Η αναρχία, ο πόλεμος, ακόμη και οι επιδημίες μπορεί να «πλημμυρίσουν» αυτό το «ιστορικό κενό», όταν, όπως εύστοχα έγραψε ο Αντόνιο…
Γκράμσι στο διάσημο έργο του «Prison Notebooks», «το παλιό πεθαίνει, αλλά το νέο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί».
Η αβεβαιότητα και η σύγχυση που κυριάρχησε το 2016 δεν μπορεί βέβαια να συγκριθεί με την αναταραχή του μεσοπολέμου, περίοδο όταν και έγραψε ο Γκράμσι την εν λόγω φράση, αλλά είναι σίγουρα ισχυρές ενδείξεις ενός νέου «ιστορικού μεσοδιαστήματος».

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο κόσμος κυριαρχήθηκε και κρατήθηκε ενωμένος από μια παγκόσμια τάξη που προέβλεπε τον ρόλο της Αμερικής ως τον «χωροφύλακα» του κόσμου και απο την Ευρωπαϊκή έμπνευση για τη δημιουργία μιας νέας έννομης τάξης υπό τη μορφή της ΕΕ.

Σήμερα, όμως, και οι δύο αυτοί παράγοντες είναι εμφανώς αποδυναμωμένοι, και μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος ισχυρός υποψήφιος για να τους αντικαταστήσει.

Πράγματι, σε αντίθεση με το 1989, αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι η κρίση ενός και μόνο  συστήματος, όπως βιώσαμε τότε με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Χώρες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όπως είναι η Βραζιλία, η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία, βρίσκονται κάτω από ισχυρή και ολοένα και αυξανόμενη πολιτική και οικονομική πίεση.

Ακόμη και αν ο εφιάλτης της πιθανής Προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ αποφευχθεί, όπως φαίνεται όλο και πιο πιθανό τελευταία, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούν πλέον να λειτουργούν ως ο «αστυνομικός του κόσμου».

Δυνάμεις όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα αμφισβητούν συστηματικά την ηγεμονία αυτή σε μέρη όπως είναι η Ουκρανία, η Συρία και η Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Την ίδια στιγμή, παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Πολωνία και η Ιαπωνία, διεκδικούν έντονα την ανεξαρτησία τους και τη διαμόρφωση μιας ακηδεμόνευτης εξωτερικής πολιτικής, έτσι ώστε να αναπληρώσουν το κενό που δεν μπορεί πια η Αμερική να καλύψει, αλλά ούτε βέβαια και να σηκώσει το αντίστοιχο βάρος.

Εν τω μεταξύ, η μείωση της συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπονομεύει το ηθικό κύρος της στην παγκόσμια σκηνή.

Πολλά από τα παγκόσμια θεσμικά όργανα που αντικατοπτρίζουν τις ευρωπαϊκές αξίες και τα πρότυπα της – από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μέχρι τη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή – έχουν φτάσει σε αδιέξοδο.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι τρεις πτυχές της ευρωπαϊκής κυριαρχίας παραπαίουν: οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μειώσουν τη συμμετοχή της χώρας στον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ, η ΕΕ «γυρνάει την πλάτη» στην πολιτική της διεύρυνσης της, και το χάος που επικρατεί στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία κάνει την κοινή Ευρωπαϊκής εξωτερική πολιτική να μοιάζει με παρωδία.

Η άνοδος – και η ελκυστικότητα – ανελεύθερων δυνάμεων στη Ρωσία και στην Τουρκία σημαίνει ότι η ΕΕ δεν είναι πλέον ο μόνος πόλος επιρροής στην ευρύτερη περιοχή.

Ακόμη χειρότερα, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της ΕΕ δείχνει να έχει εγκαταλειφθεί, με τα κράτη-μέλη της να επιδιώκουν όλο και πιο συχνά να απομονώσουν τον εαυτό τους από τον έξω κόσμο, αντί να προσπαθήσουν να εξάγουν τις κοινές αρχές και αξίες τους.

Ως αποτέλεσμα, οι μεγαλύτερες απειλές για το ελεύθερο εμπόριο και την ανοικτή κοινωνία παρουσιάζονται πια από εγχώριες πηγές, και όχι από «εξωτερικούς εχθρούς».

Ακόμη και στη Γερμανία, η οποία εδώ και χρόνια έδειχνε απτόητη και ανεπηρέαστη από τέτοιες πιέσεις, ο δημόσιος διάλογος κυριαρχείται πια από θέματα όπως η απαγόρευση της μπούρκας, ή το «τέλος» της Διατλαντικής Συνεργασίας για το Εμπόριο και τις Επενδύσεις (ΤΤΙΡ).

Η ΕΕ θεωρείτο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ως μια ισχυρή κινητήριος δύναμη υπέρ της παγκοσμιοποίησης, που γκρέμιζε τα τείχη που χώριζαν λαούς και έθνη.

Σήμερα, όμως, η επιβίωσή της βασίζεται στο να δείξει ότι μπορεί να προστατεύσει τους ίδιους τους πολίτες της από τις δυνάμεις εκείνες που προωθούσε όλον αυτόν τον καιρό.

Η διατήρηση των τεσσάρων ελευθεριών που βρίσκονται στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος – η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των αγαθών, των κεφαλαίων και των υπηρεσιών εντός της Ευρώπης – θα είναι δυνατή μόνο εάν οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν αξιόπιστες πολιτικές για την προστασία των πιο ευάλωτων ομάδων στις κοινωνίες τους.

Αυτό περιλαμβάνει τη βελτίωση του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, την προστασία των κοινωνικών στρωμάτων στην ΕΕ που έχουν πληγεί από τη μετανάστευση και το ελεύθερο εμπόριο, και τον εφησυχασμό των φόβων της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την τρομοκρατία.

Ο κίνδυνος έγκειται στο γεγονός ότι πολλά από αυτά που σωστά προωθούσε η ΕΕ στις «καλές εποχές», θα μπορούσαν να επιταχύνουν τώρα το ξήλωμα τους, κατά τη διάρκεια του «ιστορικού μεσοδιαστήματος» που βιώνουμε.

Για παράδειγμα, με δεδομένη την τόση αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική κατάσταση της Ευρώπης και του κόσμου, οι συζητήσεις για την ευρωπαϊκή διεύρυνση ή για την υιοθέτηση της ΤΤΙΡ φαίνονται σήμερα παντελώς άσκοπες.

‘Η, ακόμη χειρότερα, μόνο και μόνο το άνοιγμα αυτών των συζητήσεων, είναι βέβαιο ότι θα πέσουν θύμα εκμετάλλευσης από τους ευρωσκεπτικιστές που φαίνεται να κερδίζουν έδαφος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει τώρα να κάνει εμφανή τη διάκριση μεταξύ των βασικών και των περιφερειακών προτεραιοτήτων της.

Για θέματα όπως οι σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία και την Τουρκία (καθώς και για τις σχέσεις των δύο αυτών χωρών μεταξύ τους), τα κράτη μέλη πρέπει να συμφωνήσουν σε μια κοινή πολιτική που θα αναγνωρίζει τα συμφέροντα όλων.

Αλλά μεγαλύτερη ευελιξία είναι αναγκαία σε άλλους τομείς, όπως η πολιτική για τους πρόσφυγες και την ανακατανομή τους, καθώς και για τους κανόνες που διέπουν την Ευρωζώνη, όπου η υπερβολική ακαμψία των οικονομικών πολιτικών θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωπαϊκής ενότητας.

Εκτός από το να εμποδίσει μια συμμαχία μεταξύ της Μόσχας και της Άγκυρας, η ΕΕ θα πρέπει να επανεξετάσει τους στόχους της στην ευρύτερη περιοχή.

Παρά το γεγονός ότι οι βαλκανικές χώρες που βρίσκονται εκτός της ΕΕ, θα παραμείνουν σε αυτό το σημείο -όπως όλα δείχνουν- για πολλά χρόνια ακόμη, ανήκουν ήδη στον ευρωπαϊκό χώρο ασφαλείας και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να επέμβουν ακόμη και στρατιωτικά αν τα ξεσπάσματα βίας του παρελθόντος επαναληφθούν.

Επιπλέον, οι ηγέτες της ΕΕ θα πρέπει να επιδιώξουν έναν ευρύτερο ορισμό της έννοιας της ειρήνης, διευρύνοντας το πεδίο από την «απουσία του πολέμου», όπως είναι σήμερα, στο να συμπεριλάβουν σε αυτό την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, καθώς και την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο.

Για χώρες όπως η Γεωργία, η Ουκρανία, και η Μολδαβία, από την άλλη μεριά, ο στόχος πρέπει να είναι η προώθηση σταθερών και προβλέψιμων κυβερνήσεων.

Για τα επόμενα χρόνια, η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίζει αυτά τα κράτη ως ανεξάρτητους ρυθμιστικούς παράγοντες και όχι ως κράτη-μέλη σε αναμονή. Και θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο αν η ΕΕ σταματούσε να «τραβά κόκκινες γραμμές» που δεν είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί.

Στην ταραγμένη περιοχή της Μέση Ανατολή, η ΕΕ δεν μπορεί να ελπίζει πια ότι θα είναι ο κεντρικός παράγοντας και ο βασικός ρυθμιστής. Αλλά την ίδια στιγμή, οι χώρες-μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους πολίτες τους από τους κίνδυνους της αστάθειας αν παραμένουν σιωπηλοί θεατές και μόνο.

Ιδιαίτερα στη Συρία και στη Λιβύη, η ΕΕ πρέπει να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο, σε συντονισμό με τις περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής – και σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία – έτσι ώστε να προωθήσει πολιτικές διαδικασίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη μείωση της βίας, στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στους τοπικούς πληθυσμούς, και στην ανακοπή της ροής των προσφύγων προς την Ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μία από τις κύριες προκλήσεις όμως που αντιμετωπίζει η ΕΕ σήμερα είναι να καθορίσει μια νέα, επιτυχή, αμυντική εποχή.

Κατά τη διάρκεια της ακμής της πολιτικής της διεύρυνσης της ΕΕ, ο στόχος ήταν να εμβαθύνουμε την ολοκλήρωση και την εμβέλεια της διεύρυνσης σε όλη την Ευρώπη.

Τώρα, όμως, η επιτυχία έγκειται στο να προλάβουμε και να αποτρέψουμε χώρες-μέλη από το να αποφασίσουν την αποχώρηση τους από την ΕΕ ή από το να υποσκάπτουν συνεχώς τα θεσμικά όργανα της.

Η Ιστορία ως γνωστόν «κάνει κύκλους»… και το μεσοδιάστημα κάποια στιγμή θα τελειώσει και μια νέα τάξη θα γεννηθεί.

Αυτό που παραμένει βέβαιο είναι ότι οι επιζώντες αυτής της διαδικασίας και οι κληρονόμοι της παλιάς τάξης πραγμάτων, θα είναι εκείνοι που θα γράψουν τους κανόνες της νέας εποχής.

Και το εγχείρημα της ΕΕ μπορεί να επιβιώσει μόνο αν η Ένωση, με ευελιξία και θάρρος, διασφαλίσει ότι θα είναι ένας από τους συγγραφείς τους.

-Το άρθρο του Μαρκ Λέοναρντ, Διευθυντή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, δημοσιεύθηκε την 1η Σεπτεμβρίου στο Project Syndicate

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.