Το αίσθημα κατωτερότητας καλλιεργείται αρχικά από την σύγκριση που κάνουμε με τα χαρακτηριστικά που διαφαίνονται στον συνάνθρωπο. Ας δούμε ένα παράδειγμα όπου…
ξεκινώντας με μια απλή φαινομενικά παρατήρηση, μας λέει ο λογισμός: «Αυτός είναι πιο ωραίος, πιο ικανός, πιο πλούσιος, πιο έξυπνος, πιο τυχερός και άρα πιο ευνοημένος». Εάν εμείς δεχτούμε τον λογισμό καταρχήν κρίνουμε εξωτερικά και αυτό είναι σχεδόν πάντα πλασματικό αφού υπόκειται στους ψευδείς (ή αληθοφανείς) λογισμούς που σπέρνει ο πονηρός. Κατά δεύτερο λόγο τον θεωρούμε πιο ευνοημένο σε σχέση με εμάς άρα κάνουμε σύγκριση με εμπαθή ελατήρια που πηγάζουν από το πάθος της ζήλιας η οποία μπορεί να είναι καλά κρυμμένη από τα άπειρα πνευματικά μας αισθητήρια.

Εν συνεχεία ακολουθεί άλλος λογισμός: «Γιατί αυτός και όχι εγώ;». Ο πονηρός με τον ίδιο λογισμό κατέληξε από υπέρλαμπρο άγγελο -εωσφόρος- να γίνει δαίμονας. Είναι λογισμός υπερηφανείας, αλαζονείας και έπαρσης.

Στην συνέχεια μην μπορώντας να δώσουμε απάντηση ακολουθεί και τρίτος λογισμός: «Αυτός είναι καλύτερος από μένα, άρα εγώ δεν αξίζω». Τώρα αφού κρίναμε εξωτερικά με ζήλια και πέσαμε στην υπερηφάνεια, ο πονηρός μας δίνει το τελειωτικό χτύπημα που είναι η θλίψη, απόγνωση και ακηδία-ραθυμία (παραδίδουμε τα όπλα) οδηγώντας μας σταδιακά και στην ολιγοπιστία. Χάνουμε δηλαδή το θάρρος που μας δίνει η πίστη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού, τον οποίο πρέπει να δοξολογούμε εν πάση περιστάσει. Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται κανείς σε ποιο σημείο εμπλέκεται εδώ η αρετή της ταπείνωσης.

Ο ταπεινός άνθρωπος από τον πρώτο ακόμη λογισμό: «Αυτός είναι πιο ωραίος, πιο ικανός…», προβάλλει αντίσταση και αρνείται να τον αποδεχθεί ανταπαντώντας: «Αυτά που βλέπω μπορεί να μην είναι αληθή, αλλά ακόμη και έτσι να είναι, ο Θεός γνωρίζει ότι αυτά που του χάρισε μπορεί να τα διαχειριστεί και είναι για το καλό της ψυχής του, ενώ εγώ αν τα είχα θα έπεφτα στην υπερηφάνεια και τόσες άλλες αμαρτίες». Έτσι αποφεύγει την κατάκριση που προκαλούν οι εξωτερικές παρατηρήσεις του άλλου, ενώ με την αυτομεμψία ταπεινώνει τον λογισμό του. Με αυτόν τον τρόπο πολεμά τον λογισμό στην ρίζα του και πιθανότατα δεν επιτρέπει την συνέχεια. Εάν επιμένει ο πονηρός στον δεύτερο λογισμό: «Γιατί αυτός και όχι εγώ;», ο ταπεινός θα επέμενε πάλι με αυτομεμψία: «Αυτός είναι πολύ καλύτερος από εμένα και ο Θεός του χάρισε αυτά τα δώρα, γιατί στον καθένα χαρίζει ότι είναι απαραίτητο για την σωτηρία του». Τότε αυτόματα καταλύεται και το τρίτο όπλο του πονηρού που είναι η μεμψιμοιρία, θλίψη, απόγνωση, ακηδία και ολιγοπιστία.

Η διαφορά λοιπόν της εμπαθούς χαμηλής αυτοεκτίμησης και της ταπείνωσης είναι ότι στην μεν πρώτη εμείς δεχόμαστε τον ταπεινωτικό λογισμό που είναι εκ του πονηρού, ενώ στην δεύτερη εμείς οι ίδιοι επιβάλουμε στον εαυτό μας τον ταπεινωτικό λογισμό, ο οποίος βέβαια οφείλει να είναι αληθής ώστε να μην πέσουμε στην ταπεινολογία, η οποία εξηγείται παρακάτω. Εμείς πρέπει να είμαστε κυρίαρχοι των λογισμών μας και όχι ο εχθρός. Ο γ. Παΐσιος έλεγε : «Εγώ θα ταπεινώσω τον λογισμό μου όποτε θέλω, όχι όποτε το θέλει ο πονηρός». Η ταπείνωση καλλιεργείται διαμέσου της αυτομεμψίας (αυτοκατάκρισης) που προϋποθέτει την βαθιά γνώση του εαυτού μας και την επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας (αυτογνωσία). Αυτά βέβαια είναι χαρίσματα-δώρα του Θεού, που λαμβάνονται όμως μέσω της δικής μας καλοπροαίρετης προσπάθειας – φιλότιμου πνευματικού αγώνα.

Ο Αγ. Πορφύριος έλεγε σχετικά ότι: «ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει την ισορροπία του.» Δηλαδή με άλλα λόγια έχει αυτογνωσία. Ενώ, ταυτόχρονα σημείωνε ότι, «το αντίθετο συμβαίνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή [εξωτερικά] μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται», αφού δέχεται τον πειρασμικό λογισμό.

Επίσης ο Αγ. Πορφύριος ανέφερε ότι, «δαιμόνιο είναι και η ταπεινολογία […]. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, ‘είμαι αμαρτωλός, ανάξιος, ελάχιστος πάντων…’. Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία.» Γι’ αυτόν τον λόγο ακόμη και όταν αυτοπροαίρετα υποβάλλουμε εμείς οι ίδιοι τον ταπεινωτικό λογισμό στον εαυτό μας, πρέπει αυτός να είναι αληθής και όχι ψευδής. Διαφορετικά δεν ταπεινωνόμαστε αλλά ταπεινολογούμε.

Συμπερασματικά, ο ταπεινός έχει την επίγνωση της αμαρτωλότητάς του και την πλήρη αυτογνωσία που βασίζεται στην αλήθεια για τον εαυτό του. Γνωρίζει δηλαδή σε βάθος τα πάθη αλλά και τις αρετές του. Με βάση αυτά αποκρούει τις διαβολές του πονηρού επιβάλλοντας ο ίδιος στον εαυτό του τον ορθό λογισμό όποτε τον πολεμά ο πονηρός. Χρησιμοποιεί δηλαδή ως όπλο την αλήθεια την οποία αγαπά ο Θεός, έναντι του αρχηγού του ψεύδους, του πονηρού και μισόκαλου, χτυπώντας τον κατάστηθα και εξουδετερώνοντάς τον.

Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε!

από τον Κ.Ι.Κ.

Πηγή