Από τον Μάκη Μάκκα

Σαν μια μεγάλη αυλή στην γειτονιά σου, ντυμένη και στολισμένη με χρώματα και αρώματα της καλοκαιρινής νύχτας, μοιάζει σαν να περιμένει να υποδεχθεί κάποιο αυτοσχέδιο γλέντι που θα στηθεί επάνω της φεγγοβολά και απόψε η πλατεία. Πλακοστρωμένη, ελαφρώς φυτεμένη…

και λουλουδισμένη, δεκάδες χρόνια στέκεται ταπεινά και αθόρυβα στο κέντρο της πόλης.

Την βλέπεις ακούραστη, υπομονετική, γεμάτη κατανόηση, στωικότητα, να παρατηρεί σιωπηλά τα πρωινά, ντόπιους και επισκέπτες, να την προσπερνούν νευρικά και βιαστικά δίχως να τις ρίχνουν δεύτερη μάτια, άλλα υποδέχεται και άλλους τους σκιασμένους, αυτούς που έρχονται αργά την νύχτα πελαγωμένοι , σχεδόν αποσβολωμένοι, φοβισμένοι από μια αναπάντεχη εξέλιξη που τους βρήκε αιφνιδιαστικά και τους ανατρέπει απροσδόκητα συνήθειες, τουs ακυρώνει επιθυμίες προκαλώντας τους ανασφάλεια και το αίσθημα της γης να φεύγει κάτω από τα πόδια τους.

Τότε ακριβώς είναι που προσφεύγουν στην πλατεία, ζητώντας της σχεδόν επιτακτικά μια παρηγοριά, μια παροδική λύτρωση – ανακούφιση λουφάζοντας στην αγκαλιά της.

Με τα μεγάλα σκούρα μάτια της όλα αυτά τα βλέπει, με το σοφό μυαλό της όλα τα αντιλαμβάνεται, με την χρυσή καρδιά της όλα τα δέχεται , τα υπομένει και τα κατανοεί νηφάλια – συνειδητά.

Ανθρώπων έργα : λάθη και πάθη…
Καταλαβαίνει και συμπονά…

Τις σκέψεις των ανθρώπων, τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές. Τις αγωνίες, τους φόβους, τις δυνάμεις, τις παρορμήσεις τα όνειρα και την εμβέλεια των επιθυμιών και των ικανοτήτων τους, την βιωματική εκδοχή της ψυχής τους..

Σε αυτή την πλατεία ξανάρχισαν τελευταία και οι ‘λαϊκές νυχτερινές συνελεύσεις”, ο έρανος της πείρας τους καθενός, οπού λέει, διηγείται τα βάσανα και τις δυσκολίες που συνάντα στην μέρα του.

Όλοι περνάνε τα ίδια, οπότε αυτό που μένει είναι να ψάχνει κανείς, να συλλέγει εμπειρίες άλλων και να τις συνδυάζει με τις δικές του.

Και η ίδια παρατηρεί σοφά και σιωπηλά την αγωνιώδη προσπάθεια να δραπετεύσουμε από τα δεσμά και την φυλακή που ίδιοι με τον νου και την σκέψη μας έχουμε περιβάλει τον εαυτό μας.

Μέσα της βράζει ένας ολόκληρος συναισθηματικός κόσμος, με αισθήματα έντονα: αγάπη, έρωτα, θάνατο, φιλία, μίσος.

Από την ίδια επισκέπτες και περαστικοί άλλες φορές παίρνουν την πρώτη Καλημέρα για το δρόμο τους, δυο παρηγορητικές κουβέντες, δυο λόγια υποστηρικτικά για να σπρώξουν την μέρα τους.

Μέσα στα σπλάχνα της διαλέγουν οι άνθρωποι να στήσουν γιορτές και πανηγύρια για να γλεντήσουν κάποιες αναπάντεχες χαρές , μπροστά στα ματιά της κάθε εποχή ξεσπούν και καυγάδες, εκτονώνονται πάθη και ματαιώσεις, καταλαγιάζουν και συμφιλιώνονται, πένθη και αποχωρισμοί.
Πάνω στο σώμα της σηκώνουν κεφάλι, πιάνουν τις φωνές της διαμαρτυρίας ,παραπονιούνται και διαδηλώνουν και από εκεί πετούν οι πρώτες σπίθες που θα φέρουν αλλαγές.

Στο ίδιο σώμα βλασταίνουν άνθη και ζιζάνια, άγιοι και αμαρτωλοί.

Η ίδια ακούραστη, αδιαμαρτύρητα, χωρίς κανένα μειδίαμα να διαγράφεται στο πρόσωπο της ,δίχως να κλαψουρίζει και να παραπονιέται, στέκει αγέρωχη, δεν κλείνει ούτε δυο λεπτά τα ματιά της, παίρνει ζωή και χρόνια από τους θαμώνες της, ποτίζεται από τους χυμούς της ζωής, από τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις, από πετάγματα και καθηλώσεις.

Οι περισσότεροι άνθρωποι ένα πράμα κυρίως έχουν πραγματικά ανάγκη να εισπράξουν από αυτή : την κατανόηση της, να εντάξουν την οδύνη τους, να μοιραστούν την χαρά τους.

Ζητούν μαι ψυχή πρόθυμη να τους ακούσει , να τους νοιαστεί με την καρδιά της, να πονέσεις αθόρυβα και ολόψυχα μέσα της , ν’ ακούσει σιωπηλά τη ιστορία τους, να χαρεί εγκάρδια με την χαρμόσυνη τους είδηση..

Και αυτό το ξημέρωμα, την πλατεία άγρυπνη την βρίσκει : μέσα στα ματιά της εξελίσσονται ευτυχίες, δράματα, αισθήματα, υποχρεώσεις, έπη και δράματα, ήττες και θρίαμβοι, επιθυμίες και ματαιώσεις.

Ένα νοσταλγικό τοπίο απόψε το ξημέρωμα είναι η πλατεία, γεμάτο με εκφραστικούς και αεικίνητους ανθρώπους, που ξεδιπλώνουν τα φτερά τους άλλοτε για να βγάλουν ίσα ίσα τη μέρα και άλλοτε για να πετάξουν ψηλά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουν από τα βάσανά τους.

Πρωταγωνιστές, ήρωες και κομπάρσοι διαλεγμένοι με casting και ακροάσεις από το μικρού μήκους σενάριο της ζωής σου.

Καλοφωτισμένο το σκηνικό, συνδυασμένo, από τις λάμψεις στις όψεις βιτρινών, το φεγγάρι που φεύγει κατάκοπο, έτσι ολόκληρο που ήταν τούτες τις ημέρες και χτυπούσε τις πρώτες καλοκαιρινές υπερωρίες, και τον ήλιο που σκάει πονηρό γεμάτο νόημα χαμόγελο σιγά-σιγά.
Το αισθητικό, ηθικό και συναισθηματικό περιβάλλον της πόλης, διαφορετικό, από τις προηγούμενες ζωντανές παραστάσεις, τη σεζόν αυτή.
Εμφανώς λιγότερα τα ξενυχτισμένα πρόσωπα με μεθυσμένη όψη, που ξεβράζει η νύχτα.
Περισσότερα τα νυσταγμένα, με ελαφρύ ρουχισμό και το ταχύ βήμα για το μεροκάματο της αργίας.
Κοντράστ.
Από το θηριώδες Καγιέν αποβιβάζεται 35χρονος στην τρίχα ντυμένος, με βλέμμα αποφασισμένο και πλημμυρισμένο αυτοπεποίθηση , τα ένστικτα ενεργοποιημένα προς εκτόνωση και πρόθυμες διαθέσεις.
Με δυσκολία υποβασταζόμενη και παραπατούσα , η υπέρλαμπρη ξανθιά συνοδός με τις αισθήσεις να πηγαινοέρχονται και τις αναστολές σιγά- σιγά να την εγκαταλείπουν ψάχνει την είσοδο του υπερπολυτελώς ξενοδοχείου.
Απέναντι πλάνο, αφετηρία Σύνταγμα –Πετρούπολη: 25χρονη φρεσκοξυπνημένη υπάλληλος ταχυφαγείου, το πρόσωπό της φεγγοβολά νιάτα, ομορφιά μέσα στο σούρουπο, ντυμένη με ένα τζιν και μπλουζάκι στα χρώματα του φεγγαριού που αποχαιρετά, βγάζει γλώσσα στο γλυκό πρωινό, θα χτυπήσει δωδεκάωρο πίσω από το πάγκο, μοιράζοντας αληθινά χαμογέλα, αυθεντικές καλημέρες, και συνάμα ασυνείδητες προσδοκίες.
Λίγα βήματα πιο δίπλα της η εξαντλημένη από την νυχτερινή εφημερία, σχεδόν μισοκοιμισμένη 45χρονη αποκλειστική του Λαϊκού, κολλά το γεμάτο εξάντληση κουρασμένο πρόσωπο της στο τζάμι του λεωφορείου χαζεύοντας περαστικούς και πρωινούς, που με ταχύ βήμα χάνονται σε διάφορες κατευθύνσεις και από τα ακουστικά να ακούει την Χαρούλα να της τραγουδάει- εμψυχώνοντας την παράλληλα το “Μη σε νοιάζει, πάτα γκάζι”… Το πρώτο καλοκαίρι που την βρίσκει εντελώς μόνη στην Αθήνα μετά από είκοσι χρόνια συμβίωσης.
Στον παράλληλο δρόμο, 55 χρόνος ιδιοκτήτης ψιλικών ειδών, ανεβάζοντας ρολά χαμογελά σχεδόν συναινετικά, έχοντας γερά καρφωμένο στο μυαλό του το…σ’ αγαπώ και να προσέχεις που του ψιθύρισε για ακόμη ένα πρωινό η γυναίκα του, δίνοντας όρκους μέσα του να μην λυγίσει και χάσει την θέληση και όρεξη για ζωή από το όποιο εμπόδιο συναντήσει στον δρόμο του.

Από το γωνιακό ημιπολυτελές ξενοδοχείο, βγαίνει συνοφρυωμένος, άγρυπνος, άκεφος γεμάτος ματαιώσεις και ανεκπλήρωτες επιθυμίες ο τριανταπεντάχρονος επαρχιώτης, που βλέπει να καταλήγει η διήμερη εκδρομή άδοξα και ναυαγισμένα, μετρώντας ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Σε αυτόν δεν του βγήκε το σενάριο για την αποψινή νύχτα που είχε εγγράψει στο μυαλο του, δεν έκατσε από το πουθενά η περιπέτεια.
Εκλείπουν τελευταία οι εκπλήξεις.
Μα να δείς στο απέναντι στενό από το διανυκτερεύον μπαρ, ξεπροβάλλει πελαγωμένα ευτυχής και ασυγκρατητός για περιπέτεια 40χρονος, ανεβαίνει βιαστικά στην μηχανή του με ένα κοριτσίστικο χέρι περασμένο γύρω από την μέση του, και ένα κρυμμένο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του.
Σήμερα από το πουθενά το έσκασε το χαμόγελο η ζωή.
Στο τέλος της νύχτας φεύγει γκαζωμένος σχεδόν πανηγυρίζοντας και τροπαιούχος γιατί του έκατσε η νύχτα και έβγαλε καινούρια γνωριμία.
Κάνει σχέδια στο μυαλό του για ζευγαρωμένο καλοκαίρι.

Μια χαμηλή μουσική υπόκρουση καλύπτει το τετράγωνο από την καφεγκρίζα, αγέρωχη πολυκατοικία του ’50.
Από το ανοιχτό παράθυρο στο νοικιασμένο δυάρι της, η εξηντάχρονη χήρα, με το ραδιόφωνο στη διαπασών καρφωμένο στην αρχιεπισκοπή, ετοιμάζεται στεγνά και αμίλητα για το πρωινό εξάμηνο μνημόσυνο του εκλιπόντος συζύγου, στρέφει το θλιμμένο βλέμμα της, κοιτώντας εναλλάξ χαμηλά στον πεζόδρομο που διατηρούσαν επί τριάντα χρόνια οικογενειακή επιχείρηση και την λεωφόρο που πάνω της η ζωή ασυγκράτητη, τρέχει και εξελίσσεται.
Στην πιάτσα ανάστατος και θυμωμένος τα βάζει με την τύχη του ο μέλλων συνταξιούχος ταξιτζής, γιατί κουβάλησε σχεδόν δωρεάν, μπατάρικο ζευγάρι Βούλα –Σύνταγμα, που τον έλουσε χαμογελώντας στα ψηλά, τραγουδώντας “πήγαινε με πάλι πίσω ταξιτζή”…

Μετά από λίγο χαμογελά, και ησυχάζει ύστερα από τις παραινέσεις και τα πειράγματα των συναδέλφων του ότι “Τελευταίες κούρσες είναι, σαράντα χρόνια τόσα είδαν τα μάτια του σε αυτή την πλατεία, τώρα θα χάσεις την πίστη και υπομονή σου.

Οι παλαιότεροι ένοικοι της πλατείας, ξεπροβάλουν νεοκλασικό της γωνιας με γρήγορες κινήσεις, ζωηροί και χαρούμενοι και με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο τους για φωτογραφία, ένα συμπαθέστατο ζευγάρι 75άρηδων φορτώνει με τα απαραίτητα το ΙΧ τους με προορισμό το χωριό τους τα Άγραφα, εκεί που γεννήθηκαν και παντρεύτηκαν πριν κατέβουν στην Αθήνα το 1955.

Τον τελευταίο καιρό περιμένουν με ανυπομονησία το ταξίδι τους , τούτες της μέρες στην πατρογονική γή, λες και είναι το τελευταίο.

Ένα βλέμμα πιο πέρα με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την εκπλήρωση και ικανοποίηση, 30χρονη Βουλγάρα εργάτρια του συνεργείου καθαρισμού, που κλέβει χρόνο για τσιγάρο και στο σκαλοπάτι της πλατείας και ανυπόμονα δεν χάνει την ευκαιρία μέσα στα γέλια και τα επιφωνήματα από τις φίλες της, να διηγηθεί σχεδόν κινηματογραφικά και εικογραφημένα την προηγούμενη νύχτα αρραβώνα και γλεντιού που πέρασε σε ομοεθνές καφενείο.

Μέσα στο κέντρο της πλατείας, ένα ζευγάρι Ιταλών φιλιούνται παθιασμένα, μένοντας αγκαλιασμένοι για ώρα, κοιτώντας με θαυμασμό ο ένας τον πρόσωπο του άλλου, λες και πρόκειται για καρτ ποστάλ, γύρω τους οι περαστικοί στέκουν παρατηρούν, άλλοι με ζωγραφισμένη αμηχανία και μειδίαμα στο πρόσωπο και άλλοι κρυφογελώντας με ένα σβηστό θαυμασμό μέσα τους.
Η σκηνή ντύνεται μοναδικά από τους φυσικούς ήχους της πόλης που σιγά σιγά ξυπνά, πίνει την πρώτη γουλιά καφέ και συνέρχεται.

Στην πόρτα του μεγάρου, ο 28χρονος αστυνομικός ίσα που στέκεται στα πόδια του, έβγαλε βλέπεις μια ακόμη δύσκολη νύχτα στο άγριο λούνα παρκ του κέντρου, συναισθηματικά αφυδατωμένος και σωματικά εξαντλημένος, αφηγείται στους διπλανούς του, στην κλούβα, τα πανηγύρια του καλοκαιριού στα χωριά του.

Στο κεντρικό καφενείο της πλατείας ο 60χρονος μουσικός φωνάζει να πληρώσει, είναι η ώρα να φεύγει, τριάντα χρόνια η ίδια συνήθεια όταν δεν δουλεύει.
Με δυο φλιτζάνια καφέ και λίγες κλεφτές κουβέντες με τους νυχτομεροκαματιάρηδες της πλατείας και την ανάγνωση στα πρωινά φύλλα εφημερίδων, ξεφυλλίζει την νύχτα μέχρι το ξημέρωμα.
Στο λεωφορείο για το ΚΤΕΛ επιβιβάζεται φορτωμένο με ένα νοικοκυριό πράγματα, ένα ζευγάρι Κινέζων που κρυφογελάγαμε ικανοποιημένο με όσα είδε και άκουσε στην πρωινή πρεμιέρα, καθήμενο στα πρώτα καθίσματα της αφετηρίας.

Στο πίσω κάθισμα, αμίλητη μια 23χρονη, στρίβει νευρικά τσιγάρο, με το καστανόξανθο κατσαρό μαλλί της εγκλωβισμένο σε ένα μωβ καπέλο..

Περνάει σαν τρέιλερ από ταινία από μπροστά της η τριετία στην Αθήνα: Κάτι βαριά και ασήκωτα πρωινά στην σχολή φορτωμένα από ατέλειωτα αναίτια ξενύχτια, αγχώδεις λευκές νύχτες που εφημέρευε μονή -σκοπός στην δουλειά της, κάποια φευγαλέα φλέρτ τριών ημερών που έμειναν μόνο υπόσχεση, και μια συμβίωση που παίρνει μαζί της, όλα στοιβαγμένα σε δυο βαλίτσες μπροστά στα πόδια της, σε μια φορτωτική, στην τσέπη της και ένα εισιτήριο που κρατά σφιχτά στο χέρι της μισοσκισμένο δίχως επιστροφή Αθήνα-Αγρίνιο…

Οι εξοδούχοι και αυτή την νύχτα αποφάσισαν να βγουν από τα σπιτάκια τους που πια δεν τους χωρούσαν, αφήνοντας πίσω τους φόβους τους και συναντήθηκαν αυτή την νύχτα στην πλατεία και στα γύρω πεζοδρόμια.

Σε αυτά τα δρομάκια βλασταίνουν άνθη και ζιζάνια, άγιοι και αμαρτωλοί.

Για μένα μην ρωτάς πως τα είδα όλα αυτά και τι γύρευα πάλι ξημερώματα στην πλατεία.
Ξέρεις ότι σε περίμενα και απόψε στο ίδιο σαββατιάτικο ραντεβού μπροστά από τα Mc Donald’s.

‘Έχεις αργήσει τρία χρόνια μα δεν απελπίζομαι, ξέρω και από ποιό σημείο θα φανείς.
Χορωδία οι ανάσες, τα γέλια και τα κλάματα, οι ευχές και επιθυμίες, σιγοψιθυρίζει ο καθένας τον προσωπικό του ύμνο λες και αυτό τον αυτοεμψυχώνει και τον οπλίζει θέληση να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία που ανακύπτει.