Οι καρδιαγγειακές παθήσεις σκοτώνουν σήμερα περισσότερους ανθρώπους παγκοσμίως (πάνω από 17,3 εκατομμύρια ετησίως…


 ή το 31,5% όλων των θανάτων) απ΄ ό,τι το 1990 (12,3 εκατομμύρια καρδιαγγειακοί θάνατοι ή το 26% των συνολικών), αλλά στην Ευρώπη, ιδίως τη Δυτική, διαχρονικά καταγράφεται βελτίωση.
O καρκίνος ξεπέρασε πλέον τις ασθένειες της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων ως η κυριότερη αιτία θανάτου σε 12 ευρωπαϊκές χώρες, αν και ακόμη στο σύνολο της Ευρώπης οι θάνατοι από καρκίνο δεν είναι ούτε οι μισοί σε σχέση με τους καρδιαγγειακούς θανάτους.
Στην Ελλάδα οι θάνατοι από καρδιά, αν και διαχρονικά εμφανίζουν μείωση ως ποσοστό, συνεχίζουν να είναι περισσότεροι σε σχέση με τους θανάτους από καρκίνο.
Τα νεότερα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν σήμερα στο περιοδικό «European Heart Journal» της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας, δείχνουν ότι στην Ευρώπη συνολικά οι καρδιαγγειακοί θάνατοι ξεπερνούν τα τέσσερα εκατομμύρια τον χρόνο (το 45% των συνολικών) και από αυτούς πάνω από 1,4 εκατομμύρια είναι πρόωροι (συμβαίνουν σε ηλικία κάτω των 75 ετών).
Όμως σε 12 χώρες, 11 ευρωπαϊκές (Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Ισπανία, Βρετανία, Νορβηγία) και στο Ισραήλ, περισσότεροι -ιδίως άνδρες- πεθαίνουν πλέον από καρκίνο από ό,τι από καρδιά.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ. Νικ Τάουνσεντ του Τμήματος Υγείας του Πληθυσμού του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ανέφεραν ότι η Γαλλία υπήρξε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα όπου οι θάνατοι από καρκίνο ξεπέρασαν αυτούς από καρδιά.
Στην ΕΕ των «28» οι καρδιαγγειακοί θάνατοι αποτελούν το 38% των συνολικών θανάτων, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη εκτός ΕΕ το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο (54%). Ανισότητες υπάρχουν και στους πρόωρους θανάτους: στην ΕΕ-28 το 26% είναι καρδιαγγειακής αιτιολογίας, ενώ στις εκτός ΕΕ ευρωπαϊκές χώρες το 36%.
Όσον αφορά τα χρόνια ζωής σε συνθήκες αναπηρίας λόγω καρδιαγγειακού προβλήματος ή αλλιώς τα χαμένα χρόνια υγιούς ζωής (τα λεγόμενα έτη DALY), τα περισσότερα καταγράφονται στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης (194 ανά 1.000 κατοίκους στην Ουκρανία και 181/1.000 στη Ρωσία), ενώ τα λιγότερα στο Ισραήλ (26 ανά 1.000) και στην Ισλανδία (32 ανά 1.000).