Γενικότερα ο όρος διαλεκτική υποδηλώνει την αντιπαραβολή των αντιθέσεων και την ανάπτυξη…
του διαλόγου τους, με αποτέλεσμα την άρση, την εναρμόνιση ή τη νέα σύνθεσή τους.

Η διαλεκτική υπήρξε μέθοδος τόσο των αρχαίων σοφιστών όσο και του Πλάτωνα. Ενώ όμως οι σοφιστές τη χρησιμοποίησαν ως μέθοδο απόδειξης της υποκειμενικής «δόξας» (γνώμης) κατά τη διαλογική πάλη και τη δίδαξαν ως ρητορική τέχνη, απαραίτητη στους πολιτικούς αγορητές της αθηναϊκής δημοκρατίας, o Πλάτων τη θεώρησε ως μέθοδο για την εύρεση της αντικειμενικής αλήθειας. Κατά την πλατωνική διαλεκτική, η οποία δεν παύει να αποτελεί τέχνη του διαλόγου, όπως δείχνει η μορφή των πλατωνικών έργων, ο σκοπός που επιδιώκεται είναι η πρόσβαση στην ανώτατη πραγματικότητα, την ιδέα. Αυτό επιτυγχάνεται με την εναλλαγή ανάλυσης και σύνθεσης των εννοιών, με τη διαδοχική προσθήκη θετικών και αρνητικών κατηγορημάτων στις συζητούμενες έννοιες, έως την τελική άρση των αντιθέσεων μέσα από την αποκάλυψη του υποκρυπτόμενου απόλυτου, της ιδέας, όπου δεν υφίστανται αντιθέσεις.

O Αριστοτέλης παραμέρισε αργότερα τη διαλεκτική μέθοδο, στο πλαίσιο της επιδίωξής του να διατυπώσει τις σταθερές αρχές της ορθής λογικής μεθόδου. Οι αρχές αυτές ανάγονται βασικά στην αρχή της ταυτότητας: έγκυρος είναι ένας συλλογισμός που στο συμπέρασμά του περικλείει ακριβώς τα στοιχεία που περιέχονται στις «προκείμενες» προτάσεις. Σκέπτομαι σωστά, όταν η σκέψη μου παραμένει σύμφωνη με τον εαυτό της. Στην αρχή αυτή στηρίζονται τα μαθηματικά καθώς και καθετί πραγματικό, κατά τον Αριστοτέλη: πραγματικό ov είναι μόvo αυτό που συμφωνεί με τον εαυτό του, ενώ όπου υπάρχει αντίθεση υπάρχει και κίνηση, όχι όμως και το πραγματικό ον, το αντικείμενο της επιστήμης.

Έτσι, στον κλασικό ιδεαλισμό όλα απορρέουν από ένα αιώνιο σταθερό ον, συνήθως από τον Θεό. Ωστόσο, και ο κλασικός υλισμός αναγνωρίζει το κύρος της αρχής της ταυτότητας· με βάση πρωταρχικά σταθερά στοιχεία (π.χ. άτομα) επιδιώκεται να περιγραφεί κάθε ειδικό ον, να ανευρεθούν μέσα του αυτά τα στοιχεία και να ερμηνευθεί με αναγωγή σε αυτά.

Γενικά, κατά τη μη διαλεκτική σκέψη, από το όμοιο εξάγεται το όμοιο, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής ανανέωσης. Η παραδοχή, όμως, ότι η λογική διέπεται από την αρχή της ταυτότητας δημιουργεί ένα δίλημμα σε σχέση με την κίνηση και την ανανέωση: είτε την αρνείται κανείς, τη βλέπει ως ασήμαντη περιπέτεια, απλή φαινομενικότητα, ως ασταθές γίγνεσθαι στο οποίο αντέτασσαν οι αρχαίοι το σταθερό ον, είτε την αναγνωρίζει ως μέρος της πραγματικότητας αλλά θεωρεί αδύνατη την προσέγγιση και τη νόησή της με τη λογική.

Η τελευταία αυτή άποψη αποτελεί τη βάση της διδασκαλίας του Μπέρξον, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της «διάρκειας», αρνείται στη λογική (και πάλι υπό την έννοια ότι αυτή καθορίζεται από την αρχή της ταυτότητας) την αρμοδιότητα να διεισδύει στην ουσιαστική όψη της πραγματικότητας και την υποκαθιστά με μια βαθύτερη ανθρώπινη γνωστική δύναμη, την ενόραση.

Αυτό ακριβώς τo δίλημμα επιχειρεί να ξεπεράσει η διαλεκτική λογική. Η λογική αυτή αρνείται την αρχή της ταυτότητας ως στεγανό καθοριστικό πλαίσιο της νόησης και υποστηρίζει τη θέση ότι από το όμοιο μπορεί να προκύψει λογικά το ανόμοιο.

Η πρώτη διατύπωση των διαλεκτικών θέσεων, όπως νοούνται σήμερα, ανάγεται στον Ηράκλειτο τον Εφέσιο και στον μαθητή του, Πρόκλο. Η εισήγηση, όμως, και η συστηματική επεξεργασία της διαλεκτικής λογικής στους νεότερους χρόνους είναι έργο του Χέγκελ. Εξετάζοντας την ιστορία της φιλοσοφίας, o Χέγκελ κατέληξε στη διαπίστωση ότι κάθε φιλοσόφημα είναι αναγκαστικά μερικό· ικανοποιεί το πνεύμα μερικώς, γιατί φωτίζει μία όψη της πραγματικότητας, το απογοητεύει όμως από την άλλη πλευρά, γιατί το πνεύμα διαβλέπει την ανεπάρκεια της συγκεκριμένης ερμηνείας. Προκύπτει έτσι η τάση γέννησης μιας αντίθετης άποψης, για να πληρωθεί το κενό: η «θέση» κυοφορεί την «αντίθεση». Η αντιπαράθεση όμως θέσης και αντίθεσης δεν ικανοποιεί και πάλι το πνεύμα, καθώς τα επιχειρήματα που προβάλλει η καθεμία από την πλευρά της είναι έγκυρα καθαυτά, αλλά ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Η αντίθεση αυτή κινείται έτσι προς το ξεπέρασμά της μέσα σε μια νέα νοητική σύλληψη, που περιέχει ως ανώτερη ενότητα τις δύο προηγούμενες: αυτή είναι η «σύνθεση». Η σύνθεση αυτή δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να συγχέεται με τον συμβιβασμό των αντιθέσεων· είναι μία ολότελα νέα σύλληψη και όχι μία λίγο ή πολύ εκλεκτική ανάμειξη των αντιθέσεων. Η νέα άλλωστε αυτή σύνθεση αποκαλύπτεται με τη σειρά της ανεπαρκής, διεγείρει σε ανώτερη βαθμίδα μια νέα αντίθεση, ύστερα μια νέα σύνθεση κ.ο.κ.

Έτσι, ο διάλογος μαθητών και δασκάλου των πλατωνικών έργων γίνεται διάλογος μεταξύ διαδοχικών φιλοσοφημάτων και παραπέρα μεταξύ των αντίθετων στοιχείων κάθε έννοιας, ως σύγκρουση αρχικά, και ως σύνθεση στη συνέχεια. Η αντιθετική αυτή κίνηση προέρχεται από την τάση για καθολική ενότητα, για ολότητα, την οποία κανένα μερικό στοιχείο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. Η διαλεκτική πορεία είναι, κατά τον Χέγκελ, νόμος του πνεύματος αλλά και της πραγματικότητας, που στην ιδεαλιστική της μορφή ταυτίζεται με το πνεύμα, τον «λόγο»· πραγματικότητα είναι το πνεύμα που αποκτά σταδιακά συνείδηση του εαυτού του στην ιστορική διαδικασία.

Η άποψη αυτή αντιμετωπίστηκε κριτικά από τον Μαρξ, κατά τον οποίο η διαλεκτική των αντιθέσεων ενυπάρχει στην ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα και αντανακλάται στην ανθρώπινη συνείδηση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που φέρνουν σε επαφή και συσχετισμό τον άνθρωπο με την πραγματικότητα αυτή. Ο Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης (Naturdialektik) υποδεικνύει ότι η ίδια η διαδικασία και νομοτέλεια των φυσικών φαινομένων έχει διαλεκτικό χαρακτήρα, και συνεπώς μόνο με τις διαλεκτικές μεθόδους μπορεί η σκέψη να κατανοήσει τα φαινόμενα αυτά. Η μαρξιστική διαλεκτική, ο διαλεκτικός υλισμός, αποβλέπει, όπως έχει ειπωθεί, να «στηρίξει την εγελιανή διαλεκτική στα πόδια της».

Ο Σαρτρ στην Κριτική της διαλεκτικής λογικής (Critique de la raison dialectique) αποδίδει στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα τον διαλεκτικό χαρακτήρα της σκέψης· η μετάβαση από το αντίθετο στο αντίθετο για χάρη της ολικής ενότητας έχει νόημα, κατά τον Σαρτρ, για το ανθρώπινο υποκείμενο, ενώ οι διαλεκτικές διαδικασίες στον οικονομικό ή κοινωνικό τομέα προκύπτουν από το γεγονός ότι πρόκειται για την ανθρώπινη πρακτική δράση, έστω και αλλοτριωμένη. Ανεξάρτητα, πάντως, από τις διάφορες απόψεις και τους προβληματισμούς ή αμφισβητήσεις που διατυπώνονται σχετικά με τη διαλεκτική μέθοδο, υπάρχει στην επιστημονική πράξη μια γενική παραδοχή, ότι οι παραδοσιακές αρχές της τυπικής αριστοτελικής λογικής δεν επαρκούν στη σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία και ότι η διαλεκτική αντίληψη των αντιθέσεων και της κίνησης είναι αναγκαία για την ερμηνεία των πολυσύνθετων ενοτήτων και των σχέσεών τους, τόσο στα φυσικά όσο και στα κοινωνικά φαινόμενα.