Όταν τον αποκεφάλισαν στη Γερμανία το 1931, οι εγκληματολόγοι ήταν τόσο αποτροπιασμένοι από την ανωμαλία του μυαλού του…
που είχαν πιστέψει πως ο εγκέφαλός του πρέπει να δούλευε τελείως διαφορετικά από το φυσιολογικό.

Γι’ αυτό και το κρανίο του υποβλήθηκε σε ανατομική μελέτη, καθώς τα αποτρόπαια εγκλήματά του είχαν υποτίθεται παθολογική βάση, η οποία εδραζόταν σε κάποια εσωτερική δομή του εγκεφάλου του!

Λίγο πριν εκτελεστεί εξάλλου στην γκιλοτίνα, ο διεστραμμένος κατά συρροή δολοφόνος που ο γερμανικός Τύπος έσπευσε να αποκαλέσει «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ» ρώτησε όλο αγωνία τον γιατρό της φυλακής αν θα μπορούσε, αφού κοβόταν το κεφάλι του, να ακούσει «έστω και για μια στιγμή τον ήχο του αίματός μου να ξεπηδά από τον κομμένο μου λαιμό»;

Ο γιατρός τον καθησύχασε ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί πιθανότατα για αρκετά δευτερόλεπτα μετά τον αποκεφαλισμό, κάνοντας χαρούμενες τις τελευταίες αυτές στιγμές του serial killer: «Αυτή θα είναι η τελευταία των απολαύσεων!», αναφώνησε εκείνος και οδηγήθηκε στη λαιμητόμο με το χαμόγελο στα χείλη.

Ο Κέρτεν ήταν πέραν αμφιβολίας ένας πολύ άρρωστος άνθρωπος, θύμα βαρύτατης κακοποίησης και ο ίδιος, και ο χαμός του τον Ιούλιο του 1931 έφερε ανακούφιση στους κατοίκους του Ντίσελντορφ. Είχαν την πάλη με την ανέχεια, είχαν τη φτώχεια τους, τώρα είχαν και τον «δράκο» που βίαζε, σκότωνε και έκανε όλων των λογιών τα κακά και μοχθηρά.

Χαρακτηριστικό για τον αντίκτυπο του «Βρικόλακα του Ντίσελντορφ» στη γερμανική κοινωνία ήταν η αντίδραση των ναζί, οι οποίοι ανέβηκαν στην εξουσία δύο χρόνια αργότερα με ρητή δέσμευση να απαλλάξουν τη χώρα από έκφυλα και διεστραμμένα στοιχεία σαν τον Κέρτεν!

Η δίψα του οποίου για αίμα ερχόταν σε τραγική αντίθεση με τους κομψούς του τρόπους και το γλυκομίλητό του, κάτι που τον έκανε να φαντάζει πέραν υποψίας. Το μπουρζουά εξωτερικό έκρυβε όμως καλά το άρρωστο εσωτερικό, καθώς ο Κέρτεν ήταν αναμφίβολα ένας από τους μεγαλύτερους σαδιστές του 20ού αιώνα.

Όσο έπεφτε η νύχτα στην πόλη που κατατρομοκρατούσε ο «δράκος» εδώ και έναν χρόνο, τα σοκάκια άδειαζαν και ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια του. Τα παιδιά απομακρύνονταν από τις παιδικές χαρές, οι κουρτίνες τραβιόνταν και οι πόρτες κλειδαμπαρώνονταν. Η πόλη ζούσε στους ρυθμούς του ανείπωτου τρόμου που είχε ενσταλάξει στην καθημερινότητα ο κατά συρροή δολοφόνος, που καταδικάστηκε τελικά για εννιά φόνους (αν και τον βάραιναν υποψίες για τουλάχιστον 68 ακόμα υποθέσεις).

Ο «βρικόλακας» ήταν ο απρόσωπος φόβος, χωρίς όνομα και χωρίς σχήμα, ένας σωστός μπαμπούλας που επιδείκνυε κάθε γνωστή παραφιλία και σεξουαλική ακρότητα στα θύματά του. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, το κίνητρό του ήταν ο σαδισμός, η ηδονή και η απόλαυση του φόνου για τον φόνο.

Η ιστορία του απαθανατίστηκε αμέσως στο γερμανικό σινεμά με το σκοτεινό εξπρεσιονιστικό κομψοτέχνημα του Φριτς Λανγκ «Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ», που βγήκε στις αίθουσες το 1931, τη χρονιά της εκτέλεσης του αιμοβόρου serial killer. Όσο για την επιστήμη, η ενδελεχής ανάλυση της εγκληματικής του πορείας κόμισε νέες εγκληματολογικές γνώσεις για την κατανόηση των κατά συρροή δολοφόνων και των σεξουαλικών εγκλημάτων εκεί στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα…

Πρώτα χρόνια

Ο Πέτερ Κέρτεν γεννιέται στις 26 Μαΐου 1883 στο Μουλχάιμ της Κολονίας ως το μεγαλύτερο από τα 13 παιδιά μιας εξαθλιωμένης και βίαιης οικογένειας. Ο Πέτερ γνώρισε την κακοποίηση και το δράμα από πολύ νωρίς στη ζωή του, καθώς ο αλκοολικός πατέρας τρομοκρατούσε τη φαμίλια όσο κανείς.

Ο χτίστης στο επάγγελμα γύριζε μεθυσμένος από το καπηλειό και έδερνε αλύπητα τα παιδιά του. Ο Πέτερ, ως πρωτότοκος, είχε τη μερίδα του λέοντος στο καθημερινό ξυλοφόρτωμα. Όταν ξεδιψούσε τη μανία του κατά του Πέτερ, ο πατέρας βίαζε τη γυναίκα του μπροστά στα μάτια τους (ζούσαν εξάλλου σε ένα ανήλιαγο δωμάτιο όλοι μαζί) και αργότερα και τις κόρες του.

Κάποια στιγμή η μητέρα τον κατέδωσε με μεγάλο κίνδυνο στην αστυνομία, μιας και η Γερμανία του 19ου αιώνα σπανίως αναγνώριζε δικαιώματα στην κακοποιημένη γυναίκα, και ο πατέρας κλείστηκε για τρία χρόνια στη φυλακή για τον βιασμό της κόρης του. Μέσα στο τραγικό αυτό πλαίσιο αρχίζει να παρεκκλίνει ο μικρός και η κατάσταση επιδεινώνεται για τον ίδιο όταν η μητέρα πήρε τα παιδιά της και μετακόμισαν σε ακόμα πιο υποβαθμισμένη γειτονιά.

Εκεί ο εννιάχρονος Πέτερ θα πιάσει στενές φιλίες με έναν μεσήλικο άντρα, μπόγια στο επάγγελμα, ο οποίος τον μύησε στη σεξουαλική διαστροφή. Και συγκεκριμένα στην κτηνοβασία. Οι δυο τους έπιαναν σκυλιά, τα οποία βίαζαν, βασάνιζαν και μαχαίρωναν κατόπιν, την ώρα της σεξουαλικής κορύφωσης.

Τα δύο πρώτα ανθρώπινα θύματα του αγοριού θα έρθουν πριν καν κλείσει τα δέκα χρόνια της ζωής του. Το πρώτο, ένα παιδάκι που ήταν φίλος του, το έσπρωξε από τη σχεδία μέσα στα παγωμένα νερά του Ρήνου, πνίγοντας κατόπιν και ένα δεύτερο παιδί που έσπευσε να βοηθήσει. Ο θάνατος των δύο αγοριών είχε χαρακτηριστεί τραγικό ατύχημα, καθώς πολύ αργότερα θα ομολογούσε ο διεστραμμένος φονιάς πως επρόκειτο για δολοφονίες.

Έχοντας ανακαλύψει πρόωρα τη σεξουαλικότητα, η κτηνοβασία του επεκτάθηκε τώρα σε πρόβατα, κατσίκες και άλλα οικόσιτα και κατοικίδια ζώα. Τα οποία μαχαίρωνε όπως είπαμε την ώρα της κορύφωσης, όπως του είχε διδάξει ο αρρωστημένος φίλος του.

Μέχρι το 1899, στα 16 του δηλαδή, ο Κέρτεν το έσκαγε συνεχώς από το σπίτι για να γλιτώνει την καθημερινή πατρική κακοποίηση, επιδιδόμενος πια σε μικροκλοπές. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του εφήβου θα χαρακτηριστούν από συλλήψεις, καταδίκες και σύντομες περιόδους φυλάκισης (πέρασε πάνω από 27 χρόνια στη φυλακή).

Η φυλακή και οι αχαρακτήριστες συνθήκες της θα λειτουργήσουν μάλιστα ως άλλο ένα μεγάλο σχολείο εγκλήματος για τον ίδιο, καθώς εκεί θα επιβεβαιώσει και θα τεστάρει τις σαδιστικές του τάσεις. Τέλος τα ζώα λοιπόν, καθώς τώρα το μενού περιλαμβάνει ανθρώπους…

Η γέννηση του «δράκου»

Με κάθε πέρασμα από τη φυλακή, η οργή του Κέρτεν κατά της κοινωνίας και η έφεσή του στη διαστροφή αυξάνονταν εκθετικά. Στη φυλακή ανακάλυψε έναν νέο και άγνωστο κόσμο σεξουαλικής κακοποίησης και ακραίων φαντασιώσεων. Τις οποίες ονειρευόταν και εμπλούτιζε διαρκώς στις ατέλειωτες ώρες της απομόνωσης, καθώς στη φυλακή έγινε ιδιαιτέρως γνωστός για τις σαδιστικές του τάσεις.

Ο ίδιος απολάμβανε μάλιστα πολύ τις ώρες μοναξιάς της απομόνωσης και έκανε ό,τι μπορούσε για να παραβαίνει τον κανονισμό της φυλακής και να τον κλείνουν στα μπουντρούμια!

Οι τριάντα καταδίκες (και ισάριθμες ποινές) θα χαρακτηρίσουν τα επόμενα 24 χρόνια, δίνοντας το μοτίβο μιας ζωής στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Κέρτεν έβγαινε από τη φυλακή, έκλεβε και σκότωνε και επέστρεφε κατόπιν στη «στενή» για άλλο ένα μικροέγκλημα, καθώς η μεγάλη εικόνα διέφευγε συνεχώς απ’ όλους.

Παρά το γεγονός ότι όταν έβγαινε ζούσε κυριολεκτικά στον δρόμο, τα έβγαζε πέρα και με το παραπάνω, χάρη στην πονηριά και τις κοινωνικές του δεξιότητες. Γλυκομίλητος και πράος, ευγενικός και γοητευτικός, ο Κέρτεν δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα στην προσέλκυση γυναικών. Το μόνο πρόβλημα ήταν ο ίδιος, αφού η βίαιη φύση του δεν τον άφηνε να βιώσει κανένα ανθρώπινο συναίσθημα.

Το πρώτο του σεξουαλικής φύσης έγκλημα θα λάβει χώρα στις 25 Μαΐου 1913, όταν θα μπει σε ένα σπίτι και θα βιάσει, βασανίσει και σκοτώσει ένα κοριτσάκι 10 χρονών. Η τραγική Κριστίν Κλάιν βρέθηκε με τον λαιμό κομμένο από αυτί σε αυτί, την ώρα που οι γονείς της ήταν κάτω, στην ταβέρνα που λειτουργούσαν.

Ο Κέρτεν επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος την επομένη και ενθουσιάστηκε από τον αποτροπιασμό και τον τρόμο που είχε ενσταλάξει στους γείτονες. Για την υπόθεση κατηγορήθηκε ο θείος της μικρής (ο οποίος αθωώθηκε τελικά) και ο Πέτερ ήταν εκεί καθ’ όλη την ακροαματική διαδικασία της δίκης του!

Το 1914, όταν τα σύννεφα του Μεγάλου Πολέμου κύκλωσαν την Ευρώπη, ο Κέρτεν στρατολογήθηκε μεν στον γερμανικό στρατό, αν και έγινε αμέσως σαφές πως η στρατιωτική ζωή δεν ήταν γι’ αυτόν. Εγωμανής και εντελώς απείθαρχος, το σκάει κάποια στιγμή από τον στρατώνα και ζει πια ως λιποτάκτης.

Τον πιάνουν όμως και τον κλείνουν στη φυλακή μέχρι το 1921, όταν και ολοκλήρωσε τη μεγαλύτερή του θητεία στη στενή. Τώρα είναι όμως ολότελα οργισμένος με την κοινωνία και ψάχνει εκδίκηση…

Ο «Βρικόλακας του Ντίσελντορφ»

Μετά την αποφυλάκισή του, μετακόμισε στην κωμόπολη Άλτενμπουργκ, όπου και γνώρισε τη μελλοντική του σύζυγο. Μια ιερόδουλη που είχε κάνει φυλακή γιατί είχε ξεκάνει τον άντρα της! Παρά ταύτα, αυτή είναι η μόνη περίοδος που προσπάθησε ο Πέτερ να ζήσει σχετικά φυσιολογικά.

Αφού παντρεύτηκε, έπιασε δουλειά σε φάμπρικα και ενεπλάκη μάλιστα ενεργά με το συνδικαλιστικό κίνημα, επιδιώκοντας να είναι συνεχώς απασχολημένος για να μη φαντασιώνεται σεξ, βία και φόνους. Η «φυσιολογικότητα» δεν θα κρατούσε βέβαια πολύ, καθώς το 1925 τον διώχνουν κακήν κακώς από το εργοστάσιο και επιστρέφει με τη σύζυγό του στο Ντίσελντορφ.

Όπως είπε κατόπιν, ένιωσε σαν να τον καλούσε και πάλι κοντά της η γενέτειρά του, ένας τόπος φαντασιώσεων και ανομίας για τον ίδιο. Μεταξύ του 1925 και των αρχών του 1929, κάνει τουλάχιστον τέσσερις φόνους γυναικών (στραγγαλισμός την ώρα του βιασμού), περνώντας πια από τις μικροκλοπές στους εμπρησμούς.

Ένα θύμα του καταφέρνει και επιβιώνει παρά τις 24 μαχαιριές που δέχτηκε από τον κατά συρροή δολοφόνο. Το 1929 ήταν εξάλλου η χρονιά του, το διάστημα που θα βύθιζε στον τρόμο και το πένθος ολάκερο το Ντίσελντορφ. Ο Πέτερ φαντασιώνεται πως σκοτώνει μαζικά ανθρώπους και στο τέλος πεθαίνει και ο ίδιος, η πραγματικότητα συνυπάρχει τώρα με τις αρρωστημένες ορέξεις του.

Ταυτοχρόνως, συνεχίζει την ασίγαστη εγκληματική του δράση και το πράγμα αγγίζει τον θανάσιμο κολοφώνα του στις 9 Φεβρουαρίου 1929, όταν μαχαιρώνει ένα εννιάχρονο κοριτσάκι την ώρα που το βιάζει (ο συνήθης τρόπος δράσης του). Κατόπιν προσπαθεί να κάψει το άψυχο σώμα που φέρει 13 μαχαιριές.

Η στυγερή δολοφονία τού ανοίγει την όρεξη και τους επόμενους 15 μήνες θα τους περάσει γευόμενος αίμα και τρόμο. Τα θύματά του περιλαμβάνουν κοριτσάκια, γυναίκες, ακόμα και αγόρια και άντρες. Ο φονιάς επέστρεφε πάντα την επομένη στη σκηνή του εγκλήματος για να ξαναζήσει τη συγκίνηση. Δεν δίσταζε μάλιστα να συνομιλεί και με την αστυνομία ακόμα!

Ο γερμανικός Τύπος κάλυπτε εκτεταμένα τις επιθέσεις με σκανδαλοθηρικούς τίτλους και «πικάντικες» λεπτομέρειες, γενικεύοντας τον τρόμο στη χώρα. Γιατί τον Αύγουστο του 1929 ο Πέτερ χτύπησε εκτός Ντίσελντορφ, δείχνοντας πως κανείς πια δεν ήταν ασφαλής όπου κι αν ζούσε στη Γερμανία. Θύματά του ήταν τώρα δυο ανήλικες αδερφές (14 και 5 χρονών, αντίστοιχα), τις οποίες «ψάρεψε» στο ετήσιο πανηγύρι κωμόπολης.

Μεγάλη γερμανική εφημερίδα «αποκάλυψε» μάλιστα πως ο κατά συρροή φονιάς έπινε το αίμα των θυμάτων του, δίνοντας υπόσταση στο μαύρο παρατσούκλι «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ». Η πίεση στην αστυνομία ήταν τέτοια που η τελευταία αποδέχεται όπως όπως την ομολογία ενός καταφανώς ψυχικά αρρώστου πως εκείνος είναι ο «Δράκος του Ντίσελντορφ». Ο ψυχασθενής κλείνεται σε άσυλο φρενοβλαβών και η υπόθεση κλείνει.

Μέσα σε λίγες μέρες θα φαινόταν βέβαια πως η καταδίκη ήταν εσπευσμένη. Μια νέα σειρά στραγγαλισμών και μαχαιρωμάτων λαμβάνει χώρα, προκαλώντας και πάλι ρίγη ανατριχίλας στην τοπική κοινωνία.

Ένα από τα θύματά του επιβιώνει όμως και πάλι και δίνει μια καλή περιγραφή του φονιά: ένας γοητευτικός και ήρεμος άντρας γύρω στα σαράντα. Οι θανατηφόρες επιθέσεις συνεχίζονται και σε ένα τέτοιο περιστατικό το φθινόπωρο του 1929, ο Κέρτεν αποφασίσει να παίξει με τις Αρχές: στέλνει στην αστυνομία έναν χάρτη με το μέρος που είχε κρύψει το πτώμα. Η σορός ενός πεντάχρονου κοριτσιού ανασύρεται βαρύτατα κακοποιημένη (στραγγαλισμένη και μαχαιρωμένη 35 φορές).

Ο φόβος βασιλεύει στο Ντίσελντορφ όλο το 1929 και συνεχίζεται και το 1930, προκαλώντας μαζική υστερία στους κατοίκους. Ο Κέρτεν, σε μια τρανή επίδειξη αυτοεκπληρούμενης προφητείας, αρχίζει να πίνει πράγματι το αίμα των θυμάτων του, αφού αυτό ισχυρίζονται όλες οι γερμανικές εφημερίδες. Ταυτοχρόνως, η αστυνομία ανακρίνει περισσότερους από 9.000 υπόπτους, επιστρατεύει ακόμα και μέντιουμ στην οδύσσειά της και καταλήγει εντέλει πως όλα αυτά δεν μπορεί να είναι έργο ενός ανθρώπου!

Ο Κέρτεν δεν είχε άλλωστε σταθερή μέθοδο δολοφονίας, κι αυτό μπέρδευε τους ντετέκτιβ: στραγγάλιζε με τα χέρια του και με σχοινιά, μαχαίρωνε μα ψαλίδια και μαχαίρια, ακόμα και κεφάλια έλιωνε με σφυριά. Επιπλέον, είναι και η συχνότητα των φονικών το 1929 που παραήταν μεγάλη για να αποδοθούν σε έναν μόνο δράστη. Υπήρχαν εξάλλου μέρες που γίνονταν πάνω από δύο φόνοι!

Ο serial killer συνέχιζε απτόητος τη δράση του και παρά τις περιγραφές, παρέμενε ασύλληπτος. Τώρα απολάμβανε εξίσου τα τελετουργικά φονικά με τη μαζική υστερία που είχε πυροδοτήσει. Τον χειμώνα και την άνοιξη του 1930 οι επιθέσεις του δεν καταλήγουν ωστόσο σε φόνο. Ήταν γιατί πλέον ήθελε απλώς να συντηρήσει τον μύθο του και να κλιμακώσει την ένταση του τρόμου.

Ο Τύπος έβρισκε απολαυστικό το αντίδοτο στην οικονομική κρίση (είμαστε εξάλλου στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης), παρέχοντας καθημερινές και ανατριχιαστικές περιγραφές των φονικών καμωμάτων του «βρικόλακα», του «τέρατος», του «δράκου» κ.λπ. Όλα αυτά μέχρι τις 14 Μαΐου 1930, όταν μια αλυσιδωτή αντίδραση θα οδηγούσε στη σύλληψη του κατά συρροή δολοφόνου…

Δίκη και τέλος

Η τεράστια οικονομική ύφεση έφερνε στο Ντίσελντορφ ανθρώπους από τα μήκη και τα πλάτη της Γερμανίας. Έτσι κατέφτασε στη μοιραία για την ίδια πόλη μια άνεργη οικιακή βοηθός, την οποία προσφέρθηκε να φιλοξενήσει ο «καλόκαρδος» Κέρτεν. Ο οποίος ήθελε φυσικά να τη σπιτώσει για να απολαύσει το κορμί της.

Η γυναίκα αρνήθηκε όμως και εκείνος συμφώνησε πρόθυμα να της βρει άλλο σπίτι για να μείνει, καθώς σε λίγο θα επέστρεφε η φράου Κέρτεν στην οικία της και δεν ήθελε να τον τσακώσει με άλλη γυναίκα. Ο φονιάς την πέρασε μέσα από ένα δάσος, όπου τη βίασε και την άφησε κατόπιν ελεύθερη, πηγαίνοντάς τη μάλιστα μέχρι την πλησιέστερη στάση του τραμ!

Καθ’ όλη τη βασιλεία του τρόμου του, ο διεστραμμένος Πέτερ παρέμενε κάπως ερωτευμένος με τη σύζυγό του, για την οποία ανησυχούσε τώρα πολύ, μιας και γνώριζε πως το τέλος ήταν κοντά: είχε αφήσει ελεύθερη την οικιακή βοηθό που γνώριζε το σπίτι του. Όταν τον ρώτησαν αργότερα γιατί δεν την σκότωσε, αποκρίθηκε: «Δεν είχα καμιά όρεξη να τη σκοτώσω, δεν έφερε καμιά αντίσταση. Επίσης δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν σε θέση να φέρει την αστυνομία στο σπίτι μου, μιας και ήταν καινούρια στην πόλη και την είχα οδηγήσει νύχτα σε αυτό».

Η κοπέλα οδήγησε όμως την αστυνομία στο σπίτι του Κέρτεν, όταν όμως τον είδε να κάθεται στο πλατύσκαλο κατατρομοκρατήθηκε και δεν τον υπέδειξε ως δράστη. Μέχρι να το κάνει, ο κατά συρροή δολοφόνος είχε εξαφανιστεί. Κι αυτό για να καταστρώσει το τελευταίο σχέδιο της ζωής του: ομολογεί τα καθέκαστα στη σύζυγό του και την εκλιπαρεί να τον καταδώσει, ώστε να εισπράξει την παχυλή αμοιβή από την επικήρυξή του. Ήταν εξάλλου η μόνη οικονομική εξασφάλιση που μπορούσε να της παρέχει για να συνεχίσει να ζει όσο εκείνος θα περνούσε για μια τελευταία φορά το κατώφλι της φυλακής.

Της εξομολογήθηκε λοιπόν πως ήταν ο «Βρικόλακας του Ντίσελντορφ», της διηγήθηκε κάθε ανατριχιαστικό έγκλημα που είχε κάνει και κατέστρωσαν από κοινού το τελικό πλάνο. Στις 24 Μαΐου, η κυρία Κέρτεν έκανε απρόθυμα ό,τι της είχε παραγγείλει ο άντρας της. Και λέμε απρόθυμα γιατί εκείνη επέμενε να αυτοκτονήσουν μαζί. Όπως είπε κατόπιν στο δικαστήριο ο ίδιος: «Έγινε έξαλλη, μου είπε ότι έπρεπε να αυτοκτονήσω και ότι θα έκανε κι εκείνη το ίδιο, καθώς το μέλλον της ήταν εντελώς αβέβαιο πια».

Η αστυνομία κατέφτασε στο προκαθορισμένο σημείο, στο προαύλιο μιας εκκλησίας, όπου και παραδόθηκε ο Κέρτεν χωρίς πολλά πολλά. Στην ανακριτική διαδικασία, παρών ήταν και ο διακεκριμένος ψυχολόγος Καρλ Μπεργκ, ο οποίος κατέγραψε τις ανατριχιαστικές περιγραφές του φονιά, δημοσιεύοντάς τες λίγο αργότερα σε ένα βιβλίο-ορόσημο της εγκληματολογίας («Ο σαδιστής» του 1932).

Ο Κέρτεν ομολόγησε 79 ξεχωριστές πράξεις βίας και ανθρωποκτονίας, όντας εντελώς συνεργάσιμος με τις Αρχές, πιθανότατα για να διασφαλίσει πως θα έπαιρνε η σύζυγός του την αποζημίωση. Η μνήμη του ήταν σχεδόν φωτογραφική και οι στενογράφοι άλλαζαν διαρκώς, καθώς κανείς δεν άντεχε να ακούει για πολύ όσα ομολογούσε ο «βασιλιάς του σαδισμού», όπως τον αποκάλεσε ο δρ Μπεργκ.

Η δίκη του Κέρτεν άρχισε στις 13 Απριλίου 1931, περιλαμβάνοντας κατηγορίες «μόλις» για εννιά φόνους και εφτά απόπειρες ανθρωποκτονίας. Μέσα στο κομψό κοστουμάκι του, ο «δράκος» παρέμενε ατάραχος κατά τη δίκη, παίρνοντας μάλιστα πίσω την λεπτομερή κατάθεσή του και δηλώνοντας τελικά αθώος (αργότερα δήλωσε «ψυχικά ασθενής»).

Στους επόμενους δύο μήνες της δίκης αποδείχτηκε ωστόσο πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ήταν το «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ». Εκείνος περιορίστηκε να τα αποδώσει όλα στην κακοποίηση που είχε υποστεί ως παιδί αλλά και τη χείριστη κατάσταση του σωφρονιστικού συστήματος της Γερμανίας. Δεν έδειξε καμιά μεταμέλεια για τα εγκλήματά του.

Οι ένορκοι χρειάστηκαν μόλις 90 λεπτά για να τον καταδικάσουν σε εννιά θανατικές ποινές. Οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα στις 2 Ιουλίου 1931 και όταν έπεσε η λεπίδα, μια ολόκληρη κοινωνία απελευθερώθηκε από τον τρόμο. Η πιο ιδιαίτερη ιστορία που διηγήθηκε ο «ψυχοπαθής νάρκισσος» (όπως τον είπε και πάλι ο δρ Μπεργκ), αυτή που καρφώθηκε μάλιστα στο συλλογικό φαντασιακό των Γερμανών, δεν είχε να κάνει με ανθρώπινο θύμα.

Ήταν αυτό που είπε στο δικαστήριο που έκοψε τα πόδια όλων. Μια μέρα λοιπόν, νωρίς το πρωί, ο Κέρτεν καθόταν στο παγκάκι ενός πάρκου, δίπλα σε μια λιμνούλα. Στην όχθη της παρατήρησε έναν κύκνο να αναπαύεται. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το πουλί από τον λαιμό, του τον έκοψε και ήπιε το αίμα που ανάβλυζε από το αποκεφαλισμένο του σώμα.

Το κρανίο του μελετήθηκε εξονυχιστικά και ταριχεύτηκε. Τη χρονιά του χαμού του, ο Φριτς Λανγκ χάρισε στην ανθρωπότητα ένα από τα «διαμάντια» του γερμανικού εξπρεσιονισμού, τον «Μ», που βασίζεται στη ζωή του πραγματικού «Δράκου του Ντίσελντορφ»…

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.