Του Φοίβου Γκικόπουλου, ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
«Τα σημεία της στίξης καθορίζονται στο χειρόγραφο τόσο προσεκτικά, που δεν υπάρχει ούτε ένα κόμμα που δεν σκέφτηκα και…
ξανασκέφτηκα άπειρες φορές», γράφει ο Τζιάκομο Λεοπάρντι στις 5 Δεκεμβρίου του 1823 στον φίλο του Μπριγκέντι σχετικά με τη διόρθωση των δοκιμίων των ποιημάτων του.

Συνήθως, η τελεία χρησιμεύει στο να κλείσει μια περίοδο και να ξεχωρίσει μια φράση από μια άλλη: όπου κάθε φράση που περιέχεται ανάμεσα σε δύο τελείες πρέπει να έχει μια ολοκληρωμένη έννοια. Χρησιμοποιημένη συχνά, χρησιμεύει ώστε να αποφεύγονται μεγάλες περίοδοι, ειδικά εκείνες που συστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και κουράζουν τον αναγνώστη. Οπου χρειάζεται, κόβουμε τις μεγάλες φράσεις και βάζουμε κατά περίπτωση τελεία.

Το κόμμα, λιγότερο ή περισσότερο τακτικά, σημειώνει, ασθενέστερα από την τελεία, τις παύσεις ανάμεσα στις λέξεις ή στις ομάδες λέξεων, ανάμεσα στις περιόδους ή τις φράσεις.

Η συχνή χρήση του εξαρτάται από το ύφος ενός συγγραφέα. Υπάρχουν εκείνοι που κομματιάζουν το κείμενο με καταιγίδες κομμάτων (Μπέκετ) και άλλοι που προτιμούν να καταργούν τα κόμματα.

Η άνω τελεία ενδυναμώνει τη λειτουργία του κόμματος και ελαφρύνει εκείνη της τελείας. Χρησιμοποιείται για να διαιρεί προτάσεις σε συνοχή μεταξύ τους, με το ίδιο νόημα και είδος. Σημείο μάλλον ραφινάτο, παρά τραχύ. Χρησιμοποιημένο και κατανοητό από ελάχιστους, και γι’ αυτό σε σταδιακή κατάργηση, χρησιμεύει στο να συλλαμβάνει ειδικές διαβαθμίσεις και λεπτές πτυχές του γραπτού λόγου.

Η άνω-κάτω τελεία εισάγει μια αρίθμηση, μια ανάλυση ή έναν άμεσο λόγο. Επίσης αναγγέλλει μια θέση, μια επεξήγηση ή μια παρουσίαση.

Τα απλά εισαγωγικά δίνουν έμφαση σε μια λέξη που θα θέλαμε να της δώσουμε μια ξεχωριστή σημασία.

Αν η αδιαμφισβήτητη χρήση του ερωτηματικού (μια ερώτηση) δεν είναι διακριτική, το θαυμαστικό είναι ενοχλητικά εμφατικό.

Τα αποσιωπητικά, που χρησιμοποιούνται για να αποκλείονται οι περιττές λέξεις, καμιά φορά έχουν κάτι το ασαφές: λένε και δεν λένε, κάνουν κατανοητό το νόημα αλλά δεν εξηγούν, αφήνοντας στον αναγνώστη να ερμηνεύσει τη φράση. Επίσης υπαινίσσονται ένα συναίσθημα προσμονής ή εισάγουν μια ατάκα: «Εκείνον τον πολιτικό ευχαρίστως θα τον έστελνα…». Πιο τεχνικά, ανάμεσα σε αγκύλες, παρουσιάζοντας ένα παράθεμα, υποδεικνύουν ότι έχουν παραλειφθεί ορισμένες λέξεις ή φράσεις.

Οι παρενθέσεις ξεχωρίζουν μια φράση από το σώμα της παραγράφου αναδεικνύοντας τον συμπληρωματικό και οπωσδήποτε αυτόνομο ρόλο της σε σχέση με το κείμενο, μια φόρμα γραφής που οργανώνει τη γλώσσα: με τα ονόματα, τα ρήματα, τα επίθετα, κ.λπ. που εκφράζουν ένα περιεχόμενο.

Επειδή τα σημεία στίξης, εκτός από τη μαρτυρία της σκέψης εκείνου που γράφει, όπως το νεύρο του κειμένου, είναι επίσης «γραπτή φωνή» ή ήχος, το κόμμα είναι μουσικός σφυγμός ή ένας απαλός στεναγμός, η άνω τελεία μια αιωρούμενη ανάσα, η άνω-κάτω τελεία μια συγκρατημένη αναπνοή, το ερωτηματικό εισπνοή, το θαυμαστικό εκπνοή, τα αποσιωπητικά πνοή, η τελεία σιωπή.

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.