Αφήστε τα τουριστικά κλισέ να πάνε περίπατο και περιηγηθείτε στην ολλανδική πρωτεύουσα, ακολουθώντας την πλούσια πολιτιστική…
διαδρομή της – από τον Ρέμπραντ της «χρυσής εποχής» μέχρι τη σύγχρονη περφόρμανς αρτ.

Τέλη Μαρτίου του 1969, ο Τζον Λένον και η Γιόκο Ονο παντρεύονται. Γνωρίζοντας ότι το χαρμόσυνο αυτό γεγονός θα αποκτούσε δημοσιότητα, το εκμεταλλεύονται για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Μετατρέπουν το μήνα του μέλιτος σε μια περφόρμανς που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το «Κρεβάτι της ειρήνης». Eπί μία εβδομάδα, φορώντας λευκές πιτζάμες, κάθονται «σαν άγγελοι» στο διπλό κρεβάτι της προεδρικής σουίτας του Χίλτον του Αμστερνταμ και μιλούν για την παγκόσμια ειρήνη.

H επιλογή της πόλης δεν ήταν αυθαίρετη και ούτε ήταν τυχαίος ο τρόπος με τον οποίο ο Βρετανός μουσικός και η Γιαπωνέζα εικαστικός επέλεξαν να εκφράσουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Τη δεκαετία του 1960 το Αμστερνταμ είχε αποκτήσει τη φήμη μιας «μαγικής πόλης», όπου «όλα μπορούσαν να συμβούν», με αποτέλεσμα να προσελκύει πολλούς ξένους καλλιτέχνες. Την περίοδο εκείνη, η σύγχρονη εικαστική σκηνή της Ολλανδίας βρισκόταν σε αναβρασμό: αβαν-γκάρντ ομάδες πραγματοποιούσαν πολιτικές δράσεις σε δημόσιους χώρους (τα λεγόμενα χάπενινγκ), ενώ νέοι καλλιτέχνες έβγαιναν στο δρόμο και διαδήλωναν με δημιουργικό τρόπο ενάντια στους θεσμούς και στην εμπορευματοποίηση της τέχνης. Χρησιμοποιώντας νέα μέσα, όπως την περφόρμανς και τη βίντεο αρτ, προσπαθούσαν να περάσουν τα μηνύματά τους. Tα χάπενινγκ -που ήταν η απόδειξη ότι η τέχνη μπορεί να συγκεραστεί με τη ζωή, όπως γινόταν φανερό και από τη δουλειά εικαστικών σαν τη Γιόκο Ονο- είχαν ως κύριο σκοπό να τραβούν την προσοχή του κόσμου.

Πρωταγωνιστής της ολλανδικής περφόρμανς σκηνής ήταν ένας πρώην καθαριστής τζαμιών, ο Ρόμπερτ Γιάσπερ Χρόουτβελντ. Το 1961 ο άνθρωπος αυτός, εθισμένος στη νικοτίνη, διοργάνωσε μια καμπάνια ενάντια στις καπνοβιομηχανίες και ταυτόχρονα υπέρ της μαριχουάνας, που εκείνη την εποχή ήταν ακόμη ένα παράνομο διεγερτικό, μη αποδεκτό από την κοινωνία. Κατέστρεφε αφίσες που διαφήμιζαν τσιγάρα, ενώ έστησε στο κέντρο του Αμστερνταμ ένα ναό, όπου ο ίδιος ντυμένος σαμάνος πραγματοποιούσε αντικαπνιστικές… ιεροτελεστίες. Παρότι δεν ήταν καλλιτέχνης, ο Χρόουτβελντ άρχισε να τραβά την προσοχή συγγραφέων και εικαστικών. Και η κατ’ επανάληψη φυλάκισή του τον οδήγησε στη δόξα.

Οι δράσεις του Χρόουτβελντ -σε συνδυασμό με την πολιτική και κοινωνική αναταραχή της δεκαετίας του 1960 η οποία οδήγησε στη διαδεδομένη χρήση ψυχοτρόπων- συνέβαλαν αργότερα στην αποποινικοποίηση της μαριχουάνας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η τότε υπουργός Υγείας και Εσωτερικών Ιρένε Βόρικ, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι οι νέοι πειραματίζονται με το σεξ, το αλκοόλ και τις ουσίες στο πλαίσιο της κατάκτησης της ωριμότητάς τους, σταμάτησε τη δίωξη των χρηστών κάνναβης και επέτρεψε την πώληση μικρών ποσοτήτων χασίς στα κέντρα νεότητας. Αυτή ήταν η απαρχή των coffee shops.

Πρώτη φορά επισκέφτηκα το Αμστερνταμ όταν ήμουν 20 ετών και, σαν όλους τους ανθρώπους της ηλικίας μου, πήγα για την εμπειρία της… μεγάλης ελευθερίας. Είδα το Red Light District και τα νεανικά στέκια της εποχής, έχασα όμως τα σημαντικότερα αξιοθέατα, με αποτέλεσμα να μην έρθω σε επαφή με τον «αληθινό» πολιτισμό της ευρωπαϊκής αυτής πρωτεύουσας. Σ’ αυτό το ταξίδι μου λοιπόν, ως πιο «ώριμη» πλέον, είχα σκοπό να γνωρίσω καλύτερα την πόλη, που έχει μια ειδική σχέση με το νερό, την επιχειρηματικότητα, τη δημιουργικότητα και το free-thinking.
Η μεγάλη εισαγωγή του κειμένου μου έχει ακριβώς αυτή την αξία: να καταλάβουμε γιατί το Αμστερνταμ είναι αυτό που είναι. Μια κοινωνία ελευθερόφρων και ανοιχτή, που προσελκύει πολλούς ανθρώπους είτε να την επισκεφτούν είτε να πάνε να ζήσουν εκεί μόνιμα. Μπορεί σήμερα να είναι πιο καθωσπρέπει και λιγότερο ανεκτική (στην κυβέρνηση της Ολλανδίας βρίσκεται το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα του Μαρκ Ρούτε, που μερικά χρόνια πριν υποστηριζόταν από το ακροδεξιό Κόμμα για την Ελευθερία), παρ’ όλα αυτά παραμένει προοδευτική – το νιώθεις. Χωρίς το άγχος μιας λίστας με τα καλύτερα μέρη, θα προσπαθήσω να σας αποκαλύψω τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτής της πολυσυλλεκτικής πόλης του ευρωπαϊκού Βορρά μέσα από τα μονοπάτια της τέχνης και της πολιτισμικής της ιστορίας.

ΜΟΥΣΕΙΑ ΓΙΑ ΜΥΗΜΕΝΟΥΣ

Προτείνω να ξεκινήσετε την περιήγησή σας από το Οns’ lieve heer op solder (το Μουσείο «Ο Κύριός μας στο πατάρι»). Είναι ένα μικρό μουσείο στην παλιά πόλη που δεν το ξέρει πολύς κόσμος. Κατά την επίσκεψή σας θα αντιληφθείτε ότι η φιλελεύθερη στάση των Ολλανδών δεν άρχισε να διαμορφώνεται στα επαναστατικά ’60s – για πολλές γενιές, η ολλανδική κουλτούρα αγκάλιαζε την αξία τού να μπορεί να ζει κανείς όπως επιθυμεί, αρκεί να μην αποτελεί εμπόδιο για το κοινό καλό.

Το Οns’ lieve heer op solder ιδρύθηκε το 1888 και είναι από τα παλαιότερα πολιτιστικά ιδρύματα της πόλης. Στεγάζεται σε ένα σπίτι του 17ου αιώνα -της «χρυσής εποχής» της Ολλανδίας-, το οποίο ανήκε σε κάποιον πλούσιο υφασματέμπορο. Πρωτοέμαθα γι’ αυτό πίνοντας καφέ με τον Ρέμκο Μολ, τον οικονομικό διευθυντή του Amsterdam Museum. Μου έδειξε μια σειρά από φωτογραφίες στο κινητό του και εντυπωσιάστηκα. «Είναι ένας καθολικός ναός χτισμένος μέσα σε ένα σπίτι», μου λέει. «Οταν κυριάρχησε ο προτεσταντισμός στην Ολλανδία, οι εκκλησίες των χριστιανών πέρασαν στα χέρια των προτεσταντών, με αποτέλεσμα πολλοί πιστοί να αναγκάζονται να τις χτίζουν μέσα στα σπίτια τους».

Την υπόλοιπη ιστορία την έμαθα από κοντά. Σημειώστε πως ένα από τα καλά του μουσείου είναι η δωρεάν παροχή audioguide. Μην παραλείψετε να πάρετε ένα, γιατί με αυτό θα καταλάβετε μέσα σε λίγη ώρα πολλά για την πατρίδα του Ρέμπραντ και του Αγιαξ. Σας μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα: «Τον 16ο αιώνα η Ολλανδία βρισκόταν υπό την ισπανική κυριαρχία, αλλά το 1578 πήραν την εξουσία οι προτεστάντες. Το Αμστερνταμ ήταν η τελευταία μεγάλη πόλη που έγινε προτεσταντική. Παρότι αποκηρύχθηκε ο καθολικισμός, υπήρχε το παράδοξο της ανεξιθρησκίας. Η θεία λειτουργία των καθολικών επιτρεπόταν, αρκεί να μη φαινόταν…».

Εδώ θα καταλάβετε πώς ζούσαν παλιά οι άνθρωποι στην πόλη, αλλά, το κυριότερο, θα δείτε το εσωτερικό μιας τυπικής ολλανδικής οικίας, με το γάντζο στην κορυφή. Είναι σπάνιο θέαμα, γιατί ένας τουρίστας προφανώς δεν έχει πρόσβαση στα όμορφα αυτά σπίτια που βρίσκονται κατά μήκος των καναλιών, αλλά, και να είχε, τα περισσότερα από αυτά έχουν πια αναδιαμορφωθεί και ανακαινιστεί. Πέρα από οτιδήποτε άλλο όμως, το συγκεκριμένο μουσείο είναι ένα μέρος για να συλλογιστεί κανείς. Να σκεφτεί την ανοχή απέναντι στη θρησκευτική διαφορετικότητα και πώς αυτή διαμορφώνεται στη σημερινή εποχή.

Πολύ κοντά βρίσκεται άλλος ένας ναός που αξίζει να επισκεφτείτε, η Oude Kerk. «Η παλιά εκκλησία», όπως μεταφράζεται στα Ελληνικά, είναι το παλαιότερο οικοδόμημα του Αμστερνταμ – 800 ετών! Μάλιστα, ανά τους αιώνες έχει προσαρμοστεί σε ιστορικές αλλαγές: από σημείο συνάντησης στον χαοτικό Μεσαίωνα και από οικονομικό κέντρο στη «χρυσή εποχή», σήμερα αποτελεί στέγη πολιτισμού. Στο χώρο διοργανώνονται εκθέσεις σύγχρονης τέχνης.

Εκτός πάντως από την εντυπωσιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, το πρωτότυπο με το μνημείο αυτό είναι το πάτωμά του, που είναι ένα… νεκροταφείο. Από τη στιγμή που εισέρχεστε στην Oude Kerk, περπατάτε κυριολεκτικά πάνω σε τάφους (περιέχει συνολικά 12.000). Ακούγεται ανατριχιαστικό, αλλά δεν είναι. Φανταστείτε τις ταφόπλακες (2.700 τον αριθμό) σαν μεγάλα ορθογώνια πέτρινα πλακάκια. Ανάμεσα στους νεκρούς που θάφτηκαν εδώ είναι η Saskia Uylenburgh, η γυναίκα του Ρέμπραντ (παντρεύτηκαν το 1634). «Μία φορά το χρόνο, σαν θαύμα, πέφτει μια ηλιαχτίδα πάνω στον τάφο της», αποκαλύπτει ο καλλιτέχνης Αντώνης Πίττας, που ζει στο Αμστερνταμ από το 2000.

ΡΕΜΠΡΑΝΤ ΚΑΙ ΠΕΡΦΟΡΜΑΝΣ

Και τώρα, η σειρά του Εθνικού Μουσείου της Ολλανδίας (Rijksmuseum). Είναι το βαρύ πυροβολικό των πολιτιστικών ιδρυμάτων και το αγαπημένο των Amsterdammers. «Κάθε φορά που έρχεται η μητέρα μου να με επισκεφτεί, την πηγαίνω εκεί», μου λέει η Κριστίνα, μια Βουλγάρα που εργάζεται ως σερβιτόρα. Μέσα από τα 8.000 εκθέματα θα γνωρίσετε την ιστορία και την τέχνη της βορειοευρωπαϊκής χώρας, από την περίοδο του Μεσαίωνα μέχρι την εποχή του Μοντριάν. Διασχίζοντας τις 80 αίθουσες, κατάφερα να φτιάξω το «προφίλ» των Ολλανδών: πολύ αλκοόλ, μεγάλες κόκκινες μύτες, θαλασσοκράτορες, αγάπη για τις καλοντυμένες κυρίες, αστακοί και λουκούλλεια γεύματα, χωρατά, ναυάγια και σεξ.Μην παραλείψετε να δείτε τη «Νυχτερινή περίπολο» και την περίφημη «Γαλατού», που, όπως είπε ένας ειδικός, είναι «ένα έργο που αγκαλιάζει όλη την ανθρώποτητα».

To Rijksmuseum βρίσκεται στη Museumplein, τη γειτονιά των μουσείων. Εδώ, υπάρχει επίσης το Stedelijk (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και Ντιζάιν), που είναι ευρέως γνωστό ως «μπανιέρα» λόγω του περιβλήματος της καινούργιας πτέρυγας. Και βέβαια το Μουσείο Βαν Γκογκ, το οποίο είχα κατά νου να επισκεφτώ, αλλά με απέτρεψαν φίλοι και γνωστοί που ζουν στο Αμστερνταμ, θεωρώντας ότι δεν αξίζει τόσο. Δεν με ένοιαξε, όμως, γιατί πίνακες του διάσημου ζωγράφου υπάρχουν τόσο στο Stedelijk όσο και στο Rijksmuseum. «Αν κάτι αγαπώ πιο πολύ στη δουλειά του Βίνσεντ φαν Χοχ -αυτή είναι η σωστή προφορά του ονόματος- είναι τα σχέδιά του. Μια μεγάλη συλλογή από αυτά βρίσκεται στο Kröller-Müller, ένα εκπληκτικό μουσείο στο μέσον ενός εθνικού πάρκου στην ανατολική Ολλανδία», με πληροφορεί ο Αντώνης Πίττας, ο οποίος διδάσκει σήμερα στο Rietveld, τη Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αμστερνταμ.

Πέρα από τις σημαντικές συλλογές του καθενός, τα δύο κεντρικά μουσεία συνέβαλαν εμμέσως ώστε το Αμστερνταμ να αποκτήσει τη φήμη της «μαγικής πόλης». Η καλλιτεχνική επανάσταση στα ’60s, που οδήγησε στον εκσυγχρονισμό της ολλανδικής κοινωνίας, κορυφώθηκε -θα λέγαμε- στο Rijksmuseum. Την ίδια χρονιά που η Γιόκο Ονο και ο Τζον Λένον πραγματοποίησαν το μιντιακό τους κόλπο στο Χίλτον, μια ομάδα νέων Ολλανδών εικαστικών έκανε κατάληψη στην αίθουσα με τη «Νυχτερινή περίπολο» του Ρέμπραντ, απαιτώντας καλύτερο και πιο δίκαιο σύστημα κρατικής υποστήριξης για τις τέχνες. Φοβούμενο τις καταλήψεις, το Stedelijk διοργάνωσε την ίδια χρονιά την ιστορική έκθεση «Op losse schroeven» («Λασκαρισμένες βίδες»), η οποία πρόσφερε στους συμμετέχοντες την ευκαιρία να δείξουν πως οι ιδέες και τα μέσα στην τέχνη είχαν αλλάξει. Δύο χρόνια αργότερα, πραγματοποιεί ξανά μια παρόμοια έκθεση και έκτοτε σταματά να συμμετέχει ενεργά στη σύγχρονη εικαστική σκηνή, αφήνοντας ένα κενό, ενώ θα μπορούσε τότε να χτίσει τη φήμη ενός προοδευτικού οργανισμού.

Τη λύση έδωσε μια γυναίκα που εργαζόταν στη βιβλιοθήκη του Stedelijk, η οποία ονομαζόταν Wies Smals. Η έξυπνη και δραστήρια Ολλανδή ιστορικός τέχνης κατάφερε να δώσει νέο τόνο στα πρωτοποριακά κινήματα της εποχής, ιδρύοντας το 1975 το De Appel, που θεωρείται ακόμη και σήμερα ένα από τα καλύτερα καλλιτεχνικά κέντρα της Ευρώπης. Το De Appel υπήρξε κάποτε το σπίτι της περφόρμανς αρτ, στο οποίο «μεγάλωσαν» πολλές σημαντικές προσωπικότητες της παγκόσμιας τέχνης, συμπεριλαμβανομένων της Μαρίνα Αμπράμοβιτς και του συντρόφου της, Ουλάι. Το μη κερδοσκοπικό ίδρυμα είναι διάσημο επίσης για τα εκπαιδευτικά του προγράμματα για επιμελητές. «Από εδώ έχουν βγει οι καλύτεροι του κόσμου, οι οποίοι κατέχουν σημαντικές θέσεις σε διάφορους οργανισμούς», με ενημερώνει η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης, Nell Donkers. «Ενας από αυτούς ζει αυτήν τη στιγμή στην πόλη σας», συμπληρώνει. Η βιβλιοθηκάριος αναφερόταν στον Ανταμ Σίμτσικ, τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Documenta 14, μιας σημαντικής διοργάνωσης σύγχρονης τέχνης που του χρόνου τέτοια εποχή θα φιλοξενείται στην Αθήνα. Καμιά φορά εντυπωσιάζομαι με τον τρόπο που ενώνονται οι ιστορίες. Δεν συμφωνείτε;

Πηγή