Μήπως έχει αρχίσει να ξεθωριάζει το μότο «Citius, altius, fortius» (ταχύτερα, ψηλότερα πιο δυνατά) των Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς… πλησιάζουμε στο σημείο όπου οι αθλητικές επιδόσεις θα αγγίξουν τα απόλυτα όρια της ανθρώπινης βιολογίας; Αυτό το ερώτημα απαντά έρευνα μίας διεθνής ομάδας επιστημόνων, η οποία ανέλυσε την εξέλιξη των παγκόσμιων ρεκόρ στα αγωνίσματα δρόμου, από την εποχή αναβίωσης των αγώνων μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, στην περίπτωση των γυναικών φαίνεται όντως πως οι καλύτερες επιδόσεις έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν τάσεις σταθεροποίησης στις διοργανώσεις των τελευταίων ετών. Για τους άντρες δρομείς, ωστόσο, τα πράγματα κινούνται στον αντίποδα, καθώς μέσα στις επόμενες δεκαετίες είναι πιθανόν να καταρριφθούν τα ρεκόρ στις περισσότερες αποστάσεις – από τα 200 έως τα 10.000.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό European Journal of Sport Science, ενώ επικεφαλής των συντακτών της ήταν ο Δρ Μάρτιν Βάις από το Ινστιτούτο Ενέργειας και Μεταφοράς της Ε.Ε. στην Ιταλία. Για την πραγματοποίησή της, οι ερευνητές αξιοποίησαν τεχνικές που χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια στην κατασκευαστική βιομηχανία.

Ο λόγος είναι πως, όπως αναφέρουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, και οι αθλητές μαθαίνουν από την εμπειρία τους, παίρνοντας μέρος σε μία ανταγωνιστική διαδικασία. Κάτι που επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να δημιουργήσει μαθηματικά μοντέλα τα οποία, με βάση την εξέλιξη των αθλητικών επιδόσεων στο πέρασμα των χρόνων, μπόρεσαν να προσδιορίσουν τις μακροπρόθεσμες τάσεις.

Κάνοντας έναν απολογισμό της ιστορίας των αγωνισμάτων μέχρι σήμερα, τα μοντέλα επιβεβαίωσαν τη δραστική βελτίωση των επιδόσεων από δεκαετία σε δεκαετία. Έτσι, για παράδειγμα, από την εποχή των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, ο καλύτερος ετησίως χρόνος στα αγωνίσματα ταχύτητας αυξήθηκε κατά 25%.

Ενδεικτικό είναι πως αν ο Γιουσέιν Μπολτ αναμετριόταν στα 100 μέτρα με τον καλύτερο δρομέα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, τότε όταν θα τερμάτιζε ο Τζαμαϊκανός αθλητής, ο αντίπαλός τους θα βρισκόταν σε απόσταση πάνω από 10 μέτρα από το φίνις.

Η ομάδα βρήκε επίσης ότι οι γυναίκες βελτίωσαν την απόδοσή τους κατά 67% από τους πρώτους Ολυμπιακούς. Απόδειξη το γεγονός ότι η Αμερικανίδα Φλόρενς Γκρίφιθ-Τζόινερ, κάτοχος έως σήμερα του ρεκόρ στα 100 μέτρα, θα έκοβε το νήμα αφήνοντας 37 μέτρα πίσω της την παγκόσμια πρωταθλήτρια των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν πως, αναφορικά με τους αγώνες σπριντ, οι αθλήτριες προσεγγίζουν τα όρια της φυσιολογίας του γυναικείου ανθρώπινου σώματος. Έτσι μετά από μία «περίεργα» απότομη άνοδο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ, το 1988, έχουν πλέον σταθεροποιηθεί οι καλύτερες επιδόσεις. Επομένως, σύμφωνα με την έρευνα, δεν θα πρέπει να αναμένεται σύντομα να καταρριφθούν τα ρεκόρ στα 100 και 200 μέτρα, που σημείωσε η Γκρίφιθ-Τζόινερ το 1988.

Μάλιστα, η πρόβλεψη για τις μεγαλύτερες αποστάσεις είναι εξίσου δυσοίωνη. «Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, καμία αθλήτρια σε μικρές και μεγάλες αποστάσεις δεν προσέγγισε τις επιδόσεις που καταγράφηκαν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο άρθρο.

Οι προβλέψεις είναι αντίθετες στην περίπτωση των ανδρών, όπου μέσα στα επόμενα 20 χρόνια αναμένεται να μην λείψουν τα παγκόσμια ρεκόρ. Και μάλιστα, χωρίς το μαθηματικό μοντέλο να λαμβάνει υπόψη τους πως ορισμένα ρεκόρ ευνοούνται και από τις συνθήκες, όπως για παράδειγμα τον άνεμο.