Μετά από έξι χρόνια υλοποίησης Προγραμμάτων Δημοσιονομικής Προσαρμογής, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στη διπλή…
“μέγγενη” ενός διογκούμενου, υψηλότατου μη βιώσιμου χρέους (176,9% του ΑΕΠ από 126,7% το 2009) και της ασφυξίας ρευστότητας την ώρα που η ανεργία παγιώνεται σε δραματικά υψηλά επίπεδα (23,5%), η ανακυκλούμενη ύφεση (24,4%) εμπεδώνει συνθήκες οικονομικής και παραγωγικής κατάρρευσης, η βίαιη φτωχοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων κλιμακώνεται διαμορφώνοντας καταστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης.

Είναι, πλέον, ξεκάθαρο και αυταπόδεικτο ότι η δογματική εμμονή στην αποκλειστική ταύτιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης με πολιτικές ακραίας λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης απομακρύνει οριστικά τη χώρα μας από την όποια προοπτική επιστροφής στην “κανονικότητα” και τη θεμελιώδη επιδίωξη της επανόδου σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης με ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και δημιουργία νέων, σταθερών και αξιοπρεπών θέσεων εργασίας. Η εκτεταμένη αποεπένδυση της εθνικής οικονομίας υπονομεύει κάθε εγχείρημα επανεκκίνησής της με κοινό παρονομαστή την απαξίωση της παραγωγικής βάσης, της εργασίας και του ανθρώπινο κεφαλαίου.

Η κατακρήμνιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών και η πλήρης ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων λογίζονται ανάλγητα και εγκληματικά ως τα κύρια εργαλεία της διαρθρωτικής προσαρμογής. Η κατακόρυφη πτώση της εγχώριας ζήτησης (26%) και της ιδιωτικής κατανάλωσης (21%) φαντάζει διαλυτική για μια οικονομία που το μακροαναπτυξιακό της μοντέλο συνδέεται άρρηκτα με τη δυναμική της σχέσης κατανάλωση→ εγχώρια ζήτηση→ οικονομική μεγέθυνση πιστοποιώντας ότι τα Μνημόνια αγνοούν εθνικές ιδιαιτερότητες και ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα ειδικό καθεστώς απόκλισης από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο και Κεκτημένο, καθώς και από τους στόχους της Στρατηγικής “Ευρώπη 2020”.

Η αναζήτηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από τη συρρίκνωση του εργασιακού κόστους καθιστά την αγορά εργασίας “γαλέρα”. Η μείωση των μέσω πραγματικών αποδοχών αγγίζει το 20,5% απονέμοντας στην Πατρίδα μας ακόμη μία θλιβερή “ευρωπαϊκή πρωτιά” ενώ περίπου 550 χιλιάδες εργαζόμενοι δουλεύουν για λιγότερα από 412€, περισσότερες από 1 στις 2 νέες προσλήψεις (51,98%) αφορούν ευέλικτες μορφές απασχόλησης και το ποσοστό μετατροπής της πλήρους απασχόλησης σε μερική ή εκ περιτροπής εργασία ανέρχεται την τελευταία εξαετία σε 37%.

Οι κλαδικές συμβάσεις, ο δομικός πυλώνας διασφάλισης της εργασιακής ειρήνης και δικαιοσύνης, είναι κυριολεκτικά είδος προς εξαφάνιση με μόλις 12 ενεργές συμβάσεις έναντι 65 το 2010.

Το Φορολογικό Σύστημα από μοχλός ανάπτυξης, αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης εξελίσσεται σε ένα απόλυτα εισπρακτικό και τιμωρητικό μέσο που ποινικοποιεί τη μικρή ιδιοκτησία, στοχοποιεί τους “συνήθεις υπόπτους” μισθωτούς και συνταξιούχους που έχουν εξαντλήσει προ πολλού τη φορολογική τους ικανότητα, αντοχή και ανοχή, εξοντώνει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα -τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και απασχόλησης- και αποτρέπει κάθε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον προσφέροντας έμμεσα ή άμεσα ασυλία στους πολλά κατέχοντες και τους φοροδιαφεύγοντες.  

Η σημερινή κυβέρνηση με τις παλινωδίες της διαπραγματευτικής της τακτικής, τη “μπλόφα” της δημιουργικής ασάφειας και την απραξία της που συνοδεύτηκαν από την καταστροφική για τη αγορά επιβολή τραπεζικής αργίας και περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) καταδίκασε τη χώρα στην υπογραφή της σωρευτικά πιο επώδυνης συμφωνίας σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς νομισματικής και χρηματοπιστωτικής αστάθειας.

Το περιεχόμενο του 3ου Μνημονίου, οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν και η υλοποίησή τους αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα και τις ίδιες παγίδες με ακόμη μεγαλύτερη ένταση ενταφιάζοντας κάθε προσδοκία οικονομικής ανάκαμψης και κοινωνικής ανακούφισης.

Η διγλωσσία της κυβέρνησης με όρους “διπολικής διαταραχής” ανάμεσα σε αυτά που υπόσχεται στο εσωτερικό και σε εκείνα που συνυπογράφει με τους Δανειστές σε συνδυασμό με τις αριστερίστικες ιδεοληψίες για το επιχειρείν εγκυμονούν νέους ανυπέρβλητους κινδύνους για την κοινωνία και την οικονομία.

Ο “κόφτης” που έχει, ήδη, ενεργοποιηθεί στην πράξη για να μην ενεργοποιηθεί επίσημα, οι νέες περικοπές στις συντάξεις στο “όνομα” δήθεν της προστασίας των αδυνάτων, η μεταβίβαση του ιδιωτικού χρέους στα funds, οι αποκρατικοποιήσεις στο χαμηλότερο τίμημα, οι κατασχέσεις, οι πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις αλλά και η καταστρατήγηση κορυφαίων θεσμών όπως ο κοινωνικός διάλογος συνθέτουν μια  αλήθεια η οποία ούτε ωραιοποιήσεις δέχεται, ούτε μπορεί πια να κρυφτεί.

Το “τέχνασμα” του παράλληλου προγράμματος μοιάζει ανίκανο να αποπροσανατολίσει τους Έλληνες πολίτες από την κυβερνητική “βουτιά” στα άδυτα της ακραίας λιτότητας που αναμένεται να κλιμακωθεί στην προσεχή αξιολόγηση.

Η πρόοδος που κάποιοι επικαλούνται ως “μπούργκα” για να κρύψουν το δυσανάλογα μεγάλο κοινωνικό και παραγωγικό κόστος μοιάζει ανυπόστατη όταν 6,3 εκατ. συμπολίτες μας διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας ή υπό την απειλή της, 1 στα 2 νοικοκυριά αδυνατούν να καλύψουν βασικές τους ανάγκες όπως π.χ. η επαρκής σίτιση και θέρμανση, 300 χιλιάδες οικογένειες δεν έχουν κανενός είδους εισόδημα, περίπου 3 εκατ. συνάνθρωποί μας δεν έχουν πρόσβαση σε πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη, οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούν τους 900 χιλιάδες και οι λιγοστές πολύ μεγάλες επιχειρήσεις είτε βάζουν “λουκέτο” είτε “μεταναστεύουν” στο εξωτερικό εκεί όπου την τελευταία πενταετία έχουν αναγκαστεί να καταφύγουν περισσότεροι από 300 χιλιάδες Έλληνες πολίτες.

Η αλλαγή του υφιστάμενου υποδείγματος δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι για τη ΔΑΚΕ Ι.Τ. επιτακτική αναγκαιότητα καθώς η διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι η μόνη συνθήκη για την ουσιαστική αντιμετώπιση τόσο των διαχρονικών παθογενειών του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος, όσο και των τραγικών επιπτώσεων της κρίσης και των ακολουθούμενων πολιτικών στον κοινωνικό και παραγωγικό ιστό.

Η διευθέτηση του χρέους συνιστά προαπαιτούμενο για την επιστροφή της χώρας σε τροχιά “κανονικότητας”.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση οικονομικής μεγέθυνσης και κοινωνικής αποκατάστασης, μέσα από ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που με άξονα τα γεωγραφικά και κλαδικά πλεονεκτήματα του Τόπου θα συνδυάζει την ανταγωνιστικότητα με την εργασιακή δικαιοσύνη.

Η άμεση εφαρμογή ενός νέου αναπτυξιακού πακέτου μέτρων για τη στήριξη της απασχόλησης επιβάλλεται να είναι βασική συνιστώσα του νέου Οδικού Χάρτη για την έξοδο της Ελλάδας από την ύφεση και την περιδίνηση.

Η αποκατάσταση του πλαισίου των Συλλογικών Συμβάσεων είναι αδήριτη, κοινωνική, παραγωγική και αναπτυξιακή ανάγκη αφού μόνο μέσα από Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις είναι δυνατόν να επιτευχθεί η “χρυσή τομή” μεταξύ της παραγωγικότητας και της κοινωνικής συνοχής, αλλά και να δημιουργηθεί πλούτος που θα καταστήσει βιώσιμο το εγχείρημα της Προσαρμογής.

Η δημιουργία ενός δίκαιου, σταθερού και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος με προοδευτική τιμαριθμοποιημένη κλίμακα, ελκυστικό για κάθε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον που θα στηρίζει τις επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας καταπολεμώντας τη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, είναι απαίτηση της κοινωνίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Οι αυταπάτες έχουν τελειώσει. Η ακολουθούμενη πολιτική οδηγεί στον οικονομικό μαρασμό και την κοινωνική εξαθλίωση απειλώντας να υφαρπάξει και τα ελάχιστα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα. Η ανατροπή της είναι ο μόνος δρόμος.

Η ΔΑΚΕ Ι.Τ. καλεί όλους και όλες να συμμετάσχουν δυναμικά, ειρηνικά και αποφασιστικά στις παρεμβάσεις και τις κινητοποιήσεις των Συνδικάτων στη Θεσσαλονίκη που θα κορυφωθούν με το αγωνιστικό συλλαλητήριο και την πορεία, το Σάββατο 10 του Σεπτέμβρη (6 μ.μ. Άγαλμα Βενιζέλου) στέλνοντας ένα ηχηρό και μαζικό μήνυμα ότι ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ.

Η μάχη ενάντια στην ανεργία, τη φτώχεια και την οπισθοδρόμηση είναι διαρκής.

Ο αγώνας για την κοινή προκοπή, την ανάπτυξη και την κοινωνική αξιοπρέπεια μπορεί και επιβάλλεται να είναι νικηφόρος.

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.