Για κλέος θα μιλήσουμε σήμερα, δηλαδή για δόξα, μια που οι Ολυμπιακοί αγώνες του Ρίο είναι εν εξελίξει και κάποιοι αθλητές, όπως και…
οι χώρες που αντιπροσωπεύουν, δοξάζονται. Άλλωστε και όσοι αγωνίζονταν στους Ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας για το κλέος πάλευαν, ώστε να γίνουν ευκλεείς (φημισμένοι, να απολαύσουν τον έπαινο).

Τὸ κλέος – τοῦ κλέους ο αρχικός λεκτικός μας τύπος, που προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *klew, η οποία αντιστοιχεί στο αρχαιοελληνικό ρήμα κλείω, που σημαίνει εγκωμιάζω, εξυμνώ. Όταν εγκωμιάζουμε κάποιον, κάνουμε θόρυβο γύρω από το όνομά του, επομένως επαυξάνουμε την φήμη του, γεννούμε το κλέος. Έτσι, λοιπόν, το κλέος είναι ετυμολογικά συγγενές με το γερμανικό  laut (δυνατά, για θόρυβο) και το αγγλικό laud (επίσης δυνατά).

Το κλέος δημιουργείται μετά από ηρωικά κατορθώματα και προσφέρει την εύκλεια (μεγαλεία, καλή φήμη) σε όποιον αποδειχθεί γενναίος σε κάποιον τομέα. Αν, όμως, ο πρωταγωνιστής είναι αντιήρωας γίνεται δυσκλεής (αποκτά αρνητική φήμη).

Μάλιστα αυτό το λήμμα συντάσσεται μακριά από το κλεινόν ἄστυ, την ένδοξη πόλη των Αθηνών, κάπου στην εξοχή. Ελπίζουμε να βρίσκεστε και εσείς σε κλυτά (φημισμένα για τις ομορφιές τους και την ένδοξη ιστορία τους μέρη).

Μπορεί να σας λένε Περικλή, οπότε είστε γύρω από τις τιμές ή Θεμιστοκλή και είστε γνωστός, γιατί αγαπάτε την τάξη και το δίκαιο. Αλλά και Αριστοκλή, αν σας λένε, πάλι συμμετέχετε στο λήμμα μας, γιατί απολαμβάνετε τα άριστα εγκώμια. Και ο Κλεομένης δεν βρίσκεται απέξω, αφού έμεινε στην ιστορία για το μένος, την οργή – ίσως ιερή – υπερασπιζόμενος τα ιδανικά του.

Την τιμητική του έχει ο Ηρακλής. Γκρέμισε την υπόληψη της Ήρας, γιατί έπνιξε τα φίδια που εκείνη έστειλε στην κούνια του να τον σκοτώσουν, για να τιμωρήσει τις απιστίες του Δία με την Αλκμήνη.

Κάποιοι είδαν στην Επίδαυρο ή αλλού την παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή (αυτός έχει δρέψει δάφνες για την σοφία του). Θρήνησαν για τα δυο αδέλφια τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη που αλληλοσκοτώθηκαν. Ειδικά ο Ετεοκλής είναι, σύμφωνα με το όνομά του αληθινό καύχημα και ήταν ο τυχερός που τον έθαψαν με τιμές στην πόλη της Θήβας. Μάλιστα, τον συναντάμε ως επίθετο ἐτεόκλειος στις πλάκες της Γραμμικής Β γραφής.

Και οι κυρίες δεν έχουν παράπονο. Η Κλεοπάτρα έχει ένδοξο πατέρα, ενώ η Κλεονίκη απέκτησε αίγλη για την νίκη της.

Το κλέος πρωτοεμφανίζεται στα ομηρικά μας κείμενα. Αρχικά δήλωνε την είδηση, τα νέα, αντίστοιχο με το λατινικό fama. «Τί δὴ κλέος ἔστ’ ἀνὰ ἄστυ;» ρωτά ο Τηλέμαχος τον χοιροβοσκό Εύμαιο, όταν φθάνει στην εξοχή της Ιθάκης μετά από την απουσία του, για να συλλέξει πληροφορίες για τον πατέρα του Οδυσσέα. «Τι νέα από την πόλη;» θα αποδίδαμε εμείς στα νέα ελληνικά. Στα ίδια τα κείμενα, όμως, το κλέος έγινε η κυριότερη επιδίωξη κάθε ομηρικού ήρωα. Ήθελε να είναι γενναίος, αλλά να το γνωρίζουν και οι άλλοι. Βλέπουμε, συνεπώς, ότι το κλέος έχει δύο αλληλοσυμπληρούμενες μεταξύ τους έννοιες (είδηση – καύχημα).

Οι αοιδοί εξυμνούσαν με τα έπη τους κλέα ἀνδρῶν, ηρωικά κατορθώματα των ανθρώπων, στοιχείο που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της επικής ποίησης έναντι άλλων ποιητικών ειδών.

Η καλή φήμη ήταν ἐσθλόν κλέος. Σπανιότερα γινόταν δύσφημον κλέος, κακή φήμη, και η έλλειψή του καθιστούσε κάποιον ἀκλεῆ.

Αν και πολυκλεολογήσαμε (δική μας λέξη) δεν εξαντλήσαμε το κλέος. Σας αφήνουμε να το αναζητήσετε όχι στην αφάνεια και στην ασημότητα, που είναι τα αντίθετα του λεκτικού τύπου, αλλά στον Κλεόβουλο, τον Ιφικλή, τον Αγαθοκλή τον Κλειτοφώντα, τον…!

Πηγή