Από τον επόμενο μήνα αναμένεται να εφαρμοστούν οι ρυθμίσεις οι οποίες σύμφωνα με τον νέο ασφαλιστικό νόμο προβλέπουν…


 αλλαγές στα ανώτατα πλαφόν των συντάξεων.
Το υπουργείο Εργασίας επεξεργάζεται τη σχετική εγκύκλιο, η οποία θα καθορίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 του Ν. 4387/16, η οποία προβλέπει ότι μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Για την εφαρμογή του ανώτατου αυτού ορίου, λαμβάνονται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό συνυπολογιζόμενης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κύρια σύνταξη που είναι μεγαλύτερη από 2.000 ευρώ μικτά (περίπου 1.820-1.830 ευρώ καθαρά), θα υποστεί περικοπή στο ποσό που είναι πάνω από 2.000 ευρώ μέχρι το τέλος του 2018. Το προηγούμενο ανώτατο πλαφόν που ίσχυε πριν από την ψήφιση του νέου νόμου ήταν 2.773 ευρώ μικτά για κάθε κύρια σύνταξη (το ποσό ήταν μικτό και συμπεριελάμβανε και τα επιδόματα).
Τι ισχύει για τις πολλαπλές
Εκτός από τη μείωση του πλαφόν στις κύριες συντάξεις, ο νέος ασφαλιστικός νόμος προβλέπει μειώσεις στο ανώτατο πλαφόν σε όσους δικαιούχους λαμβάνουν από το σύνολο των συντάξεών τους, κύριων – επικουρικών και μερισμάτων, ποσά μεγαλύτερα από 3.000 ευρώ καθαρά. Το αντίστοιχο πλαφόν πριν από την ψήφιση του νέου ασφαλιστικού νόμου ήταν 3.680 ευρώ (καθαρά).
Στην περίπτωση της μείωσης του ανώτατου πλαφόν στις πολλαπλές συντάξεις, χρειάζεται να διευκρινιστεί από τη σχετική εγκύκλιο εάν θα εφαρμοστεί πρώτα το πλαφόν στη μία κύρια σύνταξη και στη συνέχεια θα εφαρμοστεί το πλαφόν στις υπόλοιπες συντάξεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 4387/16, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Ειδικά για τα άτομα με αναπηρία, ο νόμος προβλέπει ότι στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα και επιδόματα αναπηρίας.

Στις 30/9 τα μερίσματα του Δημοσίου
Τον επόμενο μήνα, οι δικαιούχοι του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων του Δημοσίου θα λάβουν και τα νέα μειωμένα μερίσματά τους. Σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση, τα μερίσματα προς τους 280.000 μερισματούχους του ΜΤΠΥ των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 2016 θα καταβληθούν στις 30 Σεπτεμβρίου του 2016. Τα μερίσματα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2016 θα καταβληθούν στις 30 Δεκεμβρίου του 2016. Στελέχη της κοινωνικής ασφάλισης εκτιμούν ότι οι περικοπές των μερισμάτων με τον νέο τρόπο υπολογισμού έφθασαν σε ορισμένες περιπτώσεις έως και στο 34%.
Οι πρόσφατες σαρωτικές αλλαγές στη διοίκηση του Ταμείου, στις οποίες προχώρησε η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, είχαν ως στόχο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του, καθώς το έλλειμμα του μόνο για φέτος ανέρχεται, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του, στα 286,5 εκατ. ευρώ. Για τον τρόπο που λειτούργησε κατά το παρελθόν αυτό το Ταμείο, στελέχη του υπουργείου Εργασίας επισημαίνουν ότι υπήρξε χρονική περίοδος κατά την οποία χωρίς καταστατική πρόβλεψη επί σειρά ετών καταβαλλόταν ως Δώρο ένα μηνιαίο μέρισμα για τις εορτές του Πάσχα και ακόμη ένα για τις εορτές των Χριστουγέννων. Όμως, αυτά τα ποσά δεν αντισταθμίζονταν από αντίστοιχες καταθέσεις των μετόχων και βάρυναν ευθέως τα αποθεματικά κεφάλαια, γιατί το Ταμείο ετησίως εισέπραττε από τους μετόχους κρατήσεις για 12 μηνιαίες αποδοχές, ενώ κατέβαλε 14 μηνιαία μερίσματα.
Η μέση ετήσια κατάθεση ανά μέτοχο το 2004 ανερχόταν σε 905,60 € και το μέσο ετήσιο μέρισμα ανερχόταν σε 1.932,12 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση της αναπροσαρμογής, το μέσο ετήσιο μέρισμα διαμορφώθηκε σε 2.749,98 ευρώ το 2009, ενώ η μέση ετήσια κατάθεση περιοριζόταν στο ποσό των 962,11 ευρώ. Επίσης, η μέση κατάθεση ανά μέτοχο τη 16ετία 2000-2015 ανερχόταν σε 874,05 ευρώ και καταβαλλόταν σχεδόν τριπλάσιο μέρισμα. Για την ίδια περίοδο, το μέρισμα ανερχόταν σε 2.140,17 ευρώ. Καταβάλλονταν, δηλαδή, κατά μέσο όρο επιπλέον από τις καταθέσεις, 1.266,12 ευρώ ετησίως.