H Γερμανία, ενοποιημένη πια, είδε τον πρώτο της οδηγό να κατακτά το παγκόσμιο πρωτάθλημα F1, το ’94. Toν Michael Schumacher. Ήταν ο 24ος πιλότος της…
ιστορίας που στεφόταν τιτλούχος. Θα περνούσαν άλλα 16 χρόνια για να αντικρίσει τον δεύτερο, και τελευταίο μέχρι στιγμής, με την ύψιστη αυτή διάκριση. Τον Sebastian Vettel, ο οποίος ήταν ο 32ος πρωταθλητής.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΝΙΚΟΛΑΣ Σ. ΖΑΛΜΑΣ, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΕΝΙΟΣ ΚΑΤΗΣ, ΦΩΤΟ: Ν.Σ.Ζ, ΑΡΧΕΙΟ

Όταν οι δυο αυτοί τιτλούχοι ήταν αγέννητοι, οι γονείς τους ακόμα ανύμφευτοι, η πατρίδα τους διχοτομημένη και ο πλανήτης ζούσε στους ρυθμούς του ψυχρού πολέμου, ένας άλλος Γερμανός κέρδισε για πρώτη φορά GP και διεκδίκησε με πολλές πιθανότητες τον τίτλο. Ήταν ο Wolfgang von Trips, απόγονος ευγενούς οικογένειας με έδρα την ευρύτερη περιοχή του Ρήνου.

Ο Trips έχασε την ζωή του στο Ιταλικό GP, στις 10 Σεπτεμβρίου του 1961. Εκείνον τον αγώνα, κέρδισε ο Αμερικανός Phill Hill, επίδοση που του χάρισε τον τίτλο εκείνης της χρονιάς με συνολικά 34 βαθμούς έναντι 32 του Trips. Η Γερμανία έπρεπε να περιμένει άλλα 33 χρόνια. Όσα και τα χρόνια που έζησε ο von.

Σήμερα, 55 χρόνια μετά την απώλεια του, θυμόμαστε το άνθρωπο, τον οδηγό μα και τη σχέση του με την Ελλάδα.

O Γερμανός ευγενής Wolfgang Reichsgraf Alexander Berghe von Trips, μοναχοπαίδι του Eduard και της Thessa, γεννήθηκε στις 4 Μαΐου του ’28 στην Κολωνία της Γερμανίας. Στα παιδικά χρόνια οι γονείς του τον αποκαλούσαν «Wοlfchen» δηλαδή λυκόπουλο. Η οικογένεια κατοικούσε μέχρι το 1932 στη Βόννη. Τότε, ο πατέρας του κληρονόμησε το κάστρο Hemmersbach μαζί με μια μεγάλη έκταση από κτήματα και μετακόμισαν εκεί.

Ο Wolfgang βίωσε μια εξαίρετη νεότητα, κατ’ πρώτον διότι ήταν ένα παιδί μιας ισορροπημένης και ισχυρής οικονομικά οικογένειας. Κατά δεύτερον διότι απεδείχθη άχρηστος για το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς καθότι η μηνιγγίτιδα που τον προσέβαλε, άφησε τα σημάδια της, ενώ υπέφερε και από διαβήτη. Γλύτωσε έτσι την ισοπέδωση από την χιτλερική νεολαία. Τέλος το πατρικό κτήμα στο Hemmersbach ήταν πολύ κοντά στο Nurburgring. Η γειτνίαση αυτή, του επέτρεψε να παρακολουθήσει τα προπολεμικά GP, από το ’35 έως και το ’38. Ήταν κάτι σαν βάπτισμα.

Αυτά που είδε, αυτά που ένοιωσε τον σημάδεψαν για πάντα. Μπροστά του εκτυλίχτηκαν οι τρομερές μάχες ανάμεσα στις Μercedes και στα Auto Union, είδε τον Bernd Rosemeyer, να δίνει τις μοναδικές παραστάσεις του, αλλά πάνω απ’ όλα, εκεί τον είδε να στέκεται όρθιος στην πλημμυρίδα του σκότους του εθνικοσοσιαλισμού. Ήταν ο μόνος κορυφαίος οδηγός που αρνήθηκε την πρόταση του Heinrich Himmler να γίνει επίτιμο μέλος των SS και αυτή η άρνηση απαιτούσε περισσότερο θάρρος απ’ ότι οι στροφές του Ring.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η μικρή του ηλικία του Wolfgang, τον γλύτωσε από τα χειρότερα αν και λέγεται ότι αργότερα, ως έφηβος, υπηρέτησε υπόλογος σε αεροπορική βάση στο Βέλγιο. Διδάχτηκε, σε συντομότατο χρόνο, την αγγλική γλώσσα από το Αμερικανικό κλιμάκιο που στάθμευσε μετά την παράδοση της Γερμανίας στο οικογενειακό κάστρο, αλλά μιλούσε με ευχέρεια τη Γαλλική και την Ιταλική. Το 1946 ξεκίνησε γεωπονικές σπουδές ώστε να αναλάβει τα οικογενειακά κτήματα, παράλληλα απέκτησε άδεια οδήγησης αλλά γινόταν φανερό ότι οι αγώνες, τον απασχολούσαν ολοένα και πιο πολύ.

Όπως και ο Rosemeyer 20 χρόνια νωρίτερα, έτσι και εκείνος θα ξεκινούσε την εμπλοκή του στο motor sport από το δίτροχο κόσμο πάνω σε με μια B.M.W. 500. Σύντομα όμως θα τον κέρδιζαν τα αυτοκίνητα. Στα πρώτα βήματα της αγωνιστικής του καριέρας οι πληροφορίες τον θέλουν τόσο πένητα, ώστε να εξοφλεί τα χρέη των αγωνιστικών του δραστηριοτήτων με τα έσοδα από τις διακρίσεις! Οι γονείς του, ήταν σφόδρα αντίθετοι με τις δραστηριότητες του και όχι μόνον δεν τον βοήθησαν οικονομικά, αλλά του έθεταν εμπόδια προκειμένου να τον αποτρέψουν.

Το λυκόπουλο, όμως ήταν αποφασισμένο και καθώς γινόταν σιγά – σιγά λύκος ήθελε να φτάσει μακριά. Τις πρώτες εμφανίσεις του αναγκάζεται να τις κάνει υπό το ψευδώνυμο Alex Lienther. Ξεκινά με συμμετοχές σε ράλυ. Το ’54 κατακτά το Γερμανικό πρωτάθλημα GT και στο Mille Miglia του ’55 θα τερματίσει δεύτερος την κλάση των 1.300 κ.εκ. με Porsche, ενώ το 1956 θα οδηγήσει για λογαριασμό της Ferrari. Το Ιούλιο της ίδιας χρονιάς θα τερματίσει μαζί με τον von Frankerberg στην 5η θέση γενικής στον 24ωρο αγώνα του Le Mans και στην πρώτη της κλάσεως 1.500 κ.εκ. πάλι με Porsche.

Σε επίπεδο G.P. εμπλέκεται πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του ’56 στην Monza όπου θα έχει ένα άσχημο ατύχημα με την Ferrari 555 “Supersqualo” (σ.σ. στην ιταλική squalo σημαίνει καρχαρίας) που οδηγεί. Επιζεί από θαύμα καθώς στην διάρκεια των δοκιμών κατατάξεως, σπάει ο άξονας του τιμονιού. Το μονοθέσιο ανατρέπεται και σέρνεται στην πίστα αφού έχει εξακοντίσει τον οδηγό μακριά με μικρά τραύματα. Ο, παραδοσιακά δύσπιστος και σκληρός με τους οδηγούς του, Enzo δεν πιστεύει τον ισχυρισμό του Γερμανού. Θα χρειαστεί να γίνει ο αγώνας να εγκαταλείψουν δυο Lancia Ferrari D 50 (Luigi Musso, Eugenio Castelloti) από την ίδια αιτία, προκειμένου να πειστεί ο «πατριάρχης» και να τον κρατήσει στην ομάδα.

Την επόμενη χρονιά, στις 13 Ιανουαρίου του ’57 στην Αργεντινή, όπου θα τερματίσει στην 6η θέση πίσω από τον άλλο ευγενή, τον Ισπανό Alfonso de Portago, θα κερδίσει τον πρώτο του πόντο στο πρώτο του ουσιαστικά G.P. Στις 8 Σεπτεμβρίου στην Monza, στην τρίτη του εμφάνιση, (είχε μεσολαβήσει μια εγκατάλειψη στο Μonaco) θα ανεβεί για πρώτη φορά στο podium, πίσω από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, τον Stirling Moss και τον Juan Manuel Fangio.

H πρώτη επίσκεψη
Τρεις εβδομάδες αργότερα στις 22 Σεπτεμβρίου του 1957, ο Trips έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Συμμετέχει στην ανάβαση Πάρνηθας που προσμετρούσε στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ήταν η πρώτη φορά στον τόπο μας όπου οι αγωνιζόμενοι, εκτέλεσαν τη διαδρομή δύο φορές και το σύνολο των χρόνων τους έβγαλε την τελική επίδοση.
Ο λόγος ήταν η άσχημη κατάσταση του ασφαλτοτάπητα, οποίος δεν πρόλαβε να επισκευασθεί και εκτελέστηκε δύο φορές ένα τμήμα 6 χιλιομέτρων προκειμένου να συμπληρωθεί το ελάχιστο της απόστασης που επέβαλαν οι τότε κανονισμοί.
Ο Γερμανός ευγενής, οδηγώντας με τευτονική ακρίβεια μια Porsche Spyder RS θα σημειώσει 4′:12”:7 στο πρώτο ανέβασμα, 4′:09”:6 στο δεύτερο και με συνολικό χρόνο 8′:22”:3 θα επικρατήσει μπροστά από τους συμπατριώτες του Hans Hermann (Borgward), Edgar Barth (Porsche), von Frankerberg (Porsche), Utner (Borgward), von Hanstein (Porsche).
Το πόσο εντυπωσίασαν με την εμφάνισή τους σε εκείνη την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα τα καθαρόαιμα αγωνιστικά αυτοκίνητα φαίνεται και από το ρεπορτάζ της εποχής (περιοδικό «το Βολάν» τεύχος 10ης Οκτ. 57. σ. 14):
«Το ενδιαφέρον του κοινού γενικώς υπήρξεν μέγιστον όχι μόνον διότι ελάμβανον μέρος εις τον αγώνα οι διάσημοι ξένοι αθληταί αλλά και διότι δια πρώτην εντελώς φοράν εμφανίζονται προ αυτών αυτοκίνητα τύπου “Βολίδων”. Η περίεργος κατασκευή των η όλη εμφάνισίς των και ο δαιμονιώδης θόρυβος των εξατμίσεων των όλα γενικώς είχαν δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιραν αγωνίας…
… Η Διεθνής κούρσα εξετελέσθη κατά τρόπον αφαντάσατως καταπληκτικόν, τα οχήματα αυτά, τα χαμηλά, οι “Σούρτες ” όπως τα είπαν οι φίλαθλοι έκαναν την Πάρνηθα να τρέμει από την βοή, από την αντάρα».
Εξ’ ίσου εντυπωσιασμένοι έφυγαν από το βουνό και οι Έλληνες αγωνιζόμενοι, που συμμετείχαν στον εθνικό αγώνα. Την καλύτερη επίδοση από αυτούς, σημείωσε ο Νίκος Παπαμιχαήλ με την 140 ΧΚ ( 4′:41”:7) μόλις 3 δέκατα μπροστά από την two ten του Τζώνυ Πεσμαζόγλου ενώ τον τρίτο καλύτερο χρόνο(4′:45”:0) πέτυχε με sprint Veloce ο Κώστας Σπηλιωτάκης.
Η επίδοση στην Πάρνηθα
Μερικούς μήνες αργότερα, στις 4 Μαΐου του ’58, ο Γερμανός ευγενής επέστρεψε στην Ελλάδα, και αγωνίστηκε στην Πάρνηθα, η οποία προσμετρούσε για δεύτερη και τελευταία φορά στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Αυτή τη φορά ο αγώνας είχε την κλασσική του μορφή, δηλαδή ξεκινούσε από το 20ο και τερμάτιζε στο 30ο χιλιόμετρο του δρόμου Αθηνών – Πάρνηθας.
Η αναμέτρηση, που ήταν η πρώτη του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος αναβάσεων εκείνης της χρονιάς, ήταν ακόμα μια μάχη ανάμεσα στους οδηγούς των Porsche και των Borgward.
Η μέρα ξεκίνησε με τον εθνικό αγώνα που λίγη ώρα αργότερα διεκόπη, όπως είχε προγραμματισθεί, προκειμένου το βασιλικό ζεύγος να φθάσει στην εξέδρα παρακολούθησης η οποία είχε κατασκευαστεί λίγο πριν τον τερματισμό.
Τότε ξεκίνησε ο διεθνής αγώνας στον οποίον συμμετείχαν επτά αλλοδαποί και τέσσερις Έλληνες οδηγοί.
Ο Wolfgang von Trips οδήγησε την ασημένια RS ταχύτερα από κάθε άλλον στον τερματισμό. Ο χρόνος του ήταν 6′:30”:9. και έμελλε να στοιχειώσει. Κάθε άλλη απόπειρα κατάρριψης στα επόμενα έντεκα χρόνια απέτυχε.
Η κατάταξη του διεθνή αγώνα είχε ως εξής:
1. W. von Trips Porsche RS 6′:30”:9
2. H. Hermann Borgward RS 6′:36”:6
3. G. Cabianca Borgward RS 6′:50”:5
4. Edg. Barth Borgward RS 6′:57”:5
5. H. von Hanstein Porsche RS 7′:01”:9
6. U. Maglioli Porsche RS 7′:03”:1
7. Κ. Σπηλιωτάκης Αlfa Romeo GSV 7′:28”:7
8. A. Μίχος Αlfa Romeo GSV 7′:37”:9
9. L. Fischer Porsche RS 7′:49”:8
10.I. Kανάρογλου MGA 8′:42”:4
Για τον εθνικό αγώνα, την καλύτερη επίδοση σημείωσε ο Νίκος Παπαμιχαήλ με Jag XK και χρόνο 7′:25”:6, όπως επίσης ότι εκείνη η Πάρνηθα ήταν από τις πρώτες επανεμφανίσεις του Umberto Maglioli ύστερα από ένα σοβαρό τραυματισμό που είχε το καλοκαίρι του ’57 σε δοκιμές στην Αυστρία και του είχε στοιχίσει κατάγματα στις δυο κνήμες και τραύματα στο πρόσωπο.
Το τέλος
Το ’61 o Trips, οδηγώντας την 156 shark-nose (σ.σ. το υποκοριστικό της 156 επειδή η μύτη της έμοιαζε με καρχαρία), γίνεται ο πρώτος Γερμανός στην ιστορία της F1 που κερδίζει αγώνα. Αυτό συμβαίνει στο Zandvoort το Μάιο. Δύο μήνες αργότερα κερδίζει και στο Aintree. Η εξέλιξη του πρωταθλήματος τον φέρνει στην Monza, επικεφαλής του πρωταθλήματος και σημειώνει την πρώτη pole της καριέρας του. Είναι ο πρώτος Γερμανός που προηγείται στο πρωτάθλημα με 8 βαθμούς και με δύο μόλις αγώνες να υπολείπονται ελέγχει το παιχνίδι.
Η παράδοση είναι μαζί του, αφού εκεί σημείωσε την πρώτη επιτυχία του τέσσερα χρόνια νωρίτερα, αλλά και εναντίον του, αφού είχε το άσχημο ατύχημα το ’56, αλλά και το ’58 που εγκατέλειψε με έξοδο και ελαφρά τραύματα. Μια άσχημη εκκίνηση τον φέρνει πίσω από τον J. Clark. Τoν περνά μετά από λίγο αλλά καθώς τα δύο μονοθέσια τα χωρίζει ελάχιστη απόσταση, ακουμπάνε στα φρένα για την Nord και το αποτέλεσμα είναι ένα ανατριχιαστικά βίαιο δυστύχημα. Ο Σκοτσέζος περιέγραψε την επαφή τους και το δυστύχημα και η άποψή του δημοσιεύτηκε στο φύλο των Los Angeles Times της 11ης Σεπτεμβρίου 1961:
«Ο Von Trips και εγώ βρεθήκαμε κοντά στην μεγάλη ευθεία καθώς πλησιάζαμε την κεκλιμένη νότια στροφή. Βρισκόμαστε περίπου 100 μέτρα πριν την είσοδο της στροφής, ο von βρισκόταν κοντά στο εσωτερικό της πίστας κι εγώ πίσω πολύ κοντά κάπως εξωτερικά. Καθώς επιβράδυνε γύρισε με το πλάι τόσο όσο τα μπροστινά μου ελαστικά να ακουμπήσουν με τα πισινά του. Ήταν μια μοιραία στιγμή. Έχασε τον έλεγχο, χτύπησε στις μπαριέρες, ξαναχτύπησε πάνω μου και εξακοντίστηκε πάνω στο πλήθος».
Από το συμβάν θα βρουν το θάνατο 13 θεατές και ο Γερμανός ευγενής. Τoν αγώνα, ο οποίος από τη στιγμή του δυστυχήματος εξελίχθηκε κανονικά, θα κερδίσει ο Phill Ηill μαζί και το πρωτάθλημα για ένα πόντο. Σε μια συζήτησε που είχε ο Αμερικανός πιλότος με τον συμπατριώτη του δημοσιογράφο Robert Daley είπε:
«Αυτό που συνέβη στον Trips ήταν τρομακτικό. Από την άλλη όμως δεν ήταν και τόσο. Όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Πόσο άσχημο ήταν για τον Trips που πέθανε κάνοντας κάτι που αγαπούσε; Πέθανε χωρίς να υποφέρει, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Νομίζω ότι και ο ίδιος ο θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να μην συμμετέχει στους αγώνες».
Κανείς από τους αγωνιζόμενους δεν ήξερε κατά τη διάρκεια του αγώνα τι είχε συμβεί. Το φιλμάκι ενός ερασιτέχνη με το άψυχο κορμί του von καθώς μεταφέρετε μακρυά από την πίστα, καθώς και με τους σωρούς των θεατών είναι σπαραξικάρδιο.
Στο περιθώριο των συμβάντων, είχε κυκλοφορήσει η φήμη για μια κράτηση που είχε γίνει από τον von Trips για μια πτήση με αναχώρηση από το Düsseldorf με προορισμό το Gander του Καναδά την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου. Από εκεί θα μετέβαινε στις Η.Π.Α. προκειμένου να εκπροσωπήσει την πατρίδα του σε μια έκθεση με την ιδιότητα του γεωπόνου. Η πτήση ήταν της αμερικανικής εταιρείας President Airlines, το αεροσκάφος ένα Douglas DC-6B με αριθμό νηολογίου N90773.
Το δρομολόγιο ξεκίνησε κανονικά και έφθασε στο Shannon, της Ιρλανδίας όπου ανεφοδιάστηκε με καύσιμα. Όταν όμως απογειώθηκε, ενώ είχε δοθεί από τον πύργο ελέγχου η εντολή στο πλήρωμα για στροφή δεξιά, το αεροσκάφος έστριψε αναίτια αριστερά με μια γωνία που έφτασε τις 90 μοίρες, απώλεσε τη στήριξή του και κατέπεσε στον ποταμό Shannon 1.600 μετρά μακριά από το τέλος του αεροδιαδρόμου. Κανένας από το 6μελές πλήρωμα και τους 77 επιβάτες δεν επέζησε. Ήταν το πιο πολύνεκρο δυστύχημα που είχε συμβεί μέχρι τότε με DC-6.
Αυτή η θεωρία πάντως δείχνει κάπως ασταθής αφού χρονικά ήταν πολύ δύσκολο να προλάβει να βρεθεί από την Monza στο Düsseldorf ώστε να προλάβει την συγκεκριμένη πτήση.
Μικρή σημασία όμως έχει.
Τριαντατρία χρόνια μετά τη γέννηση του, το «λυκόπουλο» που είχε πια μεταμορφωθεί σε μοναχικό λύκο, περνούσε στην ιστορία θυμίζοντας το γνωμικό που αναφέρει:
«Χωρίς ήρωες, όλοι εμείς οι απλοί άνθρωποι, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε».
Βέβαια, μιλώντας για ήρωες, αν αυτή είναι η μισή αλήθεια η άλλη μισή αποκαλύπτεται από το κάπως πιο εγωιστικής δομής αλλά εξ’ ίσου αποκαλυπτικό γνωμικό που λέει:
«Οι ήρωες κάνουν ταξίδια, συγκρούονται με δράκους και ανακαλύπτουν το θησαυρό του πραγματικού εαυτού τους».
Όσο για τη Γερμανία έπρεπε να περιμένει άλλα 33 χρόνια, (όσα ακριβώς έζησε και ο von!) οπότε ενιαία, ενωμένη πάλι, να δει το επόμενο παιδί της, να ολοκληρώνει με το παραπάνω μάλιστα, αυτό που ο θάνατος στέρησε στον Trips.
Την αστάθεια των πραγμάτων όμως, o Γερμανός ευγενής όχι μόνο την είχε σκεφτεί αλλά και την είχε εκφράσει, αναφέροντας με λιτό τευτονικό λόγο:
«Μπορεί να συμβεί αύριο. Αυτό είναι το θέμα με αυτή τη δουλειά. Δεν ξέρεις ποτέ!»…

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.