Κλειδί για να βγουν οι φιλόδοξοι στόχοι μείωσης κατά 41 δισ. των κόκκινων δανείων ως το τέλος του 2019. Οι ζητούμενες αλλαγές στο…
υφιστάμενο πλαίσιο και οι προτάσεις McKinsey- ΤΧΣ. Τα κριτήρια βιωσιμότητας επιχειρήσεων και ταχείας μετοχοποίησης χρέους.

Την άμεση τροποποίηση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η μετοχοποίηση χρέους για όσες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια βιωσιμότητας, ζητούν επιτακτικά οι τράπεζες.
Η μετοχοποίηση χρέους (debt equity swap) θεωρείται κίνηση κλειδί για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις υλοποίησης των φιλόδοξων στόχων μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 41 δισ. ευρώ από την 1 Ιουλίου ως και το τέλος του 2019. 
Επί συνόλου μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ύψους 108,6 δισ. ευρώ, τα προβληματικά επιχειρηματικά δάνεια ξεπερνούν τα 60 δισ. ευρώ, εκ των οποίων άνω των 40 δισ. αφορούν σε μεγάλες επιχειρήσεις. Η τάση, δε, παραμένει αυξητική κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρονιάς, λόγω των προβλημάτων ρευστότητας.
Μεγάλο μέρος των παραπάνω δανείων μπορεί να ρυθμισθεί, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη και στη λογική αυτή κινούνται οι επιχειρησιακοί στόχοι, που έχουν υποβάλει οι τράπεζες στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό και οποίοι θα οριστικοποιηθούν στα τέλη Σεπτεμβρίου 
Η αναδιάρθρωση υπερχρεωμένων επιχειρήσεων θα μπορούσε να τρέξει ταχύτερα και αποδοτικότερα εφόσον καταστεί ευχερέστερη η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης δανείων, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη.
Από τις περίπου 60 δράσεις που προτείνει, σύμφωνα με πληροφορίες, η επικαιροποιημένη μελέτη του ΤΧΣ για την άρση νομικών, φορολογικών και άλλων μη κανονιστικών εμποδίων, όσον αφορά στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, η μετοχοποίηση χρέους αποτελεί, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, τη σημαντικότερη πρόταση.
Το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει τη μετοχοποίηση δανείων, κατόπιν, όμως, συναίνεσης της πλειοψηφίας αφενός των πιστωτών και αφετέρου των μετόχων. Πρόκειται για χρονοβόρο διαδικασία καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι μεγαλομέτοχοι που ασκούν ή ελέγχουν τη διοίκηση αρνούνται να αποδεχθούν την απώλεια ελέγχου των επιχειρήσεων.
Έτσι, χρονίζουν υποθέσεις, με αποτέλεσμα να επιδεινώνονται, τόσο τα μεγέθη των προς αναδιάρθρωση εταιρειών, όσο και αυτά των υγιών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου. Ενδεικτικός είναι ο χρόνος που απαιτήθηκε, προκειμένου οι τράπεζες να κεφαλαιοποιήσουν τα δάνεια των Νηρεύς ΝΗΡ +4,35% και Σελόντα.
Οι τράπεζες υιοθετούν στο συγκεκριμένο θέμα τη μελέτη της McKinsey, η οποία προτείνει να μην απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση των μετόχων για κεφαλαιοποίηση δανείων, υπό τον όρο ότι μια τέτοια παρέμβαση θα διασφάλιζε τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και θα είχε τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των πιστωτών.
Σύμφωνα με πληροφορίες η μελέτη προτείνει υποδείγματα βιωσιμότητας για υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Κριτήρια, δηλαδή, βάσει των οποίων μπορεί να αξιολογηθεί αν μια επιχείρηση με αναδιάρθρωση δανείων μπορεί να καταστεί βιώσιμη, όπως για παράδειγμα η σχέση καθαρού χρέους προς ίδια κεφάλαια ή προς τις λειτουργικές ταμειακές ροές.
Αν η εταιρεία κριθεί μεν βιώσιμη με αναδιάρθρωση χρέους, αλλά οι βασικοί της μέτοχοι αρνούνται αδικαιολόγητα τις παρεμβάσεις που προτείνει η πλειοψηφία των πιστωτών και οι οποίες διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της, προτείνεται να δρομολογείται η αυτόματη μετοχοποίηση χρέους.
Fast track διαδικασίες προτείνονται από McKinsey και ΤΧΣ όσον αφορά στην τύχη επιχειρήσεων που δεν κρίνονται βιώσιμες. Οι τράπεζες ζητούν να επεκταθούν οι πρόνοιες του νόμου Δένδια και να καθίσταται δυνατή η υπαγωγή σε εκκαθάριση με διαδικασία εξπρές ώστε να μην χάνουν αξία τα όποια περιουσιακά στοιχεία διαθέτουν οι επιχειρήσεις.
Με βάση τον υφιστάμενο νόμο Δένδια οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιοχής που εδρεύει η εταιρεία ζητώντας το διορισμό ειδικού διαχειριστή, ο οποίος σε χρόνο 12 μηνών θα πρέπει να ολοκληρώσει την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων μέχρι του βαθμού κάλυψης των απαιτήσεων από πλευράς πιστωτών.