Το μέλλον της Ευρωζώνης μπορεί να κρέμεται σε μια κλωστή ωστόσο, υπάρχει ακόμα χρόνος για να βελτιωθεί η κατάσταση, σχολιάζει σε…
δημοσίευμά του το Bloomberg το οποίο στέκεται στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτή την στιγμή οι ιταλικές τράπεζες.

Πηγαίνοντας πίσω μερικά χρόνια και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2012, η ​​Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι και ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Μάριο Μόντι κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες συζητούσαν πιθανές λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ιταλία. Τότε ο Μάριο Μόντι κατάφερε να κερδίσει την Μέρκελ αποφεύγοντας τη διάσωση των ιταλικών τραπεζών. Σήμερα όμως τέσσερα χρόνια μετά, η οικονομική στασιμότητα της Ιταλίας αποτελεί ένα αγκάθι για την Ευρωζώνη.

Ο Μάριο Μόντι όμως δεν έχει μετανιώσει στιγμή για την απόφαση που έλαβε τότε.

«Ενήργησα απολύτως λογικά τότε. Αποφάσισα να αναδείξω την αξιοπιστία της Ιταλίας, προσπαθώντας να πείσω την ΕΕ και τη Γερμανία να μη χορηγήσουν οικονομική βοήθεια στην Ιταλία, κάτι που θα μας έβαζε σε κατώτερη θέση για τα επόμενα χρόνια. Αντ ‘αυτού έχουμε αλλάξει ορισμένες βασικές πτυχές της διακυβέρνησης της Ευρωζώνης» δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Μάριο Μόντι.

Τα κόκκινα δάνεια της Ιταλίας αγγίζουν τα 360 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τα stess test που πραγματοποιήθηκαν τον προηγούμενο μήνα, η Banca Monte dei Paschi di Siena έδειξε πως είναι η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα που μπορεί να αποτύχει σε μια σοβαρή οικονομική κρίση.

Για να καταλάβει κανείς γιατί η Ιταλία επέλεξε μια διαφορετική πορεία, θα πρέπει να πάει κανείς ακόμα πιο πίσω, το Νοέμβριο του 2011. Τον Αύγουστο εκείνου του έτους ο τότε Πρόεδρος της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ δεν έδειχνε καμία αδύναμη τράπεζα σε επιστολή που έγραψε προς τον Μάριο Ντράγκι και στη συνέχεια, στον επικεφαλής της Τράπεζας της Ιταλίας.

«Το τραπεζικό σύστημα δεν είχε τοξικά περιουσιακά στοιχεία, και σε έναν κόσμο μετά την κρίση της Lehman, αυτό ήταν αρετή» δήλωσε ο AlessioTerzi, ένας συνεργάτης σε θυγατρική του think tank Bruegel στις Βρυξέλλες.

Αλλά με τις αποδόσεις των ιταλικών 10ετή ομολόγων να βρίσκονται στο 7%, το σήμα που δινόταν στην αγορά είναι πως η Ιταλία μπορεί να χρειαστεί ένα πακέτο διάσωσης.

«Ήταν σαφές ότι υπήρχε ο κίνδυνος αθέτησης των υποχρεώσεων» δήλωσε ο υπηρεσιακός τότε πρωθυπουργός Μάριο Μόντι.

Έτσι προχώρησε σε ένα πακέτο φορολογικών αυξήσεων, συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και άλλα μέτρα για να κερδίσει την αξιοπιστία των Βρυξελλών και των αγορών.

«Αν είχαμε χρησιμοποιήσει κρατικά χρήματα για να βοηθήσουμε τις τράπεζες θα είχαμε επιδεινώσει την κρίση των δημόσιων οικονομικών μας», τόνισε.

«Δεδομένου ότι όλες οι τράπεζες κρατούσαν ένα υψηλό ποσοστό του ενεργητικού τους σε κρατικά ομόλογα, θα είχαν σοβαρές ζημιές. Αντί να σβήσουμε την πυρκαγιά θα την είχαμε διαδώσει στο τραπεζικό σύστημα» πρόσθεσε.

Ωστόσο, η υγεία των εμπορικών τραπεζών της Ιταλίας ήταν – και εξακολουθεί να είναι – άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ισολογισμό της Ρώμης. Η συρρίκνωση της ιταλικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα πολλοί δανειολήπτες να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Σήμερα, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, ο οποίος σχεδιάζει εξορθολογισμό της κυβέρνησης, κινδυνεύει να χάσει την εξουσία στο δημοψήφισμα που έχει προαναγγείλει και θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο λόγω της δυσαρέσκειας που υπάρχει στους Ιταλούς πολίτες. Εκεί θα κριθεί και το πολιτικό του μέλλον.

Πηγή