Κείμενο: Πάνος Διαμαντής
Στο Maranello, από τότε που το Φθινόπωρο του 2014 επήλθε η δραματική κορύφωση μιας σχέσης ανεξέλεγκτου συναισθήματος τριών…
πλευρών, όπου μία πλευρά ήταν μια κλασικού ιταλικού καπρίτσιου ομάδα F1 με αύρα ιέρειας σε έκσταση που μονίμως ζητά το λαιμό των καλύτερων νέων του κόσμου στα καλύτερα χρόνια τους, η δεύτερη πλευρά ένας θυμικός Ισπανός έτοιμος να γίνει Βεζούβιος με την πρώτη φιτιλιά, και η τρίτη πλευρά ένας Γερμανός που θυμάται μέσα σε καπνούς το παιδικό του δωμάτιο με αφίσα του Schumi να σηκώνει τη γροθιά στα κόκκινα, πλανάται η τεράστια αμφιβολία αν ο Sebastian Vettel θα αποδειχθεί καλύτερος του Fernando Alonso.

Έτσι όπως το 2016 ήρθε στο φως, ο Vettel στην Αυστραλία διαπίστωσε πως σε απόλυτη ταχύτητα -και στις συγκεκριμένες συνθήκες- η Mercedes W07 ήταν κατά 0,6-0,8” δευτερόλεπτα ταχύτερη στο γύρο από τη Ferrari SF16-H – αλλά και, ταυτόχρονα, ότι η Ferrari SF16-Η είχε διατηρήσει τη σπουδαία αρετή της πολύ πιο ανταγωνιστικής απόδοσης στις συστοιχίες γύρων του αγώνα.

Για τον Sebastian Vettel, αυτό ήταν ένα σκηνικό εντυπωσιακά παρεμφερές με εκείνο που συνάντησε ο Fernando Alonso το 2010, απέναντι στην πολύ πιο αεροδυναμικά αποδοτική και πολύ ταχύτερη Red Bull RB6. Και τότε, όπως και τώρα, η Ferrari είχε ένα αρκετά συγκροτημένο μονοθέσιο, πολύπλευρα καλό και χωρίς κάποιο σοβαρό κουσούρι, όμως χωρίς καμιά αμφιβολία πιο αργό της RB6.

Τότε ο Alonso, παρότι στο μέσον της χρονιάς βρέθηκε να υστερεί κατά 47 βαθμούς από την κορυφή, έκανε μια τέτοιας μαεστρίας υπέρβαση που κατάφερε να φτάσει τη Ferrari στο Abu Dhabi ως εν δυνάμει πρωταθλήτρια.

Κάτι τέτοιο ασκήθηκε, ως ισχυρή πίεση, στους ώμους του Vettel το 2016: να πετύχει ό,τι ο Alonso το 2010 με μια όχι κορυφαία Ferrari. Η εξέλιξη της SF16-H ήταν ανύπαρκτη μετά το Μάιο, και η απόδοσή της παρακμάζουσα, όμως αυτές οι δύο πτυχές είναι αμφίβολο αν αποτελούν βάσιμες δικαιολογίες για το πικρό γεγονός ότι ο Sebastian Vettel απέτυχε.

Με την αλλαγή των δύο κορυφαίων οδηγών της εποχής στο κεντρικό κόκπιτ της Ferrari, η Scuderia -σύμφωνα με στοιχεία που ο πρώην πρόεδρος Luca di Montezemolo έφερε ο ίδιος στο φως- αποσκοπούσε στην αλλαγή της ψυχολογίας της ομάδας.

Αυτό προστίθεται στις ήδη υπάρχουσες πληροφορίες ότι ο Alonso άρχισε να θεωρείται persona non grata στους διαδρόμους του Maranello όταν οι παραινέσεις και συστάσεις του για την πρόσληψη συγκεκριμένων ανθρώπων, όπως για παράδειγμα του Pat Symonds, θεωρήθηκε παρεμβολή στα πολιτικά της Ferrari. Και κανείς, κανείς απολύτως οδηγός, όπως και ο Alain Prost είχε κάποτε διαπιστώσει, δεν έπρεπε να βάζει το χέρι του σε τέτοια θέματα…

Σε αγωνιστικό, εν πάσει περιπτώσει, επίπεδο, ο Di Montezemolo είπε: «Είχα την αίσθηση ότι ο Fernando είχε στο μυαλό του ότι δεν θα κέρδιζε ποτέ με τη Ferrari, και ότι με τη Mercedes θα κέρδιζε με το ένα χέρι. Αυτό χαλούσε την ψυχολογία όλων».

Και εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα: μπορεί κανείς, βελτιώνοντας την ψυχολογία μιας ομάδας, και προσλαμβάνοντας έναν οδηγό που ακόμα δεν έχει αποκαλύψει αν είναι καλύτερος από τον ύψιστου επιπέδου οδηγό που αντικαθιστά, να κερδίσει την αφρόκρεμα των σχεδιαστών, μηχανολόγων και μηχανικών που επί τρία συναπτά έτη συγκέντρωνε στο Brackley η Mercedes;

Το 2009, που η Ferrari κάλεσε τον Michael Schumacher να αντικαταστήσει τον τραυματία Felipe Massa, ο Schumi είπε στον Di Montezemolo πως «ο οδηγός που χρειάζεστε για το μέλλον είναι ο Vettel». Λίγο αργότερα, στο τέλος του 2010, ο Di Montezemolo είχε πει όμως: «Ο Fernando είναι ένας συνδυασμός του Niki [Lauda], που ήταν πολύ έξυπνος στον αγώνα, και του Michael [Schumacher] που μπορούσε να κάνει γύρους στο απόλυτο όριο, σαν σε δοκιμές κατάταξης, από την εκκίνηση μέχρι την καρό σημαία στον αγώνα. Στον αγώνα καθαυτό, ναι, είναι ο καλύτερος».

Κι αυτά δεν ήταν λόγια διπλωματίας του Ιταλού, καθώς δύο χρόνια μετά από την αποχώρησή του από το Maranello, είπε ξανά, μετά τα λόγια περί της ψυχολογίας της ομάδας: «Να είμαι ξεκάθαρος: πιστεύω ότι ο Alonso είναι ο καλύτερος οδηγός στον κόσμο ακόμα και σήμερα, ειδικά τις Κυριακές. Ίσως ο Hamilton και ο Vettel να είναι ταχύτεροι σε έναν γύρο, αλλά στον αγώνα είναι απίστευτος – μια μηχανή.  Όμως, εμείς χρειαζόμασταν ψυχολογία και κίνητρο, για το μέλλον».

Τέλος πάντων, όταν έγινε σαφές στη Ferrari -από τον ίδιο τον Vettel- τον Οκτώβριο του 2014 ότι η Red Bull δεν είχε καλύψει έναν όρο σχετικό με τη συγκομιδή βαθμών τη χρονιά εκείνη, όρος που θα εμπόδιζε τον Vettel να σπάσει το συμβόλαιό του πριν το τέλος του 2015, κι ο τότε αγωνιστικός διευθυντής της Ferrari Marco Mattiacci προκάλεσε πίσω από κλειστές πόρτες τον Alonso και τον έκανε ηφαίστειο, για να τον αναγκάσει στην φυγή που και ο ίδιος ο Alonso αποζητούσε, ο μηχανισμός κινήθηκε και έγινε η διαδοχή στο θρόνο της Scuderia.

Και τώρα, παρότι το 2016 απέτυχε να το κάνει, απομένει να φανεί αν ο Sebastian Vettel είναι ικανός για να απομυζήσει από μια όχι κορυφαία Ferrari, που θα εξακολουθήσει και το 2017 να μην είναι κορυφαία, περισσότερα από όσα έχει να δώσει. Αν είναι ικανός για εκείνη την υπέρβαση, που θα τον ανεβάσει στο πάνθεον που τα κατορθώματα του Michael Schumacher και του Fernando Alonso -ανεξάρτητα αν οδήγησαν σε πέντε πρωταθλήματα ή σε κανένα- τους έχουν ήδη ανεβάσει.
Σίγουρα ο 30χρονος, πια, Γερμανός, που βρίσκεται κι αυτός τώρα μπροστά στα πιο ώριμα και καλύτερα χρόνια της καριέρας του, έχει αποδείξει ότι έχει κάθε εχέγγυο για να αποζητήσει την μαγεία μια γνήσιας υπέρβασης.


Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.