Του Κωνσταντίνου Μαριόλη
Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν ρυθμίσει τα τελευταία χρόνια δάνεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμεων ανοιγμάτων (NPEs) παραμένει …
στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο στην Ευρώπη, αποτελώντας τη βασικότερη απειλή για την ίδια την ύπαρξη των ελληνικών τραπεζών.  Και αυτό γιατί οι ρυθμίσεις ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία βραχυπρόθεσμες, όταν η ύφεση “πληγώνει” την ελληνική οικονομία για έβδομη διαδοχική χρονιά.

Την ίδια ώρα, ο Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ασκεί ισχυρές πιέσεις για τη διαχείριση των “κόκκινων” δανείων σε ολόκληρη την Ευρώπη, μία διαδικασία που στην Ελλάδα έχει αρχίσει να… παίρνει σάρκα και οστά, αν και με αρκετές καθυστερήσεις.

Οι ρυθμίσεις των περασμένων ετών ήταν κατά κύριο λόγο βραχυπρόθεσμες, καθώς οι τράπεζες αφενός πόνταραν στην ανάκαμψη της οικονομίας για τη μείωση των NPLs και αφετέρου ήλπιζαν να αλλάξουν οι συνθήκες για να καταστεί πιο εύκολος ο εντοπισμός των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Το “debate” για την κατάλληλη και δίκαιη διαχείριση των δανειοληπτών από τις τράπεζες κρατά εδώ και χρόνια. Από τη μία πρόκειται για ένα φαινόμενο με σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις και από την άλλη εκτιμάται πως υπάρχει μία μεγάλη μερίδα δανειοληπτών που μπορούν να πληρώσουν αλλά δεν το κάνουν, εκμεταλλευόμενοι την κρίση.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας έχει εκτιμήσει τα δάνεια αυτής της κατηγορίας κοντά στα 20 δισ. ευρώ, σχεδόν δηλαδή στο 20% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ενώ σύσσωμες οι τράπεζες χαρακτηρίζουν άμεσης προτεραιότητας τον εντοπισμό των “μπαταχτσήδων”.

Την περασμένη εβδομάδα, η ΤτΕ έδωσε στη δημοσιότητα τον αναθεωρημένο Κώδικο Δεοντολογίας, βάσει του οποίου θα τρέξει η διαδικασία των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων. Το νέο νομικό πλαίσιο και η απελευθέρωση των πλειστηριασμών βοηθά στο “κυνήγι” των “μπαταχτσήδων, μία προσπάθεια που τα προηγούμενα χρόνια, λόγω του σύνθετου προστατευτικού πλαισίου δεν είχε αποδώσει καρπούς.

Ποιος, όμως, μπορεί να αποφασίσει με ακρίβεια και απόλυτη δικαιοσύνη για την οικονομική δυνατότητα των πολιτών, όταν το βιωτικό επίπεδο συνεχώς υποχωρεί και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών δέχεται αλλεπάλληλες μειώσεις;

Σε χθεσινό του άρθρο στην “Καθημερινή της Κυριακής”, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Λεωνίδας Φραγκιαδάκης χαρακτήρισε μονόδρομο τη δίκαιη αντιμετώπιση του θέματος από τις τράπεζες.

Σύμφωνα με τον κ. Φραγκιαδάκη, θα πρέπει να υπάρξει “δίκαιη αντιμετώπιση και σεβασμός στους δανειολήπτες που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους, και ταυτόχρονα δικαιοσύνη και σεβασμός στα κεφάλαια των καταθετών και  των μετόχων”. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να υπάρξει διαφορετική προσέγγιση ανάμεσα στους δανειολήπτες που βρίσκονται σε αδυναμία εξυπηρέτησης λόγω  πραγματικής αδυναμίας και σε αυτούς που το πράττουν από επιλογή.

Πόσο εύκολο είναι, όμως,  αυτό, όταν τα ξένα funds που βρίσκονται ήδη εδώ θέλουν γρήγορα κέρδη και οι τράπεζες θέλουν να “ξεφορτωθούν” τα “κόκκινα” δάνεια υπό την ασφυκτική πίεση των Αρχών; Υπενθυμίζεται ότι στόχος της ΕΚΤ είναι η μείωση των NPEs κατά 40 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη τριετία, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι η διαχείριση των “κόκκινων” δανείων μπορεί να κρατήσει έως και πάνω από 10 χρόνια.

Ο CEO της ΕΤΕ έκανε, λοιπόν, λόγο για δικαιοσύνη προς τους δανειολήπτες και σεβασμό στα κεφάλαια των καταθετών και των μετόχων. Αυτή είναι η λεπτή γραμμή πάνω στην οποία οι τράπεζες θα πρέπει να ισορροπήσουν για να περιορίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις και να διασφαλίσουν ταυτόχρονα τα συμφέροντα των καταθετών και των μετόχων.

Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το liberal.gr οι εξειδικευμένες πλατφόρμες που δημιουργούνται μεταξύ των Alpha Bank και Aktua για δάνεια λιανικής και των Alpha Bank, Eurobank, KKR και EBRD για πεγάλα επιχειρηματικά δάνεια, θα επικεντρωθούν αρχικά ακριβώς σε αυτή την αποστολή: στον ταχύτερο δυνατό εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών. Εκτιμάται ότι αν και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες καταφέρουν μέσα στο 2017 να εισπράξουν μέρος των οφειλών των “στρατηγικών κακοπληρωτών”, αυτή θα είναι η καλύτερη αφετηρία για την διαχείριση των “κόκκινων” δανείων.

Από την άλλη μεριά, οι τράπεζες εκτιμάται ότι θα βάλουν σε αρκετές περιπτώσεις… νερό στο κρασί τους, σε υποθέσεις – οι οποίες μόνο λίγες δεν είναι – που αποδεδειγμένα υπάρχει σοβαρή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Υποχρεώσεις και… παζάρια

Προς αυτή την κατεύθυνση, ο αναθεωρημένος Κώδικας Δεοντολογίας των τραπεζών στοχεύει στην ανάπτυξη και διατήρηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών και των δανειοληπτών με στόχο την εξεύρεση της «κατάλληλης λύσης» που θα οδηγήσει στη διευθέτηση της οφειλής. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό ο δανειολήπτης οφείλει:

• Να ενημερωθεί για το περιεχόμενο και τη διαδικασία του κώδικα από έντυπα που διατίθενται στα τραπεζικά καταστήματα και τις ιστοσελίδες των τραπεζών.

• Να ανταποκρίνεται στις προβλεπόμενες προθεσμίες στα αιτήματα των τραπεζών για παροχή στοιχείων και πληροφοριών.

• Να συναινεί στην παροχή των εξασφαλίσεων που έχουν συμφωνηθεί με την τράπεζα στο πλαίσιο της ρύθμισης της οφειλής.

• Να επικοινωνεί εγγράφως με τα πιστωτικά ιδρύματα τόσο υποβάλλοντας τις προτάσεις του για διευθέτηση της οφειλής του όσο και για την υποβολή τυχόν ενστάσεων.

• Να ενημερώνει άμεσα το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο οφείλει για κάθε αλλαγή των στοιχείων επικοινωνίας του ή της οικονομικής του κατάστασης.

Αν και ο τρόπος με τον οποίο θα υλοποιηθεί η διαδικασία δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί, το νέο πλαίσιο θεωρείται πιο ολοκληρωμένο για να οδηγήσει σε ρυθμίσεις που αντιστοιχούν στις πραγματικές δυνατότητες των δανειοληπτών.

Οι προθεσμίες ένταξης των δανειοληπτών στη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων είναι πλέον πιο ελαστικές, ενώ στον αναθεωρημένο κώδικα η τράπεζα υποχρεώνεται να υποβάλλει πρώτα την ήπια πρόταση ρύθμισης, και μετά, εφόσον κατόπιν καθορισμένης διαδικασίας δεν υπάρξει συμφωνία, πρόταση οριστικής διευθέτησης.

Επίσης, η απάντηση του δανειολήπτη αποκτά πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα, καθότι η τράπεζα καλείται να τη συμπεριλάβει και να την προσαρμόσει στην τελική της πρόταση. Παράλληλα, ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλλει αντιπρόταση, κάτι που δεν ήταν εφικτό στον αρχικό κώδικα. Άρα, δανειολήπτης και τράπεζα έουν πλέον τη δυνατότητα να “παζαρέψουν” το πλαίσιο της ρύθμισης για το καλύτερο δυβνατό αποτέλεσμα.

Οι δανειολήπτες, εξάλλου, έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν στις Επιτροπές Ενστάσεων για να διευθετήσει τυχόν παραλείψεις και παραβιάσεις της διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας.

Τέλος, στο εξής η ειδοποίηση αποχαρακτηρισμού του δανειολήπτη ως συνεργάσιμου, θα αποστέλλεται εγγράφως με διαδικασία που θα διασφαλίζει την παραλαβή του από τον δανειολήπτη.

Οι παραπάνω αλλαγές εκτιμάται ότι βελτιώνουν σημεία της διαδικασίας που θεωρούνταν εξ αρχής ότι δυσκόλευαν την ταχύτερη και καλύτερη ρύθμιση των οφειλών. Μένει, βέβαια, να αποδειχθεί στην πράξη ότι οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν τους δανειολήπτες με πνεύμα συνεργασίας και χωρίς την… επιβολή ακαριαίων και πολλές φορές άδικων λύσεων.

Πηγή