Του Δρ Κωνσταντίνος Νικολάου*
Πολλές φορές στο παρελθόν, οι έρευνες Υδρογονανθράκων (Υ/Α) στην Ελλάδα και την Κύπρο, έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων, συγκρίσεων, σχολιασμών και…
προβληματισμών που κατέληγαν συχνά σε αυθαίρετα συμπεράσματα και παραπληροφόρηση.

Ο υπογράφων το άρθρο, έχοντας ζήσει από πρώτο χέρι πως λειτουργεί τόσο η ελληνική, όσο και η κυπριακή διοίκηση στο θέμα αυτό, είναι σε θέση να γνωρίζει τι συνέβη αλλά και τι συμβαίνει στον τομέα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων στις δύο χώρες και να επιχειρήσει τις σχετικές συγκρίσεις σε τέσσερις βασικούς τομείς: πετρελαιοδυνατότητες, ιστορικό ερευνών, κρατική διαχείριση, και επιχειρηματικό περιβάλλον.

Α) Πετρελαιοδυνατότητες

Και οι δύο χώρες διαθέτουν αποδεδειγμένες πετρελαιοδυνατές περιοχές, με επιβεβαιωμένα, πετρελαϊκά συστήματα και ανακαλύψεις Υ/Α. Για την Ελλάδα αναφέρω τις αλπικές και μεταλπικές ιζηματογενείς λεκάνες της Δυτικής Ελλάδας με βεβαιωμένα πετρελαϊκά συστήματα, άφθονες ενδείξεις Υ/Α στην επιφάνεια και σε γεωτρήσεις και δύο ανακαλύψεις (Δυτικό Κατάκολο και Αλυκές Ζακύνθου).

Τα ανάλογα παραγωγικά συστήματα και κοιτάσματα στην Αλβανία και την Ιταλία υποστηρίζουν την υψηλή πετρελαιοδυνατότητα των περιοχών. Ανατολικότερα υπάρχουν οι ιζηματογενείς λεκάνες των κόλπων του Θερμαϊκού, του Ορφανού και του ευρύτερου Θρακικού Πελάγους, με αποδεδειγμένα πετρελαϊκά συστήματα και ανακαλύψεις (Πρίνος, Βόρειος Πρίνος, Νότια Καβάλα, Έψιλον, Επανωμή), με άφθονες ενδείξεις Υ/Α στην επιφάνεια και σε γεωτρήσεις. Η υψηλή πετρελαιοδυνατότητα των περιοχών αυτών (η υψηλότερη της Χώρας) υποστηρίζεται από τα ανάλογα παραγωγικά συστήματα και κοιτάσματα στην Ανατολική Θράκη και στην λεκάνη Θάσου – Καβάλας.

Όσον αφορά την Κύπρο το ενδιαφέρον εντοπίζεται κυρίως στα πολύ βαθιά νερά, στην νότια θαλάσσια αποκλειστική ζώνη (ΑΟΖ), όπου υπάρχουν ενεργά πετρελαϊκά συστήματα της λεκάνης της Λεβαντίνης με τις ανακαλύψεις του κοιτάσματος φυσικού αερίου Αφροδίτη στην Κύπρο και Λεβιαθάν, Ταμάρ κλπ στο Ισραήλ. Η πρόσφατη ανακάλυψη του γιγαντιαίου κοιτάσματος Zohr στην ΑΟΖ της Αιγύπτου, 4 χλμ από τα σύνορα της Κυπριακής ΑΟΖ, αναβάθμισε το ενδιαφέρον για παρόμοια κοιτάσματα στην περιοχή, γύρω από το υποθαλάσσιο όρος Ερατοσθένης που βρίσκεται στην ζώνη της Κύπρου. (Αυτό εκφράσθηκε με το μεγάλο ενδιαφέρον και τις προσφορές κάποιων από τις μεγαλύτερες εταιρίες του κόσμου, στον πρόσφατο διαγωνισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας για εκχώρηση τριών τεμαχίων στην αναφερόμενη περιοχή).

Σαν συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι και οι δύο χώρες διαθέτουν πολύ καλές πετρελαιοπιθανές περιοχές, διαφορετικές μεν, αλλά ικανές να προσελκύσουν το ενδιαφέρον εταιριών πετρελαίου. Όμως δεν σημαίνει ότι επειδή ανακαλύφθηκαν μεγάλα κοιτάσματα στην λεκάνη της Λεβαντίνης ή στην περιοχή του Zohr, θα υπάρχουν και παρόμοια κοιτάσματα στην θάλασσα νότια της Κρήτης κ.α.

Αυτό δεν συμβαίνει διότι τα γεωλογικά περιβάλλοντα είναι τελείως διαφορετικά. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι οι περιοχές της Κύπρου βρίσκονται στα βαθιά νερά και διαθέτουν μεγάλους στόχους, οπότε απευθύνονται σε πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες που έχουν τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες να τις εξερευνήσουν.

Είναι βέβαιο ότι, εάν το γεωλογικό μοντέλο της περιοχής νότια της Κρήτης ξεκαθαρισθεί και επιβεβαιωθεί ότι μπορεί να κρύβει μεγάλους στόχους με αρκετές πιθανότητες, τότε θα υπάρξει ενδιαφέρον και από εταιρίες. Για να γίνει αυτό χρειάζεται επιπλέον έρευνα, πολλά χρήματα, πολύς χρόνος και βελτίωση πολλών πραγμάτων στο κρατικό και το επιχειρησιακό περιβάλλον διαχείρισης για τα οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω.

(Φωτ. Έρευνες από την πλατφόρμα “Όμηρος” στα ανοιχτά της Κύπρου, το Νoέμβριο του 2011. Πηγή: Eurokinissi).

Β) Ιστορικό ερευνών

Στην Ελλάδα οι έρευνες ξεκίνησαν στις αρχές του 1900 και συνεχίζονται με μεγάλα διαστήματα διακοπών και αδράνειας μέχρι σήμερα. Η αποσπασματικότητα και οι καθυστερήσεις χαρακτηρίζουν την διαχείριση από το Δημόσιο. Η αυτοτελής κρατική δραστηριότητα επικρατεί στο μεγαλύτερο διάστημα, με εξαίρεση κάποιες περιόδους όπου δραστηριοποιήθηκαν ιδιωτικές πετρελαϊκές εταιρίες. Σε περιόδους εντατικών ερευνών υπήρξαν ανακαλύψεις τόσο από ιδιωτικές εταιρίες ( Πρίνος, Νότια Καβάλα) στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όσο και από εταιρίες του Δημοσίου( Κατάκολο –Επανωμή) στις αρχές της δεκαετίας 1980. Συνολικά έγιναν 175 ερευνητικές γεωτρήσεις, περίπου 80.000 χλμ σεισμικών καταγραφών δύο διαστάσεων και 1400 τ. χλμ σεισμικών τριών διαστάσεων. Όμως, μόλις το 15% των δεδομένων αυτών είναι σύγχρονα.

Στην Κύπρο εκτός από 4 περιστασιακές χερσαίες γεωτρήσεις στις δεκαετίες 1950, 1960, δεν σημειώθηκε καμία δραστηριότητα μέχρι τις αρχές του 2000. Από το 2006 και εντεύθεν και αφού προηγήθηκε πενταετής σχεδιασμός και καθορίσθηκαν οι θαλάσσιες αποκλειστικές ζώνες (ΑΟΖ) με την Αίγυπτο και τον Λίβανο, εκτελέσθηκαν διαδοχικά σεισμικές έρευνες μη αποκλειστικής χρήσης. Σε αυτή την περίοδο καταγράφηκαν περίπου 32.000 χλμ θαλάσσιες σεισμικές καταγραφές δύο διαστάσεων, 13.000 τ. χλμ τριών διαστάσεων και έγιναν τέσσερεις θαλάσσιες γεωτρήσεις που οδήγησαν στην ανακάλυψη του κοιτάσματος Αφροδίτη. Τα δεδομένα που αποκτήθηκαν είναι σύγχρονης τεχνολογίας.

Έτσι λοιπόν, το χρονικό διάστημα μεταξύ 2000-2012, ενώ στην Ελλάδα παρατηρείται αδράνεια και στασιμότητα, στην Κύπρο ο τομέας αναπτύσσεται ταχύτατα, εκμεταλλευόμενος το θετικό διεθνές περιβάλλον αλλά και την θετική εικόνα της περιοχής την οποία ανέδειξαν οι μεγάλες ανακαλύψεις του Ισραήλ.

Γ) Κρατική διαχείριση των ερευνών

Πιστεύω ότι το μεγάλο πρόβλημα στο οποίο οι δύο χώρες αποκλίνουν λέγεται κρατική διαχείριση. Όπως προαναφέρθηκε μετά την δωδεκαετή στάσιμη περίοδο στην Ελλάδα, το 2011, τροποποιήθηκε ο Ν 2289/95, περί υδρογονανθράκων, με τον Ν 4001/11.

Δόθηκαν ιδιαίτερα κίνητρα για επενδύσεις και προσέλκυση εταιριών πετρελαίου, εκτελέσθηκαν (μετά από διαγωνισμό), 12.500 χλμ, νέες σεισμικές έρευνες μη αποκλειστικής χρήσης, στο Ιόνιο πέλαγος και στην θάλασσα νότια της Κρήτης και έγινε διαγωνισμός με την διαδικασία ανοικτής πρόσκλησης (open door), για ανάθεση τριών περιοχών για έρευνες.

Μετά από καθυστερήσεις, δυόμισι ετών, έγινε ανάθεση των περιοχών, σε Ελληνικές εταιρίες. Οι συμβάσεις κυρώθηκαν με νόμο στις 3 Οκτωβρίου 2014, τρία χρόνια (!) μετά την κυβερνητική εξαγγελία !

Τον Νοέμβριο του 2014, μετά από εκδήλωση ενδιαφέροντος μεγάλης ξένης εταιρίας, ακολούθησε προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού για τρείς χερσαίες περιοχές στην Δυτική Ελλάδα ( Άρτα-Πρέβεζα, Αιτωλοακαρνανία και ΒΔ Πελοπόννησος). Πέρασαν περίπου δύο έτη και ακόμα δεν υπογράφηκαν οι σχετικές συμβάσεις! Την ίδια τύχη είχε και ο διαγωνισμός που προκηρύχθηκε τον Νοέμβριο του 2014 για είκοσι θαλάσσιες περιοχές στο Ιόνιο πέλαγος και στην θαλάσσια περιοχή νότια της Κρήτης (χάρτης -1), ο οποίος προσέλκυσε πενιχρό ενδιαφέρον από διεθνείς εταιρίες (μία νέα συμμετοχή για ένα μπλοκ).

Χάρτης: Διαγωνισμοί Παραχωρήσεων Ε-Π Υ/Α ( Νοέμβριος -2014)

Ο απαιτούμενος χρόνος για την ολοκλήρωση ενός γύρου παραχωρήσεων στην Ελλάδα είναι περίπου 2,5 έτη τη στιγμή που στην Κύπρο δεν ξεπερνά το ένα έτος!

Η Ελλάδα λοιπόν παίρνει άριστα στις… καθυστερήσεις, οι οποίες δυστυχώς καταγράφονται και από την διεθνή αγορά Ε&Π Υ/Α, που δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για επενδύσεις στην χώρα μας. Αυτό αποδείχθηκε και στην πράξη από την έλλειψη ενδιαφέροντος στους διαγωνισμούς. Υπενθυμίζω ότι και τα διεθνή εξειδικευμένα ινστιτούτα ανάλυσης του τεχνικού και επιχειρηματικού κινδύνου των χωρών, στον τομέα της Ε-Π Υ/Α, κατατάσσουν την Ελλάδα στις χαμηλότερες και πλέον αρνητικές κλίμακες αξιολόγησης.

Με τον Ν 4001/11, θεσμοθετήθηκε επίσης η ίδρυση κρατικού φορέα διαχείρισης της Ε&Π Υ/Α (ΕΔΕΥ), με σκοπό να ξεπερασθούν αδυναμίες και παθογένειες του Δημοσίου και να γίνει αποτελεσματικότερη διαχείριση. Δύο χρόνια μετά την ίδρυση της, ορίσθηκαν τα δύο πρώτα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου! Ένα χρόνο αργότερα το ΔΣ συμπληρώθηκε (26-9-14)! Πριν από έξη μήνες παραιτήθηκαν οι Πρόεδρος , Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος!

Εκκρεμεί ακόμα η ολοκληρωμένη και συντεταγμένη λειτουργία του ΔΣ και η στελέχωση και ενεργοποίηση της εταιρίας! Η διαχείριση συνεχίζει να γίνεται από τον Υπουργό Ενέργειας, το γραφείο του, τις επιτροπές που δημιουργεί, και τα λιγοστά στελέχη του Υπουργείου. Η διαχείριση αυτή έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό τις καθυστερήσεις και την αναποτελεσματικότητα. Ακόμα εκπέμπεται σήμα προσωρινότητας λόγω της κατά τεκμήριο περιορισμένης θητείας των υπουργών και των επιτροπών, γεγονός αντίθετο με το μεγάλο διάστημα το οποίο απαιτούν οι επενδύσεις στην Ε&Π Υ/Α και που μπορεί να ξεπεράσει το 25 έτη.

Θεωρώ επίσης ότι η στελέχωση και λειτουργία της ΕΔΕΥ θα αντιμετωπίσει ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες όπως : α) η έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού στην Ελλάδα, με εξοικείωση στις σύγχρονες τεχνολογίες και μεθοδολογία β) έλλειψη οικονομικών πόρων και πολιτικής αμοιβών, ικανών να προσελκύσουν ειδικευμένο ελληνικό προσωπικό και στελέχη από το εξωτερικό, ικανά να λειτουργήσουν κρατική εταιρεία έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων, μέσα στα διεθνή πρότυπα.

Στην περίπτωση της Κύπρου τα παραπάνω θέματα έχουν επιλυθεί επιτυχώς, διότι το αρμόδιο υπουργείο έχει τα αναγκαίο προσωπικό και οργάνωση και διαθέτει πόρους για την εξειδίκευση του, μέσω των συμβατικών χορηγιών των εταιριών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο μηχανισμός του Υπουργείου Ενέργειας κατόρθωσε να φέρει σε πέρας τρεις διεθνείς γύρους παραχωρήσεων, με συμμετοχή δεκάδων διεθνών εταιριών, να υπογράψει συμβάσεις με μεγάλες εταιρίες σε ελάχιστο χρόνο. Όλα αυτά έγιναν σε διάστημα όπου συνέβησαν τρεις αλλαγές κυβερνήσεων από διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς, πράγμα αδιανόητο για την Ελλάδα.

Η κρατική εταιρία υδρογονανθράκων της Κύπρου (ΕΥΚ), ιδρύθηκε το 2014. Το 7μελές Διοικητικό της Συμβούλιο αποτελείται από Κύπριους, στελέχη της διεθνούς αγοράς Υ/Α με διάφορες αλληλοσυμπληρούμενες ειδικότητες. Δηλαδή είναι άνθρωποι που ‘’ξέρουν την δουλειά’’. Απεναντίας στην Ελλάδα θεωρείται “αμαρτία’’ να είναι κάποιος διοικητικός σύμβουλος της ΕΔΕΥ και να προέρχεται από την διεθνή αγορά Υ/Α.

Για αυτό στην προκήρυξη των θέσεων είχε τεθεί σαν προϋπόθεση, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΔΕΥ να μην εργάζονται σε εταιρίες πετρελαίου, πριν ενταχθούν στο δυναμικό της! Δηλαδή δεν νοιάζονται “αν ξέρουν ή όχι την δουλειά’’! Επίσης το λιγοστό προσωπικό της ΕΥΚ έχει επιλεγεί μετά από διεθνείς διαγωνισμούς, πάλι από την διεθνή αγορά Υ/Α και αμείβεται με τα διεθνή συστήματα αμοιβών.

Το προσωπικό αυτό ασχολείται με σύνθετα θέματα, χειρίζεται σύγχρονους εξοπλισμούς και προγράμματα και κυρίως είναι σε θέση να καταλαβαίνει και να συζητά με ίσους όρους με συναδέλφους και στελέχη των διεθνών εταιριών οι οποίες εμπλέκονται στις παραχωρήσεις στην Κύπρο. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί στην Ελλάδα με τις επικρατούσες συνθήκες και νοοτροπία.

Δ) Επιχειρηματικό περιβάλλον

Εκτός του τομέα κρατικής διαχείρισης, που περιγράψαμε πιο πάνω, το επιχειρηματικό περιβάλλον συνθέτουν και άλλοι παράγοντες όπως, πολιτική σταθερότητα, η σταθερή φορολογία, η λειτουργία της τραπεζικής αγοράς, οι εργασιακές σχέσεις, οι πολιτικές για το περιβάλλον, η διαφάνεια των διαδικασιών, η αποφυγή δεσπόζουσας θέσης και ευνοϊκών μεταχειρίσεων, (σε κρατικές εταιρίες κ.α.), οι οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών, οι σχέσεις με τα όμορα κράτη κλπ.

Η βαθμολογία της Ελλάδας στους προαναφερόμενους τομείς είναι εξαιρετικά χαμηλή και αποτρεπτική για την προσέλκυση διεθνών εταιριών πετρελαίου. Η συνεχιζόμενη εξαετής οικονομική κρίση, οι εναλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τις ξένες επενδύσεις, η έλλειψη οριοθετήσεων υφαλοκρηπίδας (ή ΑΟΖ) με τα όμορα κράτη(πλην της Ιταλίας), η ατέρμονη γραφειοκρατία και διαφθορά, επιδεινώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον.

Χωρίς σαφή βελτίωση των παραπάνω παραγόντων δεν μπορεί να αναμένεται αναθέρμανση το τομέα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων. Αντίθετα η μικρή Κύπρος, παρά την κατοχή του βόριου τμήματος από τον Τουρκικό στρατό, παρά την πρόσφατη οικονομική κρίση, έχοντας σταθερή πολιτική στην Ε&Π Υ/Α από το 2000 και εντεύθεν, ανεξάρτητα από την εναλλαγή κυβερνήσεων διαφορετικών ιδεολογικών προσανατολισμών, αφού διαχώρισε την ΑΟΖ της με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ και αφού θεσμοθετήσει ελκυστικό νομοθετικό πλαίσιο, κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον διεθνών εταιριών, ακόμα και στον πρόσφατο, τρίτο γύρο παραχωρήσεων όπου υποβλήθηκαν προσφορές από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες εταιρίες του πλανήτη.

Οι φαινομενικές καθυστερήσεις στην εκμετάλλευση του κοιτάσματος Αφροδίτη, οφείλονται κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες, όπως οι χαμηλές τιμές πετρελαίου των τελευταίων δύο ετών, τα δύσκολα τεχνικά προβλήματα λόγω του μεγάλου βάθους των θαλασσών, τις μεγάλες αποστάσεις από τις ακτές και την έλλειψη υποδομών στο νησί.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η Ελλάδα πρέπει να βελτιώσει όλους τους τομείς που αναφέρθηκαν πιο άνω, για να μπορέσει να προσελκύσει διεθνείς επενδυτές σε αυτό τον τομέα.

* Ο Δρ. Κωσταντίνος Νικολάου είναι γεωλόγος πετρελαίων- ενεργειακός οικονομολόγος

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.