Αυτός ήταν στα χρόνια του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, κατά το έτος 318. Καταγόταν από την Περσία…

Αφού λοιπόν κατηχήθηκε α­πό ένα Χριστιανό, Άβαρο λεγόμενο, και διδάχθηκε την του Χριστού πίστη, εγκατέλειψε μαζί με την πατρική ασέβεια και κάθε άλλη των συγγενών του προσπάθεια. Και έτσι πήγε στην πόλη, που λέγεται Νίσιβι, που βρίσκεται στα σύνορα, που είναι ανάμεσα στα Ρωμαϊκά και Περσικά έθνη. Εκεί λοιπόν μπήκε ο Όσιος μέσα σε Μοναστήρι και, αφού βαπτίσθηκε, ντύθηκε το σχήμα των Μοναχών και χρησιμοποίησε κάθε αγώνα και άσκηση.

Επειδή όμως με συνέργεια του πονηρού δαί­μονα τον φθόνησαν οι εκεί Μοναχοί, γι’ αυτό αναχώρησε και πήγε στο Μοναστήρι των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, στην πόλη, που λέγεται τού Θεοδοσίου και εμιμείτο την ενάρετη πολιτεία του Ηγουμένου και Αρχιμανδρίτη Ουρβίλ, ο οποίος λέγεται, ότι για εξήν­τα χρόνια δεν έφαγε φαγητό μαγειρεμένο, ούτε πλάγιασε σε κλίνη, ούτε κάθισε. Με την γνώμη λοιπόν αυτού χειροτονήθηκε Διάκονος. Επειδή όμως επρόκειτο ο Ηγούμενος να τον προβιβάσει και στο αξίωμα του Πρεσβυτέρου, όταν το αντελήφθηκε αυτό ο Άγιος Δομέτιος, αναχώρησε. Και αφού ανέβηκε επάνω σε ένα βουνό, υπέμεινε ο αοίδιμος τον καύσωνα του θέρους και το κρύο του χειμώνα και τις άλλες κακοπάθειες που προξενούν οι αλλαγές των καιρών. Έπειτα μπή­κε μέσα σε ένα σπήλαιο κατασκευα­σμένο από τους ανθρώπους.

Αφού λοιπόν παρέμεινε εκεί για αρκετό χρονικό διάστημα, αυτούς, που έρχονταν εκεί τους ευεργετούσε με θαύματα και θεραπείες, που έκαμνε με το όνομα του Κυρίου. Ενώ τους άπιστους και Έλληνες, επέστρεφε από την πλάνη των ειδώλων στην του Χριστού πίστη. Μαθαίνοντας αυτά ο παραβάτης Ιουλιανός, όταν πήγε στην Περσία, πρόσταξε να λιθοβολήσουν τον Άγιο. Πηγαί­νοντας λοιπόν εκεί εκείνοι, που επρόκειτο να τον λιθοβολήσουν, τον βρήκαν να ψάλλει μαζί με τους δύο του μαθητές την τρίτη ώρα. Τότε με το πλήθος των λίθων κατέχωσαν οι μιαροί τον του Χριστού αθλητή, μαζί και τους μαθητές του και έτσι έλαβαν και οι τρεις της αθλήσεως τους στεφάνους. Τελείται δε η Σύναξη και εορτή τους στον άγιο Ναό τους, που βρίσκεται πέρα στις Ιουστινιανές.

(Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής – Αύγουστος, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη-Άγιον Όρος, σ. 220-221)

Πηγή