Τέτοια μέρα όπως τη σημερινή, ο νους των επιζώντων των γερμανικών βαρβαροτήτων στα…
οκτώ μαρτυρικά χωριά του Κέντρους (Κρύα Βρύση, Άνω Μέρος, Δρυγιές, Βρύσες, Σμιλές, Καρδάκι, Γουργούθοι, Γερακάρι) με θύματα 164 άμαχους και αθώους κατοίκους, αυτόματα γυρίζει 72 χρόνια πίσω, στις 22 Αυγούστου 1944. Τις φρικτές και αποτρόπαιες εικόνες δεν τις ξεθώριασε ο χρόνος μα ούτε σβήνουν και θα είναι ίδιες ως την ύστατη αναπνοή των ανθρώπων της γενιάς εκείνης που παραμένουν ακόμα στη ζωή.

«Κοιμούμαστε όλοι μέσα σαν τα ζώα!» αφηγήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο γνωστός ριμαδόρος στο Γερακάρι Μανώλης Ακουμιανάκης ή Χαντρακομανώλης(Νικητές στο Απόσπασμα, το Αμάρι στις φλόγες). «Και έτσι πιάσανε το 95% τσ’ άντρες στο Γερακάρι μέσα. Ελείπανε μόνο οι βοσκοί. Εκοιμούμαστονε, λοιπόν, μέσα. Τα ξημερώματα, κατά τσ’ έξι η ώρα, ακούω μια ριπή ταχυβόλου. Ίσα-ίσα που έφεγγενε. Οι σκύλοι γαβγίζανε ούλη νύχτα, βγάνανε πολύ βρούχος. Προβλέπανε κάτι οι σκύλοι, είχανε προνοητικότητα φαίνεται! Ήρθανε οι Γερμανοί , απού το Σπήλι οι μισοί, κι απού το Ρέθυμνο οι άλλοι. Απού το Σπήλι ήρθανε με τα πόδια. Είχανε-ν- ένα οδηγό και μάλλον τσι παραστράτησενε και τσι πήγαινε προς τα Μεσονήσα, και το-ν-εχτυπήσανε κιόλας οι Γερμανοί. Θαρρώ, ήτονε ο Κωστής ο Παλιεράκης…

»Τα ξημερώματα φτάξανε ‘δω. Κι ήτονε-ν-ένας αμπελοφύλακας στσι Κεφάλες, ο Κωστής ο Κοκονάς, και τσ’ άκουσενε, γιατί αυτοί με τα στιβάνια που φορούσανε βγάνανε βρούχος! Και προβέρνει στη-γ-κορφή και φωνάζει του μπάρμπα μου του Κατσακούλιο, του πατέρα μου ένα-ν- αδερφό: «Μπάρμπα Κατσακούλιο, οι Γερμανοί έρχονται μόνο φύγετε…» Όσοι ακούσανε, εφύγανε. Εγώ δεν άκουσα πράμα, το σπίτι μας ήτονε χαμηλά. Εφύγανε πεντέξε απού ακούσανε τη φωνή ‘κείνουνά. Δεν επήγανε να ειδοποιήσουνε τσ’ άλλους χωριανούς, μόνο φύγανε για το βουνό…

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΣ

»Τα ξημερώματα, με τη-μ-πρώτη ριπή, εσκοτώσανε το-ν-Ταταράκη το Νικολή που κοίταξενε να φύγει. Ήτονε νεροφόρος, υδρονομέας κι επήγαινε να ‘μολάρει το νερό. Όπως έφυγενε απ΄τη βορεινή μεριά του χωριού, ήτονε ‘κεια σκοποί, του βάνουνε μια ριπή και το-ν-εσκοτώσανε. Ακούω το ταχυβόλο, τη ριπή, και κατάλαβα πως ήρθανε οι Γερμανοί. Ήμουνε στα χαρθιά γραμμένος, γιατί εκάναμε καντάδες, εγώ ‘παιζα τη λύρα κι ηλέγαμε: «Κάτω οι Γερμανοί και ζήτω η –γ-Αγγλία, και ζήτω η-γ-Αμερική και ζήτω η Ρωσία και κάτω η Γερμανία κι η Ιταλία. Γι αυτό μ’ είχανε και μένα στα χαρθιά-ν-τωνε γραμμένο…

»Πάω να φύγω απού τη δυτική πλευρά και βλέπω σ’ ένα αλώνι, του Ταταράκη του Γιάννη, του Καζά, σκοπό Γερμανό. Γυρίζω πίσω και πάω απού του νεκροταφείου τη μεριά, απού ‘ναι του Παντελόνη τα’ αλώνι, και βλέπω άλλο σκοπό. «Δεν έχω πώς φύγω ‘δα», λέω. Σκοποί πάντα κι άλλη, και λέω τση γυναίκας μου: «Θα βγω στο ταβάνι απάνω». Είναι ένα-μ-παραθυράκι απόξω, βάνω μια-ν-ανεμόσκαλα και βγήκα. «Πάρε τη σκάλα», λέω τση γυναίκας μου «να τη-μ-πας αλλού να μη φαίνεται πως εβγήκενε κάποιος απάνω. Κι α’ σε ρωτήξουνε οι Γερμανοί που ‘μαστε, θα πεις πώς ήμαστονε στο Ρέθεμνο» «Εντάξει», μου λέει…

»Κάθομαι ‘γω ‘κεια. Απής εξημέρωσενε καλά, ήρθενε ο πρόεδρος ο Παντελόνης μ’ ένα Γερμανό. Λέει: «Πού ‘ναι ο άντρας σου;» Του λέει η γυναίκα μου «στο Ρέθεμνος». Λέει: «Όλοι κάτω στη-μ-πλατεία». Φεύγουνε ούλοι, κάθομαι ‘γω στο ταβάνι. Τη-ν-ίδια δουλειά έκαμενε κι ο Μπολιουδάκης ο διπλανός μου, όπως μου ‘πενε ύστερα. Κατά τση δέκα η ώρα, έντεκα, οι γυναίκες εκλαίγανε. Λέω τση γυναίκας μου: «Ίντα συμβαίνει;». Μου λέει «Εσκοτώσανε το Γιαννακουδάκη το Μανώλη και το Στρατιδάκη το Στρατή, γιατί κρατούσανε-μ-πιστόλι. Τσι σκοτώσανε μπροστά μας, στη-μ-πλατεία…»

»…Αρχίζανε και κλαίγανε οι γυναίκες και μου λέει η γυναίκα μου: «Α’-γ-κάτσεις ατά, θα το κάψουνε το χωριό και θα καείς ατουδά. Α’ φύγεις και πας και παραδοθείς θα σε σκοτώσουνε γιατί ‘σαι γραμμένος στα χαρθιά-ν-τωνε. Ό,τι θες κάμε!» Πατώ μια-ν-τάβλα αποπάνω, και σπα η τάβλα και πέφτω στο-ν-οντά. Και μου λέει η γυναίκα μου: «Έσπασες τη-ν-τάβλα;» «Να σπάσει να πάει στο διάολο» τση λέω. «Τη-ν- τάβλα λυπάσαι;» Κατεβαίνω στο υπόγειο και πάω πάλι απού του Καζά τσ’ αλώνι να φύγω. Έλεγα, πως ο σκοπός είχενε φύγει, αλλά ‘τονε ‘κει και πήγαινε κι ήρχουντονε με το ταχυβόλο. Γιαέρνω, ξανοίγω προς τη βορεινή μεριά το-ν-άλλο σκοπό, στη θέση-ν-του κι αυτός…

ΚΡΥΠΤΗ Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ

»Αποπάνω, στο Σωτήρα Χριστό άλλος. Τρεις σκοπούς έβλεπα. Ίσα κάτω δεν εμπόρουνα να ‘ρθω και μια στιγμή, όπως εγύριζα, βλέπω ένα-μ-πλάτανο στουμπερό με πολλά κλαδιά και κλήμα. Βγαίνω και καθίζω σ’ ένα διχάλι. Αποκάτω ήτονε μονοπάτι και περνούσαν οι Γερμανοί και πηγαίνανε απού το ένα φυλάκιο στ’ άλλο κι ανταλλάσσουντανε. Το ίδιο έκαμενε κι ο Μπολιουδάκης ο Μιχάλης ο γείτονάς  μου. Αλλά αυτός ήτονε κουφός λιγάκι και του φωνάζω: «Μιχάλη, Μιχάλη!» Με τα πολλά άκουσενε. «Έλα ‘δω μωρέ», του λέω. Έρχεται και βγαίνει στο-ν-ίδιο πλάτανο κι αυτός. «Όντε θα βλέπω Γερμανούς» του λέω, «θα σ’ αγγίζω στο κεφάλι να μη βγάνεις άχνα. Όντε δε βλέπω Γερμανούς θα κουβεντιάζομενε σιγά-σιγά». Πραγματικά μ΄άκουσενε αυτός, ελέγαμε τα βάσανά μας απού το πρωί στση οκτώ μέχρι το βράδυ στση δέκα αυτή δουλειά. Νηστικοί, αυτός εφόριενε και τη φανέλα μόνο…

»Όντε-ν-εφύγανε οι γυναίκες να κατεβούνε πλια κάτω, έρχεται του διπλανού του Χαριτάκη η γυναίκα, η Ελένη και μου λέει: «Α’ γλιτώσετε Μανώλη, είναι ο άντρας μου στη Χαζινέ τη μικρή δεξαμενή. Εκεί μπήκενε ο Χαριτάκης και κρύφτηκενε κι έβαλε ‘κεια η γυναίκα-ν-του τη μηχανή, τη ραφτομηχανή και κάτι πράματα αξίας, κι αποπάνω έβαλενε-ν-ένα-ν αχινόποδα ξερό. Κι έκανε ο σκοπός συνέχεια βάδην και μεταβολή. Αν είχενε-γ-κάμει το-ν-αχινόποδα ‘τσε , ‘θελα  τον-ε-δει πως ήτονε μέσα. Αλλά τι! Σα’ τα βούγια ήτονε!

»Κατά τση τρεις η ώρα άκουγα ‘δω στο Κατωχώρι μια ριπή του ταχυβόλου. Τότες σκοτώνανε τσ’ αθρώπους. Τότε γινότανε οι εκτελέσεις. «Αυτοί πιοθήκανε», σκέφτηκα, «και πυροβολούνε στο-ν-αέρα!» Δεν εγάτεχα πως σκοτώνανε τσ’ αθρώπους, δεν εγάτεχα πράμα! Άμα σταματήσανε οι πυροβολισμοί, σε κάνα δέκα λεφτά, βλέπω κι ένα μαύρο καπνό κι έβγαινε απάνω. Κι έβγαινε ψηλά. «Φαίνεται», λέω, «ανάψανε κανένα φούρνο και ψήνουνε κανένα οζό να το φάνε. Βραδιάζει. Κατά τση δέκα η ώρα, ο τελευταίος Γερμανός απού ‘ρθενε αποκάτω και πλιατσικολόγανε, άνοιξε μια βαλίτσα δικιά μου, κι είχα μέσα τη λύρα μου. Και τη βγάνει και χτυπά τη μεσαία κόρδα και το-ν-ακούω και λέει: «Μουζίκο!»

»Τη θέτει σιγά-σιγά χάμε, αδειάζει τη βαλίτσα, είχα μέσα βιβλία, νταλαβέρια κι ότι τ’ ‘αρεσενε, κάτι πετσέτες καινούργιες, κάτι χρυσαφικά, κάτι τέθοια, τα πήρενε και τα’ βαλενε στη βαλίτσα κι απόης τη σηκώνει σ’ ένα-γ-ξύλο και πάει στ’ αλώνι του Παντελόνη, απού ‘τονε το φυλάκιο του. Σαν ησυχάσανε οι Γερμανοί, λέω του Μιχάλη του Μπολιουδάκη: «Κατέβαινε σιγά-σιγά, γιατί πρέπει να φύγομε από ‘δω. Δε-γ-κάνει να ‘μαστε ‘παέ ως το πρωί. Πρέπει να φύγομε τη νύχτα. Κατεβαίνει αυτός ‘σα κάτω, κόβει ένα σταφύλι δερματά και το-ν-τρώει και μου δίνει κι εμένα άλλο ένα. Προς τα κάτω, ήτονε-ν- ένα σκυλάκι του γείτονα του Νικολή και γάβγιζενε. Σκέφτηκα πως θα μας-ε-δούνε οι Γερμανοί, αλλά κατεβαίνω και του λέω: «Λουλού, Λουλού!». Ήτονε-ν- ένα τσατσάκι, θυμούμαι και τα’ όνομά-ν-του, και σώπασενε…

»Πάμε ύστερα και βρίχνομε το Χαριτονικολή, που ήτονε στο ντεπόζιτο. «Ίντα ΄ναι, μωρέ Νικολή; Πώς πας;». Λέει: «Άστα. Ούλη μέρα δε βλέπω τίποτα. Εσείς θα βλέπατε πλια καλιά». Το ‘ξερενε αυτός πως ήμαστονε στο-μ-πλάτανο. Του το ΄χενε πει η γυναίκα-ν-του. Του λέω: «Από ‘δω θα βγούμε απού του Μπομπούτση τα χαράκια να βγούμε απάνω στο Μοσχάτο, να βγούμε στσι Κεφάλες. Δεν υπάρχουνε ‘κεια φυλάκια, είναι κενός  ο τόπος να φύγομε να βγούμε στο βουνό… Κι εγώ επαέ απού ΄μια αυτή τη διαδρομή σκέφτουμουνε να φύγομε. Λέω: «Κάτσετε ‘δα ‘παέ να πάω στο σπίτι μου, να βρω τίποτα να φάμε, και κανένα ρούχο να το βάλει  ο Μιχάλης, που ‘ναι με τη φανέλα. Πάω ‘γω, βγαίνω στη-γ-κουζίνα πάνω απού τη-μ-πετρόσκαλα, βρίχνω μια μπλούζα τση γυναίκας μου πλεκτή και τη-μ-παίρνω. Μετά κατεβαίνω τη μπουκαπόρτα, να κατεβώ στο υπόγειο απού ‘τονε τα πιθάρια. Είχαμε στο ΄να πιθάρι που ήτονε τα κουκιά, τυριά και στο άλλο που ήτονε φάβα, ξερό παξιμάδι, ψωμί. Η γυναίκα μου, σα’ να το ‘ξερενε, άφηκενε ένα-ν-τυρί και πεντέξε ντάγκους ψωμί. Βρίχνω ένα παλιοβούργιαλο , στα κρυφά βέβαια, και τα βάνω μέσα…

ΤΡΟΦΗ ΤΑ… ΣΤΑΦΥΛΙΑ

»Όντε-ν-επήγα να κατεβώ τη μπουκαπόρτα, τη σκάλα, ακούω πατήματα στο υπόγειο. Στένομαι ένα λεφτό. Λέω: «Γερμανοί ‘ναι μωρέ;» Αλλά σε λιγάκι άκουσα το βρούχος από ένα μουλάρι. Είχα ένα μουλάρι κι έτρωενε απ΄ το πιθάρι τη-ν-ταγή! Το χαϊδεύω, παίρνω το τυρί και το ψωμί, βρίχνω και μια βέργα ν’ ακουμπίζω, στα τυφλά τώρα, δεν υπήρχενε φως. Όντε-ν-εφτάναμε στο δυτικό φυλάκιο στου Καζά τ’ αλώνι, ήτονε δίπλα ένα-γ-κοπάδι πρόβατα του Κοκονά τ΄Αντώνη, και μόλις μας εθωρούνε παίζουνε-ν-ένα ρούβασμα και τα λέρια βγάνανε πολύ βρούχος! Λέω: «Αν τα πάρει χαμπάρι ο σκοπός;»

»Ο σκοπός ήτονε πενήντα μέτρα, εκατό. Αλλά αυτός χαμπάρι! Εκοιμούντανε. Παίρνομε σιγά-σιγά τη μπάντα τω’ –μ-προβάτω’ κι έπιανα τσι βάτους κι ανέβαινα. Κι ανέβαζα και τσ’ άλλους δυο. Βγαίνομε πάνω στο Μοσχάτο, σε μια-γ-κορφή. Εκεί πάλι, βλέπω ένα-μ-πράμα και πήγαινε κι ερχότανε σα να ‘τονε ταχυβόλο. Λέω : «Στοπ, επαέ ‘χουνε φυλάκιο» Καθίζομε πέντε λεφτά ακίνητοι. Κοιτάζω ‘γω αυτό το πράμα, το βλέπω και κουνεί. Λέω: «Κιανένα ζώο είναι…»και πετώ μια-μ-πέτρα και πάει μια-ν-αίγα πλια κάτω. ‘Υστερα βγαίνομε στσι Κεφάλες, στ’ αμπέλια. Κόβω σταφύλια και πάμε στο Λιβάδι και τα πλύνομε στη φλέγα και τρώμε μερικά σταφύλια και μετά των-ε-λέω: «Θα προχωρήσομε τώρα να πάμενε στα Μεσονησανά αόρη. Έχω ένα μπαταζανάκη κι αυτός θα ξέρει ίντα ‘πογίναν τα γυναικόπαιδα, και θα ξέρει και για το χωριό μας…

»Όντε-ν-εφτάναμε στη-γ-κορφή του Μπεζούλου, πετούνε οι Γερμανοί μια φωτοβολίδα και κάνει ένα-γ-κύκλο και φάνηκε του Γερακάρι σα να ‘τονε μέρα! Ήτονε σηκωμένος ο μπατζανάκης μου ο Αντώνης και του λέω: «Ίντα γίνεται κουνιάδο; Ίντα γατές να μας-ε-πεις για τσι Γερμανούς;» Λέει: «Εθώρουνε ούλη μέρα και φεύγανε προς το-ν- ελενιανό δρόμο, προς το Μέρωνα, γυναικόπαιδα συνέχεια. Άλλο-μ-πράμα δεν κατέχω να σας-ε-πω…

»Οι Γερμανοί κάτσανε οχτώ μερόνυχτα στο Γερακάρι κι ελεηλατούσανε. Και παίρνανε τα εισοδήματά μας κι είχανε μεταγωγικούς και τα μεταφέρανε στη Σκολή Ασωμάτω’ Κάνανε ‘κεια ολόκληρο εφοδιασμό. Ότι τω-ν-άρεσενε πήρανε. Μηχανές πήρανε, τα ζώα μας επήρανε. Εμείς είχαμενε δυο μουλάρια, τότε, με το-μ-πατέρα μου. Έρχομαι ‘παέ στο χωριό και βλέπω τα χαλάσματα και καπνίζανε. Έβρεξε κιόλας κι ότι ΄τονε όξω, καρποί εσαπιθήκανε, εκεντρουλιάσανε! Είχανε εισοδήματα πολλά οι αθρώποι βγαρμένα, στάρια, κουκιά, πατάτες, φασόλια, ούλα ήτονε άχρηστα. Ψάχνω δε βλέπω πράμα. Το σπίτι μου ήτονε τρόχαλος. Λέω: «Επαε ’ναι μωρέ τα μουλάρια ‘δα;». Παίρνω και πάω στο Καρδάκι. Και βλέπω, εκεί που ‘χανε σκοτώσει τσι δικούς μας οι Γερμανοί, ένα φρικτό πράμα. Έβλεπα κεφαλές κομμένες, έβλεπα αθρώπους κομμάτια γινομένους. Ρωτώ ‘κεια πέρα το Σωτήρη το Μοναχογιό: «Μη μπα να ‘δες μουλάρια, πράμα, ΄παέ;» «Δεν εφανήκα’-μ-παέ, Μανώλη», μου λέι, «μόνο αλλού…»

»Γιαέρνω πίσω και τα ‘χανε πάει στο Σπήλι οι Γερμανοί τα μουλάρια, το δικό μου και του πατέρα μου, και μεταφέρανε τα πράματα στο Σπήλι. Είχανε πάει πολλά πράματα! Και το μάθαμε ύστερα στο Σπήλι και πήγανε ο πατέρας μου ο μακαρίτης και βρίχνει το σκοπό που ‘χανε οι Γερμανοί και τα ‘βλεπενε τα μουλάρια και του λέει: «Μωρέ, ‘κείνανέ τα δυο μουλάρια είναι δικά μου, να μ’ αφήσετε να τα πάρω;». Του λέει: «Να τα πάρεις μα να μην είναι ‘παέ οι Γερμανοί γιατί σε πάρουνε χαμπάρι, θα με σκοτώσουνε εμένα. Θα περιμένεις να φύγει ο Γερμανός ο σκοπός που ‘ναι ‘παέ, να τα πάρεις να πας από ΄κε απ’ ένα-μ-παράστρατο, να μη σε δούνε οι Γερμανοί, να μη-μ-πας απού το Σπήλι μέσα, να πας απέξω…»

ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Θύματα στις ομαδικές εκτελέσεις στο Γερακάρι ήταν: Γεώργιος παπά-Κων. Αγγελάκης 32 χρόνων δάσκαλος, Νικ. Αστρ. Αγγελάκης 28 χρονών βοσκός, Φραγκιάς Αστρ. Αγγελάκης 20 χρονών γεωργός-βοσκός, Γεώργ. Δ. Ακουμιανάκης 41 χρονών γεωργός-βοσκός, Μιχ. Κ. Αλεξανδράκης 16 χρονών γεωργός, Δημ. Ε. Βρανάς 41 χρονών γεωργός, Πολυδ. Ι. Κοκονάς 55 χρονών καφεπώλης-γεωργός, Νικήστρατος Ι. Κοκονάς 47 χρονών καφεπώλης-γεωργός, Μάρκος Γ. Κοκονάς 47 χρονών γεωργός, Αντώνιος Γ. Κοκονάς 54 χρονών γεωργός, Γεώργιος Αντ. Κοκονάς 23 χρονών αγρότης, Ευάγγ. Στυλ. Κοκονάς 36 χρονών γεωργός, Γεώργιος Ι. Κοκονάς 17 χρονών γεωργός, Εμμ. Κων. Κοκονάς 20 χρονών γεωργός, Νικ. Κων.Κοκονάς 18 χρονών 18 χρονών αγρότης, Ευάγγ. Κ. Κουτελιδάκης 63 χρονών αγροτικός ταχυδρόμος, Νικ. Κ. Κουτελιδάκης 60 χρονών γεωργός, Ιωάνν. Σταυρ. Κουτελιδάκης 45 χρονών γεωργός, Ιωάνν. Νικ. Κουτελιδάκης 20 χρονών γεωργός, Ευάγγ. Ι. Κουτελιδάκης ή Ντανταγός 64 χρονών βοσκός, Αντ. Ε. Κουτελιδάκης 16 χρονών βοσκός, Γεώργ. Α. Μαρνιέρος 16 χρονών μαθητής Γυμνασίου, Παντ. Κ. Μπολιουδάκης 28 χρονών αγροφύλακας, Εμμ. Γ. Ξέκαλος 54 χρονών καφεπώλης-γεωργός, Ηρακλής Γ. Ξέκαλος 46 χρονών γεωργός, Κων. Ν. Ταταράκης 47 χρονών γεωργός, Γεώργ. Ν. Ταταράκης 53 χρονών γεωργός, Γεώργ. Κ. Τουρνάκης 41 χρονών καθηγητής Φιλολογίας, Εμμ. Γ. Τρουλλινός 70 χρονών από την Αγία Γαλήνη γεωργός, Κων. Ν. Χειμωνάκης 47 χρονών γεωργός και Μιχ. Ν. Χειμωνάκης 45 χρονών γεωργός.

Πηγή

Διαβάστε τους κανόνες σχολιασμού Άρθρων: Μείνετε στο θέμα του άρθρου.
Αποφύγετε προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προκλητικές εκφράσεις.