“Φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα ως μύρον…”, φωνή της Κάλλας…

Η Μαρία Άννα Καλογεροπούλου έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνιση της ως μαθήτρια του Εθνικού Ωδείου σε ηλικία 14 ετών και 4 μηνών, στις 11 Απριλίου 1938, στην αίθουσα του Παρνασσού. Ακόμη και αν η στήλη των καλλιτεχνικών στην εφημερίδα “Πρωία” ήταν παγερά αδιάφορη για την “δίδα Μαριάννα Καλογεροπούλου” η ίδια ήταν μια ντίβα μέσα σε κουκούλι.

“Δεν είμαι άγγελος ούτε υποκρίνομαι ότι είμαι. Αυτός δεν είναι ένας από τους ρόλους μου. Δεν είμαι όμως ούτε διάβολος. Είμαι μια γυναίκα. Είμαι μια επαγγελματίας” έλεγε η μεγαλύτερη ντίβα της όπερας που δεν μιλούσε εύκολα. Προτιμούσε να αφήνει τα λιμπρέτα να γεμίζουν με λόγια το χώρο. Προτιμούσε τη γενναιόδωρη φωνή της να γίνεται ξενιστής για αριστουργήματα κλασικά. Προτιμούσε την τέχνη από το ξόδεμα.

“Από την παιδική μου ηλικία κατάλαβα πως οι άνθρωποι τριγύρω μου δεν είχαν σωστή κρίση. Έτσι, ή έπρεπε να κάνω ό,τι έκαναν εκείνοι ή αυτό που ήξερα πολύ καλά ότι έπρεπε να κάνω” έλεγε. Η ζωή της τρικυμιώδης, ο έρωτας της με τον Αριστοτέλη Ωνάση ολύμπιος και τραγικός.

“Πάντοτε αγωνίστηκα για να ζήσω σαν μια κανονική ανθρώπινη ύπαρξη αλλά είχα την ατυχία να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να με εμποδίσουν” έλεγε η Μαρία Κάλλας που έζησε ακολουθώντας το ένστικτο της.

Μια σοπράνο sfogato, “μια σπάνια υψίφωνος που εκμεταλλεύεται όλο το δυναμικό φάσμα των τριών οκτάβων” η Κάλλας ήταν ένιωθε πάντα “ασχημόπαπο. Η μητέρα μου δεν μου έδινε σημασία και δεν μου έλεγε ποτέ μια καλή κουβέντα. Για να την κάνω να με προσέξει έπρεπε να τραγουδώ. Ήξερα πως είχα ωραία φωνή και μου έκανε καλό να προκαλώ θαυμασμό όταν τραγουδούσα. Έτσι, το τραγούδι έγινε προοδευτικά το φάρμακο κατά των συμπλεγμάτων μειονεξίας που ένιωθα” έλεγε στο ΤΙΜΕ το 1956.

“Το καλοκαίρι του 1941 προσλαμβάνεται ως πρωταγωνίστρια του θιάσου του Βασιλικού θεάτρου. Ήταν μόλις 17 ετών! Τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη του θιάσου, κυρίως οι γυναίκες, ήταν έξαλλοι από θυμό και θα τη σκότωναν ευχαρίστως. Η Μαρία δεν έκανε καμία προσπάθεια να τους κατευνάσει, αφού τσακωνόταν συνεχώς μαζί τους.” διηγείται η μητέρα της με την οποία η ίδια είχε σχέση μίσους στο βιβλίο της “Κάλλας, η κόρη μου” του 1960.

Η Μαρία Κάλλας περνά στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι.

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η μητέρα της στον Λώρενς Μπλόχμαν, και η οποία αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο όπως τα δημοσίευσε το ΒΗΜΑ το 1997.

“Γεννήθηκε την ώρα μιας θύελλας”

“Η κόρη μου Μαρία γεννήθηκε την ώρα μιας θύελλας και σήμερα αυτό μου φαίνεται συμβολικό, γιατί έκτοτε δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί η ίδια μια εστία θύελλας. Την ημέρα της γέννησής της, στις 4 Δεκεμβρίου 1923, χιόνιζε και εγώ, που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα, δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου τόσο δυνατή χιονοθύελλα. Είχα φθάσει στην Αμερική μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα και από το παράθυρο του δωματίου μου στο Νοσοκομείο Φλάουερ της Νέας Υόρκης κοίταζα τους σωρούς από χιόνι που κατέκλυζαν το τοπίο και έπνιγαν όλους τους θορύβους.

Όταν μου έφεραν τη Μαρία, στην αρχή αρνήθηκα να την κοιτάξω. Πεισματικά συνέχιζα να έχω καρφωμένο το βλέμμα μου στο πάρκο, στα δέντρα που λύγιζαν στη θύελλα. Περίμενα αγόρι. Αυτό το κοριτσάκι δεν με ενδιέφερε. Είχα κιόλας μια κόρη 6 ετών, την Υακίνθη μου, που τη φωνάζουμε Τζάκι, και είχα χάσει τον μοναχογιό μου, τον Βασίλη, το πολυαγαπημένο μου μωρό, που δεν είχε καλά καλά κλείσει τα τρία. Από τον θάνατό του δεν σταμάτησα να προσεύχομαι ζητώντας να έρθει ένας άλλος γιος να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει στην καρδιά μου.

Η κόρη μου Μαρία είχε γίνει κιόλας τεσσάρων ημερών όταν αποφάσισα να την αγαπήσω. Ο γιατρός είχε δίκιο: ήταν τόσο όμορφη με τις μαύρες μπούκλες και τα τεράστια μάτια της που την έσφιξα στην αγκαλιά μου και τη γέμισα φιλιά. Από εκείνη την ημέρα δεν έπαψα ποτέ να την αγαπώ.

Ο σύζυγός μου και εγώ δεν είχαμε διαλέξει όνομα για τη Μαρία πριν από τη γέννησή της. Όταν οι νοσοκόμες με ρώτησαν τι όνομα να γράψουν στο βραχιολάκι που βάζουν στα μωρά στις κλινικές, εγώ απάντησα Σοφία και ο σύζυγός μου Καικιλία, λίγο αργότερα όμως αρχίσαμε να τη φωνάζουμε Μαρία.

Τρία χρόνια αργότερα η κόρη μας βαφτίστηκε στην ελληνορθόδοξη εκκλησία της 74ης οδού στη Νέα Υόρκη και ο σύζυγός μου και εγώ είχαμε επιτέλους αποφασίσει: στη βάφτισή της της δόθηκαν τα ονόματα Καικιλία, Σοφία, Αννα, Μαρία. Νονός της ήταν ο γιατρός Λαντζούνης, ο εξαιρετικός φίλος μου, που την έφερε στον κόσμο. Την ίδια περίπου εποχή ο σύζυγός μου και εγώ αλλάξαμε, με δικαστική απόφαση, το όνομα Καλογερόπουλος, που κανένας στην Αμερική δεν μπορούσε να προφέρει σωστά, παίρνοντας το όνομα Κάλλας. Ωστόσο στη συνέχεια συχνά χρησιμοποιήσαμε και τα δύο ονόματά μας.

Δεν θυμάμαι πια καθόλου σε ποια στιγμή υποπτεύθηκα για πρώτη φορά ότι η κόρη μου Μαρία είχε ίσως μια φωνή ονειρεμένη. Η Τζάκι, που ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερη από τη Μαρία, τραγουδούσε ακατάπαυστα σε όλο το σπίτι, έτσι στην αρχή έδωσα ελάχιστη σημασία στα πρώτα τιτιβίσματα της Μαρίας.

Σε ηλικία τεσσάρων ετών ωστόσο η Μαρία με εξέπληξε. Είχαμε μια πιανόλα, ένα μηχανικό πιάνο που έπαιζε με διάτρητους κυλίνδρους και το ενεργοποιούσες με τα πεντάλ. Μπορούσες να το χρησιμοποιήσεις και σαν κανονικό πιάνο. Η Μαρία λάτρευε να το ακούει. Εκείνη την ημέρα η Τζάκι ήταν στο σχολείο και εγώ ήμουν στην κουζίνα φτιάχνοντας ψωμί -οι κόρες μου τρελαινόταν για το ψωμί που έφτιαχνα στο σπίτι- όταν άκουσα την πιανόλα και έτρεξα στο σαλόνι, με τα χέρια γεμάτα αλεύρι, για να δω ποιος μπορεί να την έκανε να παίζει.

Ήταν η Μαρία, η οποία είχε κουλουριαστεί κάτω από την πιανόλα και πατούσε τα πεντάλ με τα χέρια της, γιατί ήταν ακόμη πολύ μικρή για να μπορεί να κάθεται στο σκαμνί και να τα φθάνει με τα πόδια της. Άκουγε τη μουσική που έβγαζε με το στόμα μισάνοιχτο και τα μαύρα μάτια της έλαμπαν. Τη σήκωσα στην αγκαλιά μου, τη φίλησα και την πήγα στην κουζίνα για να της πλύνω τα χέρια, αμέσως όμως μόλις την άφησα καταγής εκείνη εξαφανίστηκε και πάλι κάτω από την πιανόλα. Τότε ίσως ήταν που διέβλεψα για πρώτη φορά ότι η Μαρία είχε μουσικό ταλέντο, έφθασε όμως δέκα ετών ώσπου να καταλάβω ότι ήταν προικισμένη με μια υπέροχη φωνή.

Στην Αθήνα, από το 1940 ως το 1944, κατά τη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής, η Μαρία άρχισε να γίνεται γνωστή και αυτή υπήρξε η αρχή της φήμης της. Το 1940 η Μαρία συνέχιζε τις σπουδές της στο ωδείο και τραγουδούσε γερμανικά λίντερ, άριες, και πήρε τον πρώτο ρόλο σε δύο μαθητικές παραστάσεις, στον «Χορόμεταμφιεσμένων» και στην «Αΐντα» του Βέρντι. Ο βαθύφωνος Νίκος Μοσχονάς, που είχε τραγουδήσει για πολύ στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, την είχε ακούσει στην «Αΐντα» και μου είχε πει:

“Κυρία Κάλλας, σε δεκατέσσερα χρόνια η κόρη σας θα είναι διάσημη και θα κολυμπάτε στο χρυσάφι”.

Το 1940 λοιπόν η Μαρία τραγουδούσε στο Βασιλικό Θέατρο, με τον θίασο, μικρούς ρόλους που της έδιναν, δεν είχε όμως ακόμη προσελκύσει την προσοχή των κριτικών, μόνο των καθηγητών της στο ωδείο.

Το καλοκαίρι του 1941, όταν οι ναζί επέτρεψαν να ξανανοίξουν τα θέατρα, η Μαρία ξανάρχισε να τραγουδάει στο ωδείο και στην όπερα. Προσελήφθη ως πρωταγωνίστρια του θιάσου του Βασιλικού Θεάτρου. Ήταν μόλις 17 ετών! Τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη του θιάσου, κυρίως οι γυναίκες, ήταν έξαλλοι από θυμό και θα την σκότωναν ευχαρίστως. Η Μαρία δεν έκανε καμία προσπάθεια, φοβάμαι, για να τους κατευνάσει, αφού τσακωνόταν συνέχεια μαζί τους. Όταν ήμουν μαζί της στο θέατρο προσπαθούσα να την συγκρατήσω.

«Μαρία, μη φέρεσαι τόσο άσχημα!».
«Με εκνευρίζουν, μαμά» μου απαντούσε.

Καμιά φορά ορμούσε επάνω τους, με τις γροθιές της προτεταμένες. Μια μέρα γύρισε στο σπίτι με μαυρισμένο μάτι: ο σύζυγος της κυρίας Φλερύ, μιας άλλης υψιφώνου, την αποκάλεσε «πόρνη». Αμέσως εκείνη άφησε τα βιβλία της, έβγαλε τα γυαλιά της και χύμηξε επάνω του.

Ωστόσο όταν εγώ ήμουν μέσα στο καμαρίνι της κανείς δεν τολμούσε να την χτυπήσει. Με φοβούνταν. Το παλιό Βασιλικό Θέατρο όπου τραγουδούσε η Μαρία δεν υπάρχει πια. Για τη Μαρία, που δεν έβλεπε καλά, η μικρή αυτή σκηνή ήταν ένας εφιάλτης γιατί ήταν υποχρεωμένη να τραγουδάει χωρίς γυαλιά.

Τα μέλη του θιάσου ρεπερτορίου δεν πληρώνονταν άσχημα. Η Μαρία έπαιρνε τρεις χιλιάδες δραχμές τον μήνα ως πρωταγωνίστρια. Η Μαρία δεν ζούσε την οικογένειά της με τον εκπληκτικό αυτό μισθό. Το μεγαλύτερο μέρος του το ξόδευε σε καραμέλες, όταν έβρισκε, επειδή όπως όλοι μας είχε μια τρελή επιθυμία και μια πραγματική ανάγκη για τα ζαχαρωτά.

Το καλοκαίρι ο θίασος της Βασιλικής Όπερας έδινε επίσης παραστάσεις σε ένα από τα δύο αρχαία ελληνικά θέατρα που υπάρχουν ακόμη στους πρόποδες της Ακρόπολης, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Η ακουστική του είναι εκπληκτική. Όταν η Μαρία τραγουδούσε ήμουν πάντα εκεί για να την ακούσω.

Τον Ιούλιο του 1941 στην αίθουσα του Βασιλικού Θεάτρου (και όχι στο αρχαίο αμφιθέατρο) η Μαρία εμφανίστηκε για τρίτη φορά σε σημαντικό ρόλο και τραγούδησε «Τόσκα» μπροστά σε ένα κοινό γεμάτο γερμανούς και ιταλούς στρατιώτες. Ο Μάριός της ήταν κάποιος Αντώνης Δελένδας -ή Ντελέντας όπως έγραφαν συχνά το όνομά του στο εξωτερικό. Ηταν καλός ηθοποιός και τραγουδούσε καλά. Ένας βαρύτονος πολύ ωραίος, ο Καρέλης, του οποίου η φωνή δεν ήταν ίσως στο ύψος του παρουσιαστικού του, τραγουδούσε τον ρόλο του Σκάρπια.

Η Μαρία τραγούδησε πολύ καλά και οι Ιταλοί, που λατρεύουν την «Τόσκα», τη χειροκρότησαν, το μεγαλύτερο όμως μέρος των χειροκροτημάτων πήγε στον Δελένδα, που ήταν πολύ δημοφιλής. Ακόμη και στην Αθήνα, η Μαρία δεν είχε ακόμη αποκτήσει πραγματική φήμη. Μια άλλη υψίφωνος, και όχι η Μαρία, θα τραγουδούσε την «Τόσκα»εκείνη τη βραδιά, αρρώστησε όμως την τελευταία στιγμή και η Μαρία επελέγη για να την αντικαταστήσει.

Η υψίφωνος αυτή, της οποίας δεν θα πω το όνομα, ήταν απόλυτα αποφασισμένη να εμποδίσει τη Μαρία να τραγουδήσει. Έστειλε τον σύζυγό της για να απαγορεύσει στη Μαρία να μπει στο Θέατρο. Οταν όμως εκείνος προσπάθησε να της φράξει την είσοδο των καλλιτεχνών, εκείνη όρμησε επάνω του και του γρατσούνισε το πρόσωπο. Για μία ακόμη φορά ήμουν υπερήφανη για το θάρρος της κόρης μου.

Η Μαρία τραγούδησε τον ρόλο της Λεονόρα στην οριστική εκδοχή του «Φιντέλιο», της μοναδικής όπερας του μεγάλου Μπετόβεν, λίγο αργότερα στο ωραίο αρχαίο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού. Ηταν εκεί, κάτω από τα άστρα της ζεστής ελληνικής νύχτας, που γνώρισε την πρώτη πραγματική επευφημία της. Ολο το κοινό είχε σηκωθεί για να την αποθεώσει.

Εκείνο το βράδυ καθόμουν δίπλα σε έναν γερμανό αξιωματικό ο οποίος είχε ενθουσιαστεί τόσο από τη φωνή της Μαρίας που πετούσε, φωνάζοντας, το καπέλο του στον αέρα.

«Τι καλλιτέχνις!» αναφώνησε γυρίζοντας προς το μέρος μου. «Τι φωνή! Αυτή η κοπέλα θα γίνει διάσημη».

Όταν του είπα ότι ήμουν η μητέρα της Μαρίας, με αγκάλιασε και άρχισε να με φιλάει. «Όχι, όχι!» του φώναζα.

«Είστε εχθρός μου!». Ξέσπασε σε γέλια και με φίλησε ξανά.

«Δεν θα μπορούσα να είμαι εχθρός μιας γυναίκας που έφερε στον κόσμο μια τέτοια κόρη, κυρία» μου είπε.

Ήμουν έξαλλη, στο βάθος όμως της καρδιάς μου ήμουν και ευχαριστημένη που ένας εχθρός θαύμαζε τη Μαρία.

(…)

Λίγο μετά τη διάλυση του θιάσου όπερας που είχε ιδρύσει ο Εντι Μπαγκαρόζι, ένας ιταλός φίλος του, ο Τζιοβάνι Ζενατέλο, διευθυντής της Όπερας της Βερόνας, έφθασε στη Νέα Υόρκη αναζητώντας μια υψίφωνο για να τραγουδήσει τον πρώτο ρόλο της «Τζιοκόντα» τουΠονκιέλι, εκείνο το καλοκαίρι, στο φεστιβάλ μουσικής της Βερόνας. Ο Ζενατέλο είχε κατά νου μια αοιδό πρώτης τάξεως, τη Ζίνκα Μίλανοφ, που ήταν τότε τόσο διάσημη όσο είναι σήμερα. Την άνοιξη του 1947 η Μίλανοφ ήταν μεταξύ 40 και 50 ετών. Είχε μεγάλη εμπειρία στην όπερα. Η Μαρία, που δεν είχε ακόμη αποκτήσει τίποτε ούτε από τη φήμη της ούτε από την πείρα της, ήταν 23 ετών.

Για τον Εντι Μπαγκαρόζι το νεαρό της ηλικίας και η απειρία της Μαρίας δεν μετρούσαν. Μόλις έμαθε ότι ο Ζενατέλο ήθελε να κλείσει τη Ζίνκα Μίλανοφ, ανέλαβε δράση, είπε στον φίλο του ότι ήξερε μια πολύ καλύτερη αοιδό από τη γριά Μίλανοφ, μια νεαρή άγνωστη υψίφωνο ονόματι Μαρία Κάλλας. Ο Έντι ήταν τόσο πειστικός όσο ήταν ωραίος και ο Ζενατέλο, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, παραχώρησε μια ακρόαση στη Μαρία, σκοπεύοντας να την κάνει αντικαταστάτρια της Μίλανοφ. Ο Ρίτσαρντ Τάκερ, ένας τενόρος της Μητροπολιτικής Όπερας, τραγούδησε μαζί της.

Για την ακρόαση η Μαρία, που είχε γίνει σχεδόν αδύνατη χάρη στις προσπάθειές μας, φόρεσε μια απλή άσπρη μπλούζα και μια μαύρη φούστα. Έδειχνε σαν κοριτσάκι ενώ κανείς δεν θα έλεγε το ίδιο για τη Μίλανοφ. Δεν είχε μακιγιαριστεί, ίσως για να είναι πιο εντυπωσιακή η νεότητά της. Η Μαρία κατείχε πάντοτε την τέχνη τού να εντυπωσιάζει. Διαμαρτυρήθηκε όταν οι γραμματείς, στην ακρόαση, επέμειναν να της βάλουν κραγιόν.

Η συνέχεια των γεγονότων απέδειξε ότι εκείνο το κραγιόν ήταν περιττό. Όταν η Μαρία σταμάτησε να τραγουδάει όλοι έτρεξαν να την αγκαλιάσουν. Ο Τάκερ της δήλωσε ότι ήταν τιμή για εκείνον που τραγούδησε μαζί της και ο Ζενατέλο την έκλεισε επί τόπου για να τραγουδήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Τζιοκόντα».

Ο Έντι Μπαγκαρόζι, με την έμφυτη αισιοδοξία του, ξανάρχιζε τα όνειρα ότι ο ίδιος και η Μαρία θα γίνονταν πλούσιοι, βασιζόμενος όχι στη συμφωνία για τη Βερόνα, η οποία απέφερε στην κόρη μου το μυθικό ποσό των 60 δολαρίων, σε λιρέτες, αλλά στα άλλα συμβόλαια που δεν θα αργούσαν να ακολουθήσουν.

Τελικά, από κάποια άποψη, η παράσταση αυτή υπήρξε το γεγονός που σημάδεψε την ύπαρξή της, αφού την έκανε να γνωρίσει τους «δύο άρχοντες της Βερόνας» (όπως στον Σαίξπηρ) που θα αναστάτωναν την υπόλοιπη ζωή της.

Ο διευθυντής ορχήστρας στην «Τζιοκόντα» ήταν μια μεγαλοφυΐα με γκρίζα μαλλιά, του οποίου είχα κάποτε δει τα αρχικά (Τ.Σ.) ρίχνοντας τα χαρτιά στη Μαρία.

Είχε υπάρξει διευθυντής ορχήστρας στη Σκάλα του Μιλάνου, στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης και ήταν διάσημος σε όλο τον κόσμο. Ήταν ο Τούλιο Σεραφίν. Από την άλλη, σε ένα δείπνο που δόθηκε για τους σταρ της όπερας, η Μαρία γνώρισε έναν πλούσιο κατασκευαστή τούβλων και οικοδομικών υλικών. Είχε γκρίζα μαλλιά όπως ο Σεραφίν και ήταν και αυτός πολύ μεγαλύτερός της. Την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα: ήταν ο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι.

Η Μαρία μού έγραψε αμέσως για να μου μιλήσει για τον Μενεγκίνι. «Γνώρισα έναν άνδρα που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου» μου έλεγε. «Θέλει να με παντρευτεί. Δεν ξέρω τι να του απαντήσω. Είναι πενήντα τριών ετών. Τι λες γι’ αυτό; Είναι πολύ πλούσιος και με λατρεύει».

Δεν ήξερα και πολύ τι να πω. Η ιδέα ότι η Μαρία θα παντρευόταν έναν άνδρα τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της δεν με ενθουσίαζε καθόλου, δεν ήταν όμως πλέον παιδί. Έπρεπε να αποφασίσει μόνη της. Έτσι λοιπόν της απάντησα: «Αν είναι καλός άνθρωπος και τον αγαπάς, παντρέψου τον. Η ηλικία δεν μετράει αν τον αγαπάς».

Η Μαρία επαναλαμβάνει συνέχεια ότι την εποχή που γνώρισε τον Μενεγκίνι ήταν χοντρή και άσχημη, «αποκρουστική», και ότι του ήταν ευγνώμων για τον θαυμασμό του επειδή πολύ λίγοι άνδρες την κοίταζαν. Στην πραγματικότητα πολλοί ήταν εκείνοι που την έβλεπαν, όπως εκείνος, με θαυμασμό, και στη ζωή της δεν είχε υπάρξει «αποκρουστική». Είχε ¬ είναι η αλήθεια ¬ λίγη αυτοπεποίθηση. Της χρειαζόταν κάποιος για να στηρίζεται, κάποιος για να τη συμβουλεύει, όπως είχα κάνει εγώ.

Ο Μενεγκίνι, πιστεύω, το είχε καταλάβει. Από την ημέρα που συνάντησε τη Μαρία, αφιερώθηκε σε αυτό, προσέχοντάς την σαν κόρη του, παραμελώντας τις δουλειές του για να της κάνει τον μάνατζερ. Και έπεισε τον Σεραφίν να την καθοδηγήσει.

Επί τέσσερα χρόνια, πριν και μετά τον γάμο της με τον Μενεγκίνι, ο Σεραφίν εργάστηκε ακατάπαυστα με τη Μαρία και την έκανε τη μεγάλη δραματική καλλιτέχνιδα που έγινε στις καλύτερές της μέρες. Μερικές φορές την βασάνιζε, κάνοντάς τη να δουλεύει ώσπου να πέφτει κάτω από την κούραση. Πέρασε ολόκληρες εβδομάδες στη βίλα του Σεραφίν, αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ εκείνος την έβαζε να επαναλαμβάνει έναν και μόνο ρόλο, εκείνον της «Τραβιάτα». Την εποχή εκείνη το γνωρίζαμε μόνο τέσσερα άτομα: ο Σεραφίν, η Μαρία, ο Μενεγκίνι και εγώ, η μητέρα της Μαρίας.

Η Μαρία μού τα διηγούνταν όλα αυτά στα γράμματά της. Μου μετέδιδε μηνύματα από τον Σεραφίν, ο οποίος μου έδινε συγχαρητήρια που μεγάλωσα τόσο καλά την κόρη μου, και με παρακάλεσε να του γράψω για να τον ευχαριστήσω για όσα έκανε για εκείνη. Δεν το έκανα, γιατί η ιδέα να γράψω σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα μου προκαλούσε δέος. Μετανιώνω σήμερα που δεν το έκανα.

Μερικά χρόνια αργότερα, στην Πόλη του Μεξικού, εκεί όπου την άκουσα να τραγουδάει για τελευταία φορά, το κοινό της Μαρίας ζητούσε τις παλιές κλασικές ιταλικές όπερες και εκείνη τους έδωσε αυτό που ήθελαν. Δεν γνώρισα καθόλου, τουλάχιστον από προσωπική εμπειρία, τους θριάμβους που θα έκανε στη συνέχεια σε άλλους ρόλους. Δεν την άκουσα ποτέ να τραγουδάει στη σκηνή τη «Νόρμα», τον «Πειρατή» ούτε τη «Μήδεια». Ορισμένοι κριτικοί λένε ότι αυτό το τελευταίο έργο είναι ο καλύτερός της ρόλος. Ο Σεραφίν τής τον είχε διδάξει και αυτόν. Προσωπικά, δεν ξέρω και πολλά από μουσική -παίζω μαντολίνο, και αυτό είναι όλο- και δεν είμαι κριτικός, αλλά στο Μεξικό εμένα μου άρεσε περισσότερο στον «Τροβατόρε».

Στο Μεξικό, ακούγοντας αυτή την καινούργια κόρη που ανακάλυπτα, αυτήν την καλλιτέχνιδα που δεν είχα γνωρίσει ως τότε παρά μόνο όταν ήταν ακόμη μπουμπούκι, όλα τα όνειρα που είχα κάνει για τη Μαρία, το καταλαβαίνω, είχαν πραγματοποιηθεί. Θυμήθηκα τότε τον πρώτο πραγματικό της θρίαμβο στην όπερα, όταν είχε τραγουδήσει «Φιντέλιο» στο αρχαίο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, εκεί όπου ένας γερμανός αξιωματικός με είχε φιλήσει προβλέποντας ότι η κόρη μου θα γινόταν διάσημη”.

https://open.spotify.com/embed/artist/0bjdfjE8XbLa2Odstu6E1E

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.