος αυτού και του ΠΑΣΟΚ, οι δεξαμενές των οποίων παραδοσιακά συγκοινωνούν πολύ πιο έντονα και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη δεξαμενή εκλογικής πελατείας. Στην ουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ αναρριχήθηκε στην εξουσία, όχι διότι επηρέασε κάποια τμήματα ψηφοφόρων που τα απόσπασε από άλλα κόμματα, ιδίως το ΠΑΣΟΚ, μα διότι υπήρχε -και υπάρχει- μια μεγάλη μάζα ψηφοφόρων που θεωρούν εαυτούς «ΠΑΣΟΚ», χωρίς όμως να έχουν «ΠΑΣΟΚ» για να ψηφίσουν, αφού το μνημονιακό «ΠΑΣΟΚ», προφανώς και θεωρείται μια τερατώδης μετάλλαξη εκείνου του ΠΑΣΟΚ που επί μισό αιώνα περίπου κέρδιζε τις καρδιές τους. Συνεπώς, επί της ουσίας, ακόμα και σήμερα, ακόμα και μ’ αυτόν τον τρόπο, όχι η πολιτική ηγεσία του ΠΑΣΟΚ μα οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ είναι εκείνοι που καθόρισαν την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ και συνεπώς τις εξελίξεις της χώρας, κι αυτοί θα είναι κατά κύριο λόγο που θα καθορίσουν το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου ο βαθμός ιδεολογικής και πολιτικής επιρροής είναι δυσανάλογα μικρός με τις εκλογικές του επιδόσεις των τελευταίων δύο εκλογικών αναμετρήσεων, και δεν διακρίνω τίποτα που να με πείθει ότι έχει διευρύνει τον σκληρό ιστορικό του πυρήνα ψηφοφόρων. Εδώ δεν υπάρχει κάτι το μαγικό και κάτι το πολύπλοκο ψυχολογικά, σε επίπεδο ομαδικής ψυχολογίας : όπως αμέσως μετά τη μεταπολίτευση το τότε ΠΑΣΟΚ καταβρόχθισε στη κυριολεξία την εκλογική πελατεία της πρώην Ένωσης Κέντρου, η οποία ουσιαστικά βρέθηκε μετά την πτώση της χούντας χωρίς ισχυρή ηγεσία ικανή να συγκρατήσει, φυσιολογικά στράφηκε προς τον Ανδρέα Παπανδρέου ως πρόσωπο, και όχι βεβαίως προς το ΠΑΣΟΚ, έτσι και τώρα, ένα μνημονιακό ΠΑΣΟΚ που αποτελεί το ανάλογο της μεταπολιτευτικής Ένωσης Κέντρου, κατέρρευσε και η εκλογική του πελατεία, στη συντριπτική της πλειοψηφία, είδε στον ΣΥΡΙΖΑ το alter ego του ΠΑΣΟΚ της μεταπολιτευτικής περιόδου, μονάχα που τώρα, η διάψευση ήρθε σε χρόνο dt!

Ήδη όμως, ένα σημαντικό ερώτημα του λαού για το τι θα μπορούσε να κάνει η Αριστερά στην υπόθεση της αντιμετώπισης της κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών που εξαθλιώνουν την κοινωνία, καταστρέφουν την εθνική οικονομία και παραδίδουν την εθνική κυριαρχία, έχει ήδη απαντηθεί.

Για κάποιους, δεν μπορούσε να κάνει κάτι το διαφορετικό από ό,τι έκαναν οι προηγούμενοι, διότι δεν είναι κάτι το διαφορετικό από τους προηγούμενους. Αυτοί οι «κάποιοι», ενδεχομένως και να ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στη λογική ότι «έτσι κι αλλιώς κατά Διαβόλου πάμε, δεν έχουμε να χάσουμε και τίποτα δοκιμάζοντας κάτι άλλο».

Άλλοι, όμως, κυρίως από το χώρο της Κεντροαριστεράς, το χώρο που άλλωστε κυριαρχεί διαχρονικά στη ελληνική πολιτική σκηνή, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέρριψε, κατ’ άλλους πρόδωσε εκείνες τις Αριστερές αξίες, τις οποίες οι μεν Αριστεροί πίστευαν, οι δε μη Αριστεροί πολίτες, εκείνοι τουλάχιστον που τον ψήφισαν, πείσθηκαν ή επένδυσαν εν πάση περιπτώσει στα προβαλλόμενα και προπαγανδιζόμενα περίφημα «Αριστερά πλεονεκτήματα» του ΣΥΡΙΖΑ, όπως π.χ. το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, η ιστορία της μαχητικότητάς της στο πεδίο των κοινωνικών διεκδικήσεων, το «είμαστε η κάθε λέξη του Συντάγματος», το ότι η απουσία προηγούμενης κυβερνητικής θητείας αποτελεί και βεβαίωση ότι δεν έχουν καμία σχέση με τη μεγαλοδιαπλοκή του τόπου, και κυρίως, το ίδιο αυτό γεγονός, ότι δηλαδή, δεν είχαν ξανακυβερνήσει, και επομένως, ακόμα κι αν στη πορεία η εξουσία θα επιδρούσε πάνω στα Αριστερά στελέχη με τον γνωστό και μέχρι στιγμής ιστορικά ακαταμάχητο αλλοτριωτικό τρόπο, με τις όποιες εξαιρέσεις, η φθοροποιός επίδραση της εξουσίας, παρ’ όλα αυτά, ο πολύς κόσμος, ευελπιστούσε ότι τουλάχιστον θα προλάβαιναν πριν αλλοτριωθούν, να τσιμεντάρουν τον πάτο του μέχρι στιγμής άπατου μνημονιακού βαρελιού.

Αυτή ήταν λοιπόν, κυρίως για τους μη Αριστερούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι και τον εκτόξευσαν από το 4% στο 34%, η σημαντικότερη προσδοκία τους, αφού μάλλον λίγοι απ αυτούς ευελπιστούσαν ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβρη του 2015, θα γίνονται πράξη, τουλάχιστον άμεσα, αν και, πριν την αποβολή της Αριστερής Πλατφόρμας, η μόνη που έδειξε ότι πίστευε όσα υπόσχονταν προεκλογικά, και κυρίως τα επιδίωκε, είχε δημιουργηθεί κάποια πιο ενισχυμένη προσδοκία, όπως φάνηκε και με το δημοψήφισμα, ακριβώς λόγω της πίεσης που ασκούσε η Αριστερή Πλατφόρμα. Και είναι οι ίδιοι ψηφοφόροι, που όπως δείχνουν τα πράγματα, η στιγμή που οι ψηφοφόροι αυτοί αποφασίσουν να αφαιρέσουν από το 34% το στοιχείο «3» του αριθμού αυτού, δεν είναι μακρά, αν δεν έχει ήδη έλθει, εκτός κι αν εξελίξεις άλλες, αναστρέψουν παρ’ ελπίδα τα πράγματα κατά τρόπο δραματικό.

Διακηρύσσοντας την φιλοσοφία σας για τα πλεονεκτήματα της Αριστεράς, ο κόσμος είτε σας ακολουθούσε εκλογικά είτε όχι, είτε συμφωνούσε πολύ είτε λίγο μαζί σας, πάντως σας άκουγε με ενδιαφέρον, ίσαμε τη στιγμή, που, ω! αθεόφοβοι, τόσο εκπληκτικά σύντομα, κατορθώσατε να εξαθλιώσετε την ίδια σας τη φιλοσοφία, γυρνώντας τη πλάτη σας στη κοινωνία και το λαό.

Επανάσταση δεν κάνατε! Τι λόγος άλλωστε! Ούτε την θέλατε ούτε την μπορούσατε! Και ποια θα ήταν η Μεγάλη Επανάσταση που όλοι προσδοκούσαμε; Η σύγκρουση με τον Ξένο Κατακτητή που μετέβαλε την Ελλάδα σε αποικία χρέους όπως λέτε εσείς, αποικία με τα όλα της όπως λέω εγώ, (εν πάση δε περιπτώσει ας συμφιλιωθούμε με τον όρο «αποικία» κι ας αφήσουμε κάθε άλλον να αποφασίσει αν είναι αποικία χρέους ή πλήρως αποικία), η οφειλόμενη στο λαό, την Ιστορία και το Δίκαιο Λογοδοσία των πολιτικών που άσκησαν εξουσία για το πώς φτάσαμε εδώ, η σύγκρουση με τον Παλαιοκομματισμό και τη Μεγάλη Διαπλοκή.

Εξέγερση, ούτε απ’ αυτό κάνατε.

Τι κάνατε;

Σαματά!

Συνεπώς, όσο οι επιλογές ξεκαθαρίζουν και οι μάσκες πέφτουν, αυτό είναι κάτι το θετικό για το λαό. Το ξεμασκάρεμα στην πολιτική, είναι πάντα μια πολύ σοβαρή και κρίσιμη υπόθεση για το λαό και την πολιτική την ίδια. Αυτός δε είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν θεωρώ την άνοδό σας στην εξουσία ζημία σε όρους πολιτικούς. Κάθε αυταπάτη που ξεδιαλύνεται είναι όφελος, και το μέγα ζήτημα, είναι ο λαός να μην βρει την «λύση» ανασταίνοντας αυταπάτες των οποίων δεν πρόλαβε ούτε τα «σαράντα» να τις κάνει από τη στιγμή που τις έθαψε.

Έτσι ο λαός σήμερα έχει μπρος του το πολύ σοβαρό δίλλημα : Ποια θα είναι η επόμενη επιλογή μου, αν δεν θέλω να γυρίσω στις πολιτικές δυνάμεις που όχι μόνο δημιούργησαν τη κρίση, όχι μόνο αποδείχθηκαν και αποδεικνύονται ανίκανες να τη διαχειριστούν, μα και προτάσσουν εν τέλει, μέσω των μνημονιακών πολιτικών που εφαρμόζουν, τα συμφέροντα των δανειστών, έναντι των συμφερόντων του λαού και της χώρας;

Και για να γίνω πιο ακριβής : όχι ποια επιλογή έχω, μα ποια επιλογή μου άφησαν να κάνω, εξόν από το να ξαναστραφώ στον Παλαιοκομματισμό.

Ποια είναι η απάντηση που θα δώσει ο λαός σ’ αυτό το δίλημμα, που θα δείξει κι όλας πώς θα το λύσει ή πώς θα το υπερβεί;

Δεν γνωρίζω!

Η Αριστερή κυβίστησι, φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τις κυβιστήσεις των λοιπών κομμάτων του παλαιοκομματισμού, ειδικά αυτών που άσκησαν εξουσία για μισό κοντά αιώνα, διότι αυτά τα τελευταία ούτως ή άλλως χάρη στο σπορ της κυβίστησης μακροημέρευσαν, κλέβοντας την εξουσία χάρη στην ασυνέπεια όσων υπόσχονταν και όσων έπρατταν. Μονάχα που στα χρόνια τούτης εδώ της κρίσης, οι συνέπειες είναι καταστροφικές ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ σε όλα τα επίπεδα : ηθικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, εθνικό.

Διότι, είναι αυτονόητο θαρρώ, πως το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, δεν ήταν δα και κάτι που δεν θα μπορούσε να προβληθεί από την όποια μη Αριστερή κυβέρνηση, η οποία θα ήθελε να προβάλλει ένα κοινωνικό και πατριωτικό προφίλ. Τα Ζάππεια του Αντώνη Σαμαρά ένα τέτοιο προφίλ επιχειρούσαν να προβάλλουν. Αν λοιπόν μια Αριστερή κυβέρνηση αδυνατεί να  υποστηρίξει ένα γνήσιο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, το μόνο που της μένει είναι να «πουλήσει», τώρα μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτόν τον αγοραίο όρο, πολιτικά πλεονεκτήματα σαν αυτά που μόλις παραπάνω ανέφερα. Αν τώρα βρεθεί μετρηθεί και βρεθεί ελλιποβαρής και σ’ αυτά, τότε διερωτώμαι τι είδους χρησιμότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί ή κατέχει.

Ούτε πάλι είναι σαφές, σε μένα τουλάχιστον, αν ισχύει αυτό που κάποιοι σημειώνουν περί ιστορικού συμβιβασμού του ΣΥΡΙΖΑ ή ότι η ανάδειξή του στην εξουσία υπήρξε ένα γεγονός συνταρακτικό που τάραξε πολιτικά τα πράγματα.

Σε ό,τι αφορά τον ιστορικό συμβιβασμό, το κρίσιμο ζητούμενο εδώ είναι πάνω σε ποιο πράγμα συμβιβάστηκε, με ποιον τρόπο και με ποιον.

Το να συμβιβαστείς π.χ. με τους κατακτητές της πατρίδας σου, χάριν του εθνικού συμφέροντος, είναι κάτι που το επικαλέστηκαν στην Ιστορία, στη χώρα μας αλλά και αλλού, σε δικαστήρια δωσιλόγων όσοι είχαν παραπεμφθεί σ΄αυτά με τη κατηγορία της συνεργασίας μαζί τους, όμως, γνωρίζουμε ότι το επιχείρημα αυτό, δεν πείθει πάντα.

Διότι ο συμβιβασμός με τον οποιοδήποτε, δεν είναι πάντα νοητός ούτε και πάντα επιτρεπτός. Ιδίως δε, δεν είναι νοητός και επιτρεπτός, όταν οι διιστάμενες απόψεις, υποστηρίξουν εντελώς διαφορετικά αξιακά προτάγματα για την ίδια τη ζωή και για τις πλέον θεμελιώδεις αρχές που στηρίζουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία μιας ελεύθερης, δημοκρατικής και κυρίαρχης χώρας, οπότε εδώ ο συμβιβασμός, είναι πολύ προβληματικός, όταν δεν είναι απαγορευτικός. Όταν π.χ., οι δανειστές επιβάλουν ως προϋποθετικές αξιώσεις για να σε δανείσουν, («βοηθήσουν»), η εξυπηρέτηση του χρέους τους να στηριχθεί στην εξαθλίωση του λαού, στην κατάργηση θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην ουσιαστική κατάργηση του Συντάγματος της χώρας και των δημοκρατικών λειτουργιών, και πέραν αυτών, συμπεριφέρονται με τρόπο ευτελιστικό και εξευτελιστικό για τους ίδιους τους θεμελιώδεις πολιτειακούς θεσμούς της χώρας, όπως η Βουλή, η Δικαιοσύνη (της οποίας τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν αντισυνταγματικούς διάφορους μνημονιακούς νόμους, τις αγνοούν με τρόπο περιφορνητικό), και η κυβέρνηση, και δεν κάνουν βήμα πίσω σ’ αυτές τους τις αξιώσεις, που υπερβαίνουν κατάδηλα τα δικαιώματα που μπορούν να έχουν ως δανειστές, ασκώντας στην ουσία ΚΑΙ την νομοθετική ΚΑΙ την εκτελεστική εξουσία της χώρας σχεδόν επί παντός του επιστητού, τότε, ένα κόμμα που βρίσκεται στη κυβέρνηση, και τουλάχιστον προπαγανδίζει, ή εν πάση περιπτώσει προπαγάνδιζε ίσαμε να ανέβει στην εξουσία, πως αυτά που μόλις αναφέραμε παραπάνω αποτελούν, πολύ περισσότερο κι από κόκκινες γραμμές, και πολύ περισσότερο από αδιαπραγμάτευτες αξίες, καταστάσεις εντελώς ασυμβίβαστες προς τον ίδιο τον πυρήνα της ιδεολογίας του, τότε, ποια αξία μπορεί να έχει ένας κατ’ ευφημισμό «συμβιβασμός», που στηρίζεται στην καθολική απεμπόληση αυτών των αξιών; Πώς μπορείς να θεωρείς αποδεκτό τον συμβιβασμό με πολιτικές ΔΝΤ  ή à la ΔΝΤ, όταν τα προαπαιτούμενα  της προσφερόμενης «σωτηρίας» είναι η καταπάτηση κάθε έννοιας συνταγματικής νομιμότητας και των διεθνών συμβάσεων των σχετικών με τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, πολιτικές δοκιμασμένες διεθνώς, πολιτικές που παράγουν αδικίες, σκληρότητα και οδηγούν σε ανθρωποθυσίες με την κυριολεκτική πλέον έννοια του όρου; Τι είναι αυτό που κάνει μια Αριστερή κυβέρνηση να μην θέλει να παραιτηθεί όταν δεν μπορεί να υπερασπίσει τις «αδιαπραγμάτευτες» αξίες της, και όταν υπάρχει ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα, που ήταν και είναι πρόθυμο, εν ονόματι των συμφερόντων που επικαλείται, (π.χ., το εθνικό συμφέρον κ.λπ.), να συμβιβαστεί μαζί τους, όταν ο νυν πρωθυπουργός ωρύονταν στη Βουλή ότι πρέπει να τελειώσει αυτό το υπογράφω κάτι εναντίον της συνείδησής μου και ότι υπάρχει και η παραίτηση;

Η απάντηση που εγώ δίνω είναι απλή : διότι τούτη η κυβερνώσα Αριστερά, έχει «γλυκαθεί» από την εξουσία σε χρόνο που δεν δικαιολογείται φυσιολογικά, εξόν κι αν υπήρχε μια παθολογική πείνα για εξουσία που επιμελώς αποκρύπτονταν, κι αυτό είναι κάτι που όσο κι αν ωρύονται ότι δεν συμβαίνει, εγώ τουλάχιστον, δεν διαπιστώνω παρά χαμόγελα ειρωνείας του κόσμου στις διαβεβαιώσεις αυτές, τον κόσμο που εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, ότι δηλαδή κι αυτονών η κωλοτούμπα, «χάριν ενός μεγάλου εθνικού», «γενικού συμφέροντος» έγινε, κι ότι κι αυτοί, χάρη στο δικό τους μνημόνιο μας «έσωσαν», όπως και οι προηγούμενοι.

Μάθατε να αναδιανέμετε τη φτώχεια, σύμφυτο στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, σεις όμως, διακηρύχνατε πως τούτη την Αθλιότητα, διότι όντως είναι αθλιότητα, σεις η Αριστερά της ευθύνης και της αποφασιστικότητας να συγκρουστείτε με τους δανειστές, το μαύρο χρήμα, με τη μεγαλοδιαπλοκή και τη μεγαλοφοροδιαφυγή, τελικώς, καταλήξατε θλιβεροί μικροπραματευτάδες πολιτικών που συλλαμβάνουν υπαίθριους καστανάδες για φοροδιαφυγή, που ονομάζουν πλούσιο τον μισθωτό και τον συνταξιούχο των 1300 ευρώ μικτά το μήνα, απλώς για να δικαιολογήσετε τις μειώσεις και περικοπές από εκεί και πάνω, μίζεροι αγωνιστές, μίζερων βουλήσεων, μίζερων θελήσεων, που θα καταγραφείτε ως μια μίζερη υποσημείωση στην Ιστορία της χώρας, μαζί με τις λοιπές δυνάμεις του Παλαιοκομματισμού.

Διαπιστώνουμε κάθε μέρα, επίσης, τις δικές σας κυβερνητικές πια «διαπιστώσεις», όπως, πόσο δύσκολο είναι να χτυπήσετε «αμέσως», «εδώ και τώρα», την μεγαλοδιαπλοκή, την μεγαλοαπάτη, την μεγαλοφοροδιαφυγή, το ίδιο που ισχυρίζονται οι κυβερνώντες τούτο το τόπο, εδώ και 200 κοντά χρόνια που πλησιάζει να μετρά το νεώτερο ελληνικό Κράτος. Πάντα υπήρχε μια δυστοκία με το «αμέσως» όταν μιλάγαμε για περιπτώσεις όπως οι παραπάνω, αλλά, όταν επρόκειτο να φορτωθούν νέα βάρη στα συνήθη υποζύγια, όπως παγίως συμβαίνει, τότε, για πότε όλες οι κυβερνήσεις «πρόκαναν» σε μια μια μέρα, σε μια μέρα να νομοθετήσουν και εφαρμόσουν τις πιο άθλιες πολιτικές, αυτό είναι μια αναντίρρητη ιστορική πραγματικότητα.  Μια ΑΠΑΤΗ 200 ετών, κι έρχεστε τώρα να πείτε τι άραγε; Ότι χρειάζεστε ίσως καμιά εικοσαριά με τριανταριά χρόνια να σας έχουμε στη κυβέρνηση, για να δούμε στο τέλος τι θα πετύχετε! Αλλά, ακόμα κι έτσι, εσείς μέσα σε μόλις ένα-δύο χρόνια, κατορθώσατε να κάψετε την όποια πολιτική σας αξιοπιστία, όταν τα άλλα δύο κόμματα εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, το έκαναν σε μισό αιώνα! Επειδή η ικανότητα κρίνεται με βάση και ποικίλα κριτήρια, κι αυτό που μόλις ανάφερα, μετρά. Και πολύ μάλιστα! Κι όπως έχω γράψει και σε προηγούμενο άρθρο μου, προσέξτε μη τυχόν και «πετύχετε» ακόμα και τούτο : να σας μεταβάλλει ο Παλαιοκομματισμός, σε πρώτη ευκαιρία, όταν η πίεση για αναζήτηση «αποδιοπομπαίου τράγου» γίνει αφόρητα επιτακτική, σε Ιφιγένεια, που θα πληρώσει αναδρομικά το σύνολο των εγκλημάτων κατά του λαού όλες αυτές τις δεκαετίες που συντελούνταν, παρά το γεγονός, αυτό είναι αλήθεια, ότι μπήκατε στο «χορό» μόλις πρόσφατα.

Επί του παρόντος πάντως, βρισκόμαστε κάπου εδώ : η κυβερνώσα Αριστερά, η μεταλλαγμένη, η Αριστερά του Σεπτέμβρη του 2015, έχοντας κάνει την επιλογή της, εντάχθηκε οργανικά στον Παλαιοκομματισμό, και πασχίζει πια κι αυτή, μαζί με τις λοιπές δυνάμεις του, να χειραγωγήσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, να  τη διαχειριστούν, και να εξασφαλίσουν ότι χορηγείται η σωστή δόση προπαγανδιστικού επικοινωνιακού και ιδεολογικού ναρκωτικού, ώστε ο «ασθενής» να βρίσκεται σε καταστολή, με αμυδρή αντίληψη του περιβάλλοντός του και με μνήμη βυθισμένη στη λήθη.

Βεβαίως, όταν χρειάζεται να περάσουν μέτρα άδικα, αντιλαϊκά, εδώ και δεκαετίες η Σοσιαλδημοκρατία έδειξε πως με αντάλλαγμα την κυβερνητική εξουσία θα ήταν διατεθειμένη να αναλάβει το «βρώμικο έργο» του νεοφιλελευθερισμού, και το έκανε. Χρησιμοποιώντας υψηλούς τόνους αριστερής ρητορικής, υπηρέτησε με τόση ζέση τα συμφέροντα που καθοδηγούσαν την επίθεση εναντίον των λαϊκών συμφερόντων και ενίοτε τα ίδια τα δημοκρατικά θεμέλια, ώστε δικαίως σήμερα να θεωρείται η Σοσιαλδημοκρατία ένας καθόλα αποδεκτός εταίρος διακυβέρνησης ή συγκυβέρνησης με τα Δεξιά κόμματα όχι του φιλελεύθερου απλώς αλλά του καλπάζοντος νεοφιλελεύθερου συστήματος. Επειδή όμως η αριστεροσύνη της Σοσιαλδημοκρατίας ως χαρτί εξαπάτησης των λαών έχει φθαρεί στις δεκαετίες που χρησιμοποιήθηκε, το πείραμα της προώθησης ακόμη αριστερότερων σχημάτων, με προϊστορία όμως στη πίστη τους στο Δυτικό Κεκτημένο, και σε ό,τι μας αφορά το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, όπως τα κόμματα του πάλαι ποτέ ευρωκομουνισμού, ο παλαιός Συνασπισμός σε μας και ήδη ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον θεωρείται κάτι παραπάνω από αποδεκτή ως επιλογή, και ίσως υποχρεωτική, όσο η νεοφιλελεύθερη επίθεση θα εντείνεται και όσο αυτές οι αριστερές δυνάμεις θα είναι πρόθυμες τελικά να υπογράφουν ό,τι επιβάλλεται και ας ξελαρυγγιάζονται με τις αριστερές τους κορώνες, και με το άθλιο θέαμα το αριστερό χέρι να μουτζώνει το δεξί που θα υπογράφει την οποιαδήποτε εγκληματική νεοφιλελεύθερη ή άλλη πολιτική. Η σημασία της «πίστης» στο «Δυτικό (Δημοκρατικό) Κεκτημένο», δηλαδή το «Κεκτημένο» που τίθεται στο περιθώριο μέσω των μνημονιακών πολιτικών στη χώρα μας και γενικότερα των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή που οι πολιτικές αυτές το εκτελούν κυριολεκτικά, δεν πρέπει να μας ξενίζει : όλοι οι ολοκληρωτισμοί εν ονόματι της υπεράσπισης μιας κινδυνεύουσας Δημοκρατίας έγιναν, προκειμένου να τη «σώσουν».

Άλλωστε, ήδη από την δεκαετία του ’90 κυρίως, αν όχι και νωρίτερα, αρχίζει η απροκάλυπτη πια συνεργασία Σοσιαλδημοκρατίας και Δεξιάς σε επίπεδο κυβερνητικών συμμαχιών, ώστε σήμερα να θεωρείται κάτι το σύνηθες. Η χρησιμότητα της υποταγμένης στον νεοφιλελευθερισμό Σοσιαλδημοκρατίας είναι προφανής στα πλαίσια του ρόλου που της έχει ανατεθεί  : Να νομιμοποιεί στη κοινωνική συνείδηση τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές ή, το ίδιο χρήσιμο, να τις βεβαιώνει ως μονόδρομο. Η είσοδος της Ανανεωτικής Αριστεράς, όπως αυτή έχει μετεξελιχθεί εν τω μεταξύ, σ’ αυτό το παιχνίδι, έρχεται για να γεμίσει το κενό αξιοπιστίας που άφησε η Σοσιαλδημοκρατία, αν και, δεν αποκλείεται, όταν κι αυτή η Αριστερά πάψει να μπορεί να χρησιμεύει λόγω της δικής της πλέον αναξιοπιστίας, προσωπικά δεν έχω και πολλές αμφιβολίες για την επιστράτευση, από μέρους των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων ελίτ, της Ακροδεξιάς πλέον, η οποία με κάποια κατάλληλα σεμινάρια θα μπορέσει να «εκσοβαρευτεί» τόσο όσο μια προώθησή της στην εξουσία να είναι γενικά αποδεκτή με την συνδρομή και της κατάλληλης προπαγάνδας φυσικά.

Η Αριστερά ήταν και είναι βουτηγμένη στις βεβαιότητές της για την αλήθεια ή τις αλήθειες που υπόσχονταν και υπόσχεται, με τις προϋποθέσεις που έθετε και θέτει. Όμως, έχει δόση αλήθειας, πως είναι αναμφίβολα η Αριστερά που η ιδεολογία της και η εξωκυβερνητική της δράση πριν δοκιμαστεί στην εξουσία μόνη της ή σε συμμαχία με άλλα κόμματα τη Δεξιάς, είχε επικυρώσει κάποια κρίσιμα πνευματικά δικαιώματα, όπως λ.χ., η προοδευτικότητα, η αγωνιστικότητα, η θέληση και η δυνατότητα σύγκρουσης με την κατεστημένη μεγαλοδιαπλοκή, κ.λπ..

Η Αριστερά, στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, από την Ρωσική Επανάσταση ίσαμε σήμερα, διαβρώθηκε εσωτερικά από τις νομενκλατούρες της, εκεί όπου για μακρά χρονικά διαστήματα κατείχε την εξουσία, ενώ στις λοιπές χώρες από την άρνηση προσαρμογής ή από τον ιδιοτελή καριερισμό  στελεχών του.

Αν η μη κυβερνώσα Αριστερά διατηρεί ακόμη τα ιερά της κείμενα, τον μαρξισμό, τον λενινισμό, κ.λπ., έστω χωρίς ποίμνιο, η κυβερνώσα Αριστερά, εδώ κι αλλού, ξέμεινε και από κείμενα και από ναούς και από ιερείς και από ποίμνιο.

Εστιάζοντας στη χώρα μας, ο Αριστερός λόγος που κάποτε συγκινούσε για το κοινωνικό του περιεχόμενο, όχι όμως και για τις γενικότερες απόψεις του, και είχε μια επιρροή μεγαλύτερη από τα εκλογικά του επιτεύγματα στις βουλευτικές εκλογές, με εξαίρεση τα συνδικάτα, πράγμα καθόλου δυσερμήνευτο, σήμερα, τώρα, ο λόγος της κυβερνώσας Αριστεράς εξόν από προκλητικός έγινε και υπερπληθωρικός, σε μια προσπάθεια να γεμίσει το μεγάλο κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στην Αριστερή της ρητορική και στις ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές της, πολιτικές ούτως ή άλλως ανέντιμες με κάθε κριτήριο, και πριν αναλάβει η ίδια την προώθησή τους, πολιτικές που ουδείς την υποχρεώνει να λάβει, εξόν η πρόταξη του συμφέροντος που απορρέει από την κατοχή τής εξουσίας, το οποίο περιτυλίγεται με της άλλες ρητορείες περί εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος.

Το θέαμα του ζαρκαδιού που επιχειρεί να φοβίσει το λιοντάρι μιμούμενο τον βρυχηθμό του, αρμόζει μονάχα σε παραστάσεις τσίρκου, προς τέρψη του φιλοθεάμονος και κατά τεκμήριο παιδικού κοινού του. Την λεοντή αυτή την έχουμε ξαναζήσει πολλές φορές σε τούτη τη χώρα, με πολιτικές ηγεσίες και κυρίως κυβερνήσεις να πασχίζουν να μας πείσουν ότι είναι κάτι σαν τον τηλεοπτικό Ράμπο, που ξέπλυνε την κηλιδωμένη τιμή της Αμερικής στο Βιετνάμ, και ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικάνων στρατιωτών, το έκανε μόνος του, τσακίζοντας με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο τους εχθρούς της Μητέρας-Πατρίδας.

Αυτός ο βουτηγμένος στην προπαγανδιστική ρητορεία δήθεν Αριστερός λόγος, μιας και πρέπει μ’ αυτόν τον τρόπο να κρύψει την παντελή ένδεια της βούλησης και της θέλησής του να αγωνιστεί και θυσιαστεί πολιτικά για τα Αριστερά του πιστεύω, τουλάχιστον μ’ εκείνα που ταυτίζονται με τις προσδοκίες της πλειοψηφίας του λαού, που πλέον δεν τα πιστεύει και που δεν μπορεί δημόσια να το δηλώσει χωρίς να θυσιάσει την χρησιμότητά του για το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο σύστημα στο οποίο είναι χρήσιμοι αυτού του είδους Αριστεροί, είναι, επίσης, τούτος ο Αριστερός λόγος, επίσης βουτηγμένος στην ασημαντότητα.

Η Ασημαντότητα στην οποία έχει βυθιστεί η κυβερνώσα Αριστερά, βουτηγμένη στη νέα της καριέρα, αυτή του κυβερνάν, δεν είναι καν σε θέση να προωθήσει κάποιο, αν όχι νέο, τουλάχιστον κάποιο παλιό αλλά με νέο περιτύλιγμα θελκτικό όραμα, την ίδια στιγμή που στελέχη της, δεν μπορούν τουλάχιστον να μην είναι κυνικοί στη διατύπωση επιχειρημάτων τους, όταν δημόσια πρέπει να υπερασπιστούν την κυβίστησή τους.

Δεν είναι ούτε τυχαία ούτε καμουφλαρισμένη η παρουσία και ο ρόλος της Αριστεράς στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, η Αριστερά που εκτείνεται από το χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ίσαμε τον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Συμμετέχουν στη κυβερνητική διαχείριση της Νεοφιλελεύθερης Νέας Τάξης Πραγμάτων, με τον γνωστό άθλιο τρόπο. Το Αριστερό στόμα να επιτίθεται λεκτικά στον Νεοφιλελευθερισμό το πρωί, το Αριστερό χέρι να υπογράφει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές το μεσημέρι και το βράδυ το ίδιο Αριστερό στόμα να κλαψουρίζει και προπαγανδίζει την θεωρία του μονόδρομου.  Κι αυτό να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα.

Πόσο τυχαίο είναι το γεγονός ότι η κρίση εκδηλώθηκε όχι επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή αλλά, με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ; Πόσο τυχαίο ήταν ότι το δεύτερο Μνημόνιο υπογράφηκε από κυβέρνηση συνεργασίας τριών κομμάτων εκ των οποίων τα δύο ήταν κόμματα της Αριστεράς; Πόσο τυχαίο ήταν ότι το τρίτο Μνημόνιο υπογράφτηκε από μια συγκυβέρνηση της οποίας ο κύριος κορμός ήταν ο Αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα, μιας και δεν διέθετε η κυβέρνηση στη κρίσιμη ψηφοφορία την απαιτούμενη πλειοψηφία λόγω άρνησης της Αριστερής του Πλατφόρμας και όχι μόνο να ψηφίσουν το νέο Μνημόνιο, στηρίχθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των λοιπών, κατά τα λοιπά, αντιπολιτευόμενων κομμάτων;

Αυτό που χρειάζονται επειγόντως οι Ιδεολογίες του Ανθρώπου, προκειμένου να αντιπαρατεθούν με αξιώσεις στην κυρίαρχη στην εποχή μας ανάδυση του ολοκληρωτισμού με τη μορφή, επί του παρόντος, του Νεοφιλελευθερισμού, όπως τρεχόντως εκδηλώνεται χωρίς να έχει, εν τούτοις, αποκαλυφθεί πλήρως, είναι μια μεγάλης κλίμακας και έντασης ανατάραξη των λιμναζόντων τους υδάτων, που έχουν μεταβληθεί σε εστίες πνευματικής και πολιτικής μόλυνσης.

Αυτή όμως η ακατάσχετη φλυαρία και μπουρδολογία των υποταγμένων και των συνεργαζόμενων με την Αθλιότητα του λεγόμενου συνταγματικού ή δημοκρατικού τόξου, αυτών των ίδιων που συμβιβάστηκαν με την απαίτηση της Αθλιότητας το Σύνταγμα και η Δημοκρατία να ευτελιστούν και εξευτελισθούν κι όχι απλά να καταργηθούν, είναι φωνές χωρίς ήχο . Φωνάζουν και η κοινωνία πλέον δεν τους ακούει. Με τη σειρά τους, αδυνατούν να ακούσουν την εκκωφαντική σιωπή της κοινωνίας.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά και η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, με την παρουσία τους και με τη συμβολή τους στην ίδια την άσκηση της εξουσίας στο χώρο αυτό, πέραν των κοινωνικών τους αγώνων στο επίπεδο της καθημερινής διεκδίκησης λαϊκών αιτημάτων, συνέβαλαν στη δημιουργία προϋποθέσεων ευημερίας και προώθησης του κοινωνικού κράτους μα και της ίδιας της Δημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη, την ίδια στιγμή που στην Ανατολική Ευρώπη, οι εκεί λεγόμενες «σοσιαλιστικές-μαρξιστικές» κυβερνήσεις, έκαναν ό,τι πέρναγε από το χέρι τους να διαφημίζουν τις αρετές του αντίπαλου καπιταλιστικού συστήματος, κάνοντας τους ανθρώπους να πέφτουν στα συνοριακά με τη Δύση συρματοπλέγματα για να διαφύγουν από τον «σοσιαλιστικό παράδεισο». Αυτή την εικόνα, τουλάχιστον η Ευρωαριστερά, δεν μπόρεσε να την ανεχθεί και ασφαλώς δεν έπεσε στο λάθος εν ονόματι της όποιες «ορθοδοξίας», να την δικαιολογήσει. Αυτή η συμβολή δεν μπορεί να παραβληθεί, πολύ περισσότερο να μηδενιστεί. Όμως, από την δεκαετία του ’80 και κυρίως του ΄90 και δώθε, αυτή η Αριστερά στην Ευρώπη μεταλλάχθηκε σταδιακά, και τέθηκε κάτι παραπάνω υπό την κηδεμονία του νεοφιλελευθερισμού, στην πιο ακραία και επικίνδυνη εκδήλωσή του. Αυτό ούτε μπορεί να παραβλεφθεί, ούτε μπορεί το παρελθόν να λειτουργεί ως πλυντήριο ξεπλύματος ενός βρώμικου παρόντος.

Η Αριστερά στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα βεβαίως), έχει μια σημαντική εκκρεμότητα με τον εαυτό της, με την κοινωνία και με την Ιστορία : την εκκρεμότητα να συζητήσει ανοικτά και χωρίς ιδεολογικά προαπαιτούμενα τι πήγε και τι δεν πήγε καλά τα τελευταία 30-40 χρόνια και ιδίως από την δεκαετία του ’90 και μετά, με έμφαση την περίοδο της Μεγάλης Κρίσης των δεκαετιών του 2000 και 2010. Ακολούθως, πρέπει να αποφασίσει τι θα όφειλε να είναι σήμερα, ιδεολογικά και πολιτικά, και πώς θα το πετύχει. Αυτή η εκκρεμότητα, ή μάλλον, αυτές οι εκκρεμότητες, όσο διαρκούν τόσο θα οδηγήσουν μια ώρα νωρίτερα στην ουσιαστική εξαφάνιση της Αριστεράς, η οποία θα υπάρχει σαν τίτλος, που στους νεώτερους «κάτι θα τους θυμίζει από αυτά που άκουσαν από τους γονείς και τους παππούδες τους». Αυτή η Αριστερά, οφείλει επίσης να απαντήσει πού οφείλεται η αδυναμία της να επικοινωνήσει με τον κόσμο. Δεν αναφέρομαι στους κοινωνικούς αγώνες για την διεκδίκηση αιτημάτων της καθημερινότητας, πολύ σημαντικών καθ΄ αυτών, αλλά, κάτι, ως φαίνεται, ακόμα πιο καθοριστικό επιδρά, ώστε ο κόσμος να λέει : σας θέλουμε συμπαραστάτες στις διεκδικήσεις μας από τις κυβερνήσεις μας αλλά, δεν σας θέλουμε στη κυβέρνηση! Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα πέραν της Σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά κόμματα. Ποιο ή ποια είναι αυτά τα τόσο σημαντικά «κάτι» που φοβίζουν τον κόσμο ή έστω τον απωθούν από το να αναπτύξουν κάποια παραπέρα πολιτική «σχέση» και «επαφή» με την Αριστερά, επαναλαμβάνω, ιδίως αυτή την πέραν της Σοσιαλδημοκρατίας; Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για περαιτέρω ιδεολογικές και πολιτικές συζητήσεις και αναζητήσεις, αν και είμαι βέβαιος, ότι όλοι γνωρίζουν την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, και καλό θάναι, να ξεκινήσουν ακριβώς απ’ αυτά τα θέματα.

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.