Από την κα Πήττα

Το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή ενός καταθλιπτικού ανθρώπου είναι η αγάπη. Η επιθυμία να αγαπάς και να αγαπιέσαι…Στηριζόμενος σε αυτά τα συναισθήματα, καλλιεργεί τον καλύτερο εαυτό του αλλά συνάμα τον καταστρέφει, δημιουργώντας του τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Το κύριο συναίσθημα που τον κατακλύζει σε μια σχέση, είναι ο φόβος της απώλειας, κάτι που του προκαλεί πανικό, τον ρίχνει στη βαθιά κατάθλιψη και τον οδηγεί να χρησιμοποιήσει ακόμα και πιεστικά μέτρα (απειλή ή και απόπειρα αυτοκτονίας) εξαιτίας αυτού του φόβου του.

Για ένα καταθλιπτικό άτομο, δεν είναι εύκολο να κατανοήσει ότι ο σύντροφός του δεν έχει την ίδια ανάγκη προσέγγισης με εκείνον και εκλαμβάνει τη συμπεριφορά του ως έλλειψη τρυφερότητας, ανάγκη για αποστασιοποίηση, ακόμα και ένδειξη του τέλους της αγάπης του!

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ενός καταθλιπτικού ατόμου, και συνάμα μια από τις ωραιότερες ιδιότητές του, είναι η ικανότητά του να ταυτίζεται με τον άλλον, να αισθάνεται έντονη τρυφερότητα και αγάπη για μια άλλη ύπαρξη, συμμετέχοντας όσο το δυνατόν περισσότερο σε ό,τι την αφορά. Η ταύτιση αυτή μάλιστα, είναι σε τόσο έντονο βαθμό, όπου χάνονται πλεον τα όρια μεταξύ του Εγώ και του Εσύ. Η τάση αυτή ερμηνεύεται κατά πάσα πιθανότητα ως ασυνείδητη ανάγκη να βρεθεί κανείς στο πιο υψηλό επίπεδο σχέσης, στη δίχως όρια σχέση.

Στην περίπτωση ενός υγιή ανθρώπου με καταθλιπτικά στοιχεία, το άτομο είναι ικανό να προσφέρει μεγάλη αγάπη, αφοσίωση και να θυσιαστεί για το σύντροφό του. Να σταθεί στο πλάι του ώστε να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις δυσκολίες της ζωής του. Κι όλα αυτά τα προσφέρει χωρίς προϋποθέσεις. Υπάρχει όμως και η δύσκολη περίπτωση ενός βαθύτατα διαταραγμένου καταθλιπτικού ατόμου, στο οποίο ο φόβος της απώλειας είναι πιο έντονος, κυριαρχεί στους δεσμούς του, και είτε κάνει τον άνθρωπο να ζει μόνο μέσω του άλλου, σε μια μορφή πλήρους ταύτισης-όπου το να έχει μια διαφορετική σκέψη, μια δική του γνώμη, ένα διαφορετικό γούστο από τον/την σύντροφο ενέχει τον κίνδυνο της απώλειας-, είτε το ωθεί στο να παραιτηθεί τόσο πολύ από τον εαυτό του, που γίνεται πάλι παιδί, αναθέτοντας στο/στη σύντροφό του όλα όσα μπορούσε ή θα έπρεπε ο ίδιος να κάνει. Καταφέρνει σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση να εξαρτάται όλο και περισσότερο από αυτόν.

Και στις δυο αυτές περιπτώσεις, η σχέση έχει σαν στόχο την εξουδετέρωση των διαχωριστικών συνόρων μεταξύ του Εγώ και του Εσύ ώστε να μην είναι ξεκάθαρο που τελειώνει ο ένας και που αρχίζει ο άλλος.

Δυσκολότερη από όλες όμως είναι η άλλη μορφή σχέσης μεταξύ καταθλιπτικών ατόμων, αυτή της απειλητικής και πιεστικής αγάπης με τη μορφή της υπερπροστασίας που πηγάζει από το φόβο της απώλειας. Το άτομο εδώ χρησιμοποιεί ισχυρότερα μέσα, όπως την απειλή της αυτοκτονίας που έχει ως στόχο την ενοχοποίηση του συντρόφου, την ανάληψη από μέρους του της πλήρους ευθύνης ότι η ζωή του εξαρτάται από τη συμπεριφορά του και μόνο.

Κλείνοντας, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως η συντροφικότητα χρειάζεται οπωσδήποτε μια δημιουργική απόσταση, ούτως ώστε να επιτρέπει την ατομική εξέλιξη και των δυο συντρόφων. Ουσιαστικά δυνατός είναι ένας δεσμός, όταν δεν υπάρχει εξάρτηση μεταξύ των δυο συντρόφων, όταν ο ένας δε γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης του άλλου. Αυτός που απειλείται κυρίως από τον φόβο της απώλειας είναι ακριβώς αυτός που δεν τολμά να είναι αυτόνομος, κι αυτό γιατί η εξάρτηση και ο μειωμένος αυτοσεβασμός τον οδηγεί στον κίνδυνο να χάσει και το σεβασμό του άλλου και έτσι να προκαλέσει εν τέλει την απόρριψή του.

Riemann, F. (1961). Τετραλογία του φόβου: Μια ψυχολογική μελέτη σε βάθος. Αθήνα