Παρά τις πολλές επιθέσεις, τις ειρηνευτικές συνόδους και τις ξένες επεμβάσεις, όπως η τουρκική εισβολή αυτής της εβδομάδας, το μόνο…
πράγμα που αντί να υποχωρεί, δείχνει να επιδεινώνεται στη Συρία, είναι η ταλαιπωρία του λαού της.  

Ακαδημαϊκοί ερευνητές, ειδικοί στους εμφύλιους πολέμους, αποκαλύπτουν τους λόγους σε μια διαφωτιστική ανάλυση που παρουσιάζουν οι New York Times. Mία αντίστοιχη σύγκρουση έχει κατά μέσο όρο διάρκεια δέκα ετών, σχεδόν το διπλάσιο από όσο έχει διαρκέσει έως τώρα ο εμφύλιος στη Συρία. Αλλά υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να κάνουν τέτοιες συγκρούσεις πιο βίαιες και δυσκολεύουν πολύ το τέλος τους.

Σχεδόν όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι παρόντες στη Συρία.   Πολλοί προέρχονται από ξένες επεμβάσεις που είχαν ως στόχο να τερματίσουν τον πόλεμο, αλλά αντίθετα προκάλεσαν ένα αδιέξοδο όπου η βία είναι αυτοτροφοδοτούμενη και οι οι δρόμοι για την ειρήνη, φραγμένοι.  

Όταν η Barbara F. Walter, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο και κορυφαία σε ζητήματα εμφυλίων κλήθηκα να απαντήσει στο ερώτημα ποιες άλλες συγκρούσεις μέσα στην ιστορία είχαν παρόμοια δυναμική, κατέληξε πως δεν υπήρξε καμία. “Αυτή είναι μια πραγματικά πολύ δύσκολη υπόθεση”, κατέληξε.

Σύγκρουση με ανοσία στην εξάντληση   Οι περισσότεροι εμφύλιοι πόλεμοι τερματίζονται όταν η μία πλευρά χάνει. Είτε έχει ηττηθεί στρατιωτικά, είτε εξαντλούνται τα όπλα της, ή χάνει την λαϊκή υποστήριξη και πρέπει να παραιτηθεί. Περίπου το ένα τέταρτο των εμφυλίων πολέμων καταλήγουν σε μια ειρηνευτική συμφωνία, συχνά επειδή και οι δύο πλευρές έχουν εξαντληθεί.  

Αυτό θα μπορούσε να συμβεί στη Συρία: οι βασικοί μαχητές – η κυβέρνηση και οι αντάρτες που ξεκίνησαν να την αντιμάχονται το 2011 – είναι και οι δύο πολύ αδύναμοι και από μόνοι τους, δεν μπορούν να συντηρήσουν τον αγώνα για μεγάλο χρονικό διάστημα.   Αλλά δεν είναι μόνοι τους. Κάθε πλευρά υποστηρίζεται από ξένες δυνάμεις – ΗΠΑ, Ρωσία, Ιράν, Σαουδική Αραβία και πλέον και την Τουρκία – των οποίων οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στη Συρία, δημιουργούν ένα οικοσύστημα χωρίς εντροπία. Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις που κανονικά θα προκαλούσαν την αδράνεια της διαμάχης απουσιάζουν, επιτρέποντάς της να συνεχιστεί για πολύ περισσότερο.   Κυβέρνηση και αντάρτες τροφοδοτούνται από το εξωτερικό, πράγμα που σημαίνει ότι τα πολεμοφόδιά τους δεν εξαντλούνται ποτέ. Επίσης, έχουν πολιτική υποστήριξη από ξένες κυβερνήσεις που δεν αισθάνονται τις συνέπειες του πολέμου από πρώτο χέρι, και όχι από τους ντόπιους οι οποίοι θα μπορούσαν να πιέσουν για την ειρήνη.  

Σύμφωνα με τον James D. Fearon, καθηγητή του Στάνφορντ ο οποίος μελετά τους εμφύλιους πολέμους, πολλαπλές μελέτες έχουν διαπιστώσει πως “αν υπάρχει εξωτερική παρέμβαση και στις δύο πλευρές, η διάρκεια ενός εμφυλίου είναι σημαντικά μεγαλύτερη.”  

Οι μάχες εδάφους εμπλέκουν επίσης Κούρδους αντάρτες, οι οποίοι έχουν κάποια ξένη υποστήριξη, και το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο δεν έχει. Αλλά οι δυνάμεις της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης έχουν επικεντρωθεί ο ένας στον άλλο, καθιστώντας έτσι τους εαυτούς τους και τους υποστηρικτές τους, την κεντρική δυναμική της διαμάχης.  

2. Κανείς δεν μπορεί να χάσει, κανείς δεν μπορεί να κερδίσει   Οι εξωτερικοί χορηγοί δεν επιτρέπουν την ειρήνη και παράλληλα εισαγάγουν τους μηχανισμούς για το εντεινόμενο αδιέξοδο.  

Κάθε φορά που μία πλευρά χάνει έδαφος, οι ξένοι υποστηρικτές της, αυξάνουν τη συμμετοχή τους, την αποστολή προμηθειών ή την εναέρια υποστήριξη, για την αποφυγή ήττας του παίκτη τους. Στη συνέχεια, αυτή η πλευρά αρχίζει να κερδίζει, κάτι που τελικά οδηγεί τους ξένους υποστηρικτές του άλλου μετώπου, να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Κάθε κλιμάκωση είναι λίγο ισχυρότερη από την προηγούμενη, επιταχύνοντας τους θανάτους χωρίς ποτέ να μεταβάλλει τη θεμελιώδη ισορροπία του πολέμου.  

Αυτή ήταν η ιστορία της Συρίας σχεδόν από την αρχή. Στα τέλη του 2012, ο συριακός στρατός υπέστη ήττες και το Ιράν παρενέβη για λογαριασμό του. Από τις αρχές του 2013, οι κυβερνητικές δυνάμεις ανέκαμψαν, και τότε τα πλούσια κράτη του Κόλπου ξεκίνησαν τη στήριξη στους αντάρτες. Αρκετούς γύρους αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία έχουν ενταχθεί στην συμπλοκή.  

Αυτές οι ξένες δυνάμεις είναι αρκετά ισχυρές για να συμμετέχουν σχεδόν σε κάθε κλιμάκωση. Κανείς δεν μπορεί να πετύχει μια ολοκληρωτική νίκη, διότι η άλλη πλευρά έχει πάντα απόθεμα και έτσι ο κύκλος συνεχίζεται. Ακόμη και οι φυσικές διακυμάνσεις στις γραμμές της μάχης μπορεί να προκαλέσουν ένα νέο γύρο.  

Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν στήριξη στους Κούρδων της Συρίας εναντίον του ισλαμικού κράτους. Καθώς οι Κούρδοι δυνάμωναν, προκάλεσαν ανησυχία στη Τουρκία, η οποία μάχεται τη δική της κουρδική εξέγερση. Αυτή την εβδομάδα, η Τουρκία επενέβη για να ανακαταλάβει την Τζαραμπλούς έχοντας στο πλευρό της τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εν μέρει αυτό που έγινε ήταν και να εμποδίσουν τους Κούρδους από το να καταλάβουν αυτοί την πόλη – και οι ΗΠΑ υποστήριξαν αυτή την προσπάθεια, κάνοντας ακόμη πιο περίπλοκες τις συμμαχίες.

3. Η δομή του πολέμου ενθαρρύνει τις θηριωδίες   Η Συρία έχει δει επανειλημμένες μαζικές και αδιάκριτες δολοφονίες αμάχων, από όλες τις πλευρές. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο μένος, αλλά σε κάτι πιο ισχυρό: τα διαρθρωτικά κίνητρα.  

Στους περισσότερους εμφύλιους πολέμους, οι ένοπλες δυνάμεις εξαρτώνται από τη λαϊκή υποστήριξη για να πετύχουν. Αυτό το “ανθρώπινο πεδίο”, όπως το αποκαλούν οι εμπειρογνώμονες, προσφέρει σε όλες τις πλευρές κίνητρο για την προστασία των αμάχων και την ελαχιστοποίηση των φρικαλεοτήτων, και έχει συχνά υπήρξε καθοριστική η συμβολή του.   Σε πολέμους όπως της Συρίας, όπου κυβέρνηση και η αντιπολίτευση βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη ξένη υποστήριξη, ενθαρρύνεται η ακριβώς αντίθετη συμπεριφορά, σύμφωνα με έρευνα των πολιτικών επιστημόνων Reed M. Wood, Jacob D. Kathman και Stephen E. Gent από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.  

Επειδή οι μαχητές της Συρίας στηρίζονται στη χορηγία των ξένων και όχι των ντόπιων, έχουν ελάχιστα κίνητρα για την προστασία των αμάχων. Στην πραγματικότητα, αυτή η δυναμική μετατρέπει τον τοπικό πληθυσμό σε πιθανή απειλή και όχι αναγκαίο πόρο.   Τα κίνητρα, τους ωθούν στην αξιοποίηση της συλλογικής βίας και του τρόμου με σκοπό τη διαμόρφωση των συμπεριφορών του πληθυσμού, διαπίστωσαν οι ερευνητές. Οι εικόνες με τις νεκρές μητέρες και τα παιδιά τους, δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν αβοήθητους παρευρισκομένους αλλά σκόπιμους στόχους – δεν σκοτώθηκαν από τη μανία ή από σκληρότητα, αλλά από ψυχρή υπολογιστική λογική.  

Σοβαρές, αδιάκριτες επιθέσεις κατά αμάχων φέρουν λίγους βραχυπρόθεσμους κινδύνους και σημαντικά οφέλη: διαταράσσουν τον έλεγχο ή την τοπική υποστήριξη του εχθρού και κατευνάζουν πιθανές απειλές.  

Οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πολύ τις περισσότερες επιθέσεις εναντίον αμάχων, αλλά έχουν γίνει και κάποιες από την αντιπολίτευση. Μεταξύ των ανταρτών, μεμονωμένες ομάδες που αρνούνται να επιτεθούν σε αμάχους καταλήγουν σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τις ομάδες που θα το κάνουν.

4. Ο φόβος της ήττας παγιώνει το απαίσιο status quο   Αυτό το αδιέξοδο υπαγορεύεται επίσης από αβεβαιότητα. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι θα δει σε μια μεταπολεμική Συρία, όπως και για το πώς θα φτάσουμε εκεί, αλλά ο καθένας μπορεί μόνο να φανταστεί μια χειρότερη κατάσταση. Αυτό δημιουργεί ένα status quo προκατάληψης, στο οποίο οι μαχητές είναι περισσότερο ανήσυχοι για να διατηρήσουν όσα έχουν κερδίσει παρά για διακινδυνεύσουν με σκοπό να πετύχουν τους ευρύτερους στόχους τους.   Όπως το θέτει ο καθηγητής Fearon του Στάνφορντ:Είναι πιο σημαντικό να σταματήσουν τη νίκη της άλλης πλευράς, από το να πετύχουν τη δική τους νίκη.”  

Κάθε ξένη δύναμη αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να κερδίσει, αλλά φοβάται ότι μια νίκη από την άλλη πλευρά θα ήταν αφόρητη. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν, για παράδειγμα, βλέπουν τη Συρία ως ένα πεδίο μάχης στη περιφερειακή πάλη για την εξουσία τους, η απώλεια της οποίας πιστεύουν ότι θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα δικά τους καθεστώτα.  

Ακόμα και αν ο πόλεμος της Συρίας μακροπρόθεσμα τους βλάπτει όλους, εξασφαλίζοντας περισσότερο εξτρεμισμό και αστάθεια, οι βραχυπρόθεσμοι φόβοι της ήττας τους ωθεί στη διατήρηση μιας αέναης, ανίκητης ισοπαλίας.  

Αυτό επιτείνεται από τη δυναμική λήψης αποφάσεων των συνασπισμών. Κάθε πλευρά αποτελείται από διάφορους παράγοντες, με εξωφρενικά διαφορετικές ατζέντες και προτεραιότητες. Συχνά, στο μόνο που μπορούν να συμφωνήσουν είναι ότι θέλουν να αποφύγουν την ήττα. Είναι μια στρατηγική με ελάχιστο κοινό παρονομαστή.   Υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η Ρωσία, για παράδειγμα, θα ήθελε ο πρόεδρος Μπασάρ αλ-Ασαντ της Συρίας να παραιτηθεί, ή τουλάχιστον να κάνει κάποιες παραχωρήσεις για την ειρήνη. Αλλά η Ρωσία δεν μπορεί να τον αναγκάσει να ενεργήσει, ούτε μπορεί απλά να εγκαταλείψει τη Συρία και να εγκαταλείψει τα συμφέροντά της εκεί. Ο Άσαντ, εν τω μεταξύ, ίσως να θέλει μια πληρέστερη ρωσική επέμβαση που θα του χαρίσει τη νίκη, κάτι που η Μόσχα δεν είναι πρόθυμη να παράσχει.  

Το αποτέλεσμα: ο Άσαντ παραμένει στη θέση του και η Ρωσία παρεμβαίνει μόνο για να τον κρατήσει εκεί, για την ώρα.

5. Τα μέρη της σύγκρουσης είναι φτιαγμένα να μάχονται, όχι να κερδίζουν   Η συριακή κυβέρνηση και οι αντάρτες που τη μάχονται, είναι εσωτερικά αδύναμοι, με τρόπους που θα τους οδηγήσουν στο να προτιμήσουν ένα αδιέξοδο – δεν έχει σημασία πόσο τρομερό – από σχεδόν κάθε βιώσιμο αποτέλεσμα.  

Οι κορυφαίοι ηγέτες της Συρίας ανήκουν ως επί το πλείστον στη θρησκευτική μειονότητα των Αλαουιτών η οποία αποτελεί ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού της χώρας, αλλά ένα δυσανάλογο μερίδιο των δυνάμεων ασφαλείας. Μετά από χρόνια πολέμου κατά μήκος των δημογραφικών γραμμών, οι Αλαουίτες φοβούνται ότι μπορεί να αντιμετωπίσουν τη γενοκτονία αν ο Άσαντ δεν εξασφαλίσει μια ολοκληρωτική νίκη.   Αλλά μια τέτοια νίκη φαίνεται εξαιρετικά απίθανη, εν μέρει επειδή το καθεστώς της μειονότητας των Αλαουιτών, του δίνει πολύ λίγη υποστήριξη για την αποκατάσταση της τάξης και αυτό γίνεται μόνο με βία. Έτσι, οι ηγέτες της Συρίας πιστεύουν ότι το αδιέξοδο είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί η ασφάλεια της μειονότητας σήμερα, ακόμη και αν αυτό αυξάνει τους κινδύνους για το μακροπρόθεσμο μέλλον τους.  

Η αντιπολίτευση της Συρίας είναι αδύναμη με διαφορετικό τρόπο. Είναι διασπασμένη μεταξύ πολλών ομάδων, έναν άλλο παράγοντα που τείνει να παρατείνει εμφύλιους πολέμους και καθιστά λιγότερο πιθανή μια ειρηνική κατάληξη.   Μια μελέτη των ειρηνευτικών προσπαθειών που έχουν επιχειρήσει τα Ηνωμένα Εθνη από το 1945, διαπίστωσε ότι πέτυχε να επιλύσει τα δύο τρίτα των εμφυλίων με δύο μέτωπα σε σύγκρουση, αλλά μόνο το ένα τέταρτο των πολύπλευρων συγκρούσεων. Το πεδίο μάχης της Συρίας είναι ένα σύνθετο πολύγωνο, με μια σειρά από συριακές ομάδες ανταρτών που περιλαμβάνουν μετριοπαθείς ισλαμιστές και παρακλάδια της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους, Συριακές δυνάμεις και ξένους όπως η λιβανική σιιτική πολιτοφυλακή της Χεζμπολάχ καθώς και ξένους μαχητές που συμμετέχουν στο όνομα της τζιχάντ.  

Κάθε μία από αυτές τις φατρίες έχει τους δικούς της στόχους, οι οποίοι περιορίζουν τους όρους της ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας. Έχουν επίσης κίνητρο για να αντιμάχονται με άλλες ομάδες, για τους πόρους κατά τη διάρκεια του πολέμου, και για τις συμβάσεις παραχώρησης αργότερα.   Αυτός είναι ο λόγος που πολύπλευρες διαμάχες τείνουν να αποτυγχάνουν. Ακόμα και με μια αντροπή της κυβέρνησης, συχνά καταλήγουν σε ένα δεύτερο πόλεμο μεταξύ τους.  

6. Οι κίνδυνοι της νίκης    Ο μόνος σίγουρος τρόπος για να σπάσει το αδιέξοδο είναι η μία πλευρά να ‘εκτοξευθεί’ πέρα από όσο μπορεί η άλλη. Επειδή η Συρία τροφοδοτείται από δύο κορυφαίες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό μπορεί να γίνει μόνο από μια εισβολή πλήρους κλίμακας.   Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό θα απαιτούσε κάτι ανάλογο με τις μακροχρόνιες στρατιωτικές καταλήψεις των αμερικανών στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν. Στη χειρότερη, εισβάλλοντας σε μια εμπόλεμη ζώνη όπου τόσο πολλοί ξένοι αντίπαλοι είναι ενεργοί θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα σημαντικό περιφερειακό πόλεμο.  

Ένας άλλος τρόπος που μπορεί να φέρει την κατάληξη μιας τέτοιας σύγκρουσης, είναι ο ξένος υποστηρικτής να μεταβάλλει την εξωτερική πολιτική του και να αποφασίσει να αποχωρήσει. Αυτό επιτρέπει στην άλλη πλευρά να κερδίσει γρήγορα.   Αλλά στη Συρία, κάθε πλευρά υποστηρίζεται από πολλές ξένες δυνάμεις και για να γίνει αυτό, θα πρέπει κάθε χορηγός της μιας πλευράς να αποσύρει τη στήριξή του ταυτόχρονα με τους υπόλοιπους.

7. Το εμπόδιο για την ειρήνη: δεν υπάρχουν ειρηνευτικές δυνάμεις   Οι ειρηνευτικές συμφωνίες συχνά πετυχαίνουν η αποτυγχάνουν στο ζήτημα του ποιος θα ελέγχει τις στρατιωτικές δυνάμεις και τις δυνάμεις ασφαλείας. Στη Συρία, αυτό μπορεί να είναι μια ερώτηση χωρίς απάντηση.   Δεν είναι ένα θέμα απληστίας, αλλά εμπιστοσύνης. Μετά από έναν πόλεμο τόσο βάναυσο, όπως αυτόν της Συρίας, στον οποίο περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί μέχρι στιγμής, οι πολεμιστές εύλογα φοβούνται ότι θα σφαγιαστούν αν το άλλο στρατόπεδο εξασφαλίσει πολύ μεγάλη δύναμη. Αλλά μια συμφωνία που θα έδινε στα μέρη ίση στρατιωτική δύναμη δημιουργεί υψηλό κίνδυνο υποτροπής που οδηγεί σε νέο πόλεμο. Το ίδιο θα γίνει και αν επιτραπεί στους αντάρτες να διατηρήσουν τα όπλα και την ανεξαρτησία τους – ένα μάθημα που ο κόσμος πήρε στην περίπτωση της Λιβύης.  

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υπάρξει κάποιο είδος επιβολής ένοπλης βίας για την αποκατάσταση της ασφάλειας και να γίνει εκκαθάριση όλων των εναπομεινάντων πολιτοφυλάκων και πολεμάρχων.   Συχνά, η λύση ήταν η αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων από έναν εκτός της χώρας οργανισμό, όπως τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτές οι δυνάμεις διατηρούν τον έλεγχο κατά τη διάρκεια μετάβασης της χώρας προς την ειρήνη και παρέχουν ένα βασικό επίπεδο ασφάλειας με τρόπο που δεν θα παρακινήσει τις δύο πλευρές να επανεξοπλιστούν.  

Αλλά ποια χώρα θα προσφέρει εθελοντικά τους πολίτες της για μια επ’ αόριστον κατάληψη της Συρίας, μετά την εμπειρία της Αμερικής στο Ιράκ; Οποιαδήποτε ξένη δύναμη θα αποτελούσε από μονή της ένα στόχο για τζιχαντιστές τρομοκράτες και είναι πιθανό να αντιμετωπίσει μια μακροχρόνια εξέγερση που θα μπορούσε να κοστίσει εκατοντάδες ή η και χιλιάδες ζωές.    

Kάτοικοι στο Χαλέπι ορμούν για να πάρουν φαγητό από αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας του ΟΗΕ ( Jan-Niklas Kniewel/EPA)  

8. Μια ολίσθηση προς την καταστροφή   Ο καθηγητής Fearon, απαριθμώντας τους λόγους που δεν επιτρέπουν το τέλος του πολέμου στη Συρία, δήλωσε ότι στην καλύτερη περίπτωση, η μία πλευρά θα καταλήξει να πετύχει μια νίκη που απλώς θα υποβαθμίσει τον πόλεμο σε εξέγερση κάπως χαμηλότερου επιπέδου με τρομοκρατικές επιθέσεις, και ούτω καθεξής.   Η χειρότερη περίπτωση είναι πραγματικά πολύ χειρότερη.   Σύμφωνα με μια έκθεση του 2015, από τους καθηγητές Β. Walter και Kenneth M. Pollack, ειδικούς σε ζητήματα στη Μέση Ανατολή:”Μια απόλυτη στρατιωτική νίκη σε έναν εμφύλιο πόλεμο έχει ως τίμημα τρομακτικά επίπεδα βίας (ακόμα και γενοκτονία) κατά των ηττημένων, συμπεριλαμβανομένων των άμαχων πληθυσμών τους.  

Αυτό θα μπορούσε να φέρει εξ ολοκλήρου νέες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Οι νικηφόρες ομάδες σε έναν εμφύλιο πόλεμο προσπαθούν συχνά να επεκτείνουν την πρωτόγνωρη δύναμή τους εναντίον γειτονικών κρατών, με αποτέλεσμα διακρατικούς πολέμους.   Αυτό δεν είναι μια τροπή που κάποιος επιθυμεί, αλλά είναι η κατεύθυνση προς την οποία σύρουν τη χώρα οι πολλές εγχώριες και ξένες συμμετοχές στη διαμάχη Συρίας. Μια χώρα για την οποία ίσως έρχονται ακόμη πιο σκοτεινές ημέρες.

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.