Του Ανδρέα Ζαμπούκα
Ήταν ένα κρύο πρωινό του χειμώνα του 411 π.Χ. στην πεδιάδα του Μαιάνδρου. Στην έπαυλη ενός αξιωματούχου υπογράφεται η περίφημη 3η…
συνθήκη μεταξύ Λακεδαιμονίων, Τισσαφέρνη και Ιεραμένη, εκπροσώπου του Δαρείου Β’.

Ο Τισσαφέρνης αδιαφορούσε για το αποτέλεσμα της σύγκρουσης των Σπαρτιατών με τους Αθηναίους. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν ότι πιθανή συντριβή μιας παράταξης θα σήμαινε το ναυάγιο της πολιτικής της αμοιβαίας εξασθένησης των δύο. Στη συνθήκη, μεταξύ των άλλων, επιλύθηκε το βασικό πρόβλημα της μισθοδοσίας και συντήρησης του σπαρτιατικού στόλου, με τη χρηματοδότηση από το Μεγάλο Βασιλιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Πέρσες έδιναν χρήματα στα ελληνικά κράτη αλλά ήταν η πρώτη χρηματοδότηση με τη μορφή δανείου, που έπρεπε να επιστραφεί έντοκα, μετά την τελική νίκη! Στην ουσία αποτελούσε μια σαφέστατη «μνημονιακή» συμφωνία εξάρτησης του ελληνικού κόσμου στους Πέρσες, με ηγέτιδα δύναμη τη Σπάρτη.

Ο ελληνικός κόσμος της αρχαιότητας είναι πολύ διαφορετικός από την εικόνα που έχουμε σήμερα γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι και οι συσχετισμοί των κοινωνιών άλλαξαν αλλά στην αδυναμία μας να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια μέσα από το ορθολογισμό.

Εδώ βέβαια, θα πρέπει να βάλουμε στην ίδια παρέα το Μαρξ τον Ένγκελς και το Θουκυδίδη, αναζητώντας τα μεγάλα δείγματα του «ιστορικού υλισμού» και την προαιώνια φύση του ανθρώπου.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είναι ένα πλούσιο σκηνικό πολιτικής μελέτης στην παγκόσμια ιστορία. Οι Αθηναίοι, πανίσχυροι από τους περσικούς πολέμους, επιβάλλουν το δίκαιο της πυγμής στους συμμάχους. Οι ηττημένοι Πέρσες όμως δεν ησυχάζουν και συντηρούν επαφές και στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Οι σύμμαχοι των δύο μεγάλων δυνάμεων αναμετρώνται. Ο εμφύλιος μαίνεται, οι δολοπλοκίες πολλαπλασιάζονται, οι εκατέρωθεν προδοσίες αυξάνονται, ο Αλκιβιάδης εξορίζεται και πάει με τους Σπαρτιάτες, οι δημοκρατίες καταλύονται και τα σχέδια της εξωτερικής πολιτικής από κράτος σε κράτος, συνεχώς μεταβάλλονται.

Τι μένει σταθερό και αμετάβλητο; Τρία πράγματα: Οι συνεχόμενες σφαγές των αθώων πληθυσμών (π.χ των Μηλίων), η αδυναμία του ελληνικού κόσμου να ενωθεί και η απόλυτη εξάρτησή του από τα χρυσά θησαυροφυλάκια των Περσών.

Οι Σπαρτιάτες με το περσικό δάνειο, κατατρόπωσαν επτά χρόνια αργότερα τους Αθηναίους στους Αιγός Ποταμούς και κατέλυσαν την Αθηναική ηγεμονία. Άνοιξαν όμως τις πύλες της Ελλάδας στους Πέρσες και απέδειξαν για άλλη μία φορά, πως το χρήμα είναι η κινητήρια δύναμη που κατακτά ανθρώπους και κοινωνίες.

Το ζήτημα είναι, απ’ όλα αυτά να βγουν κάποια συμπεράσματα για το σύγχρονο κόσμο. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, ο πλούτος διέγραφε την πορεία της ιστορίας. Και ίσως όχι ο παραγόμενος αλλά ο «κατασκευασμένος». Οι Πέρσες είχαν κλέψει το χρυσό των Βαβυλωνίων και τα σημερινά κεφάλαια, κατά βάση είναι αέρας κοπανιστός, τυπωμένα στα νομισματοκοπεία της FED ή αριθμημένα στις λίστες κάποιου χρηματιστή. Και τότε, τα ιερά των αρχαίων δάνειζαν (οι «τράπεζες» της εποχής διοικούνταν από το ιερατείο που φύλαγε το θησαυρό και δάνειζε με τοκογλυφικούς όρους), υπεράνω κυβερνήσεων, με τόκους εξάρτησης και τώρα, οι τράπεζες δημιουργούν ανεξέλεγκτα δίκτυα που καθοδηγούν τις πολιτικές κυβερνήσεις. Σκοπός δεν ήταν να εισπραχθούν απαραίτητα, τα δανεισθέντα ποσά (οι Σπαρτιάτες δεν επέστρεψαν ποτέ ολόκληρο το ποσό στους Πέρσες) αλλά η εξάρτηση και η εφαρμογή του δικαίου της πυγμής. Ιδιαίτερα στις διακρατικές σχέσεις, αυτό αποτελούσε τη γνωστή τακτική, όπως και σήμερα. Τέλος και στις δύο εποχές ο χρηματισμός των ιδιωτών για να εξυπηρετηθούν κρατικά συμφέροντα ήταν απόλυτα συνηθισμένο φαινόμενο, όπως και σήμερα (οι εξόριστοι Έλληνες είχαν πάντα μια πλούσια έπαυλη να τους περιμένει στις Σάρδεις…).

Με λίγα λόγια, ο περσικός χρυσός άπλωνε για αιώνες, ένα πέπλο «παραισθησιογόνου» λάμψης πάνω από την Ανατολική Μεσόγειο, μέχρι που ο Μέγας Αλέξανδρος αποφάσισε ότι το καταχρεωμένο βασίλειό του θα σωζόταν μόνο με την κατάκτησή του περσικού πλούτου. Εν μέρει, τα κατάφερε αλλά ουσιαστικά μετακίνησε το κέντρο βάρους του ελληνικού κόσμου προς την ανατολή, δίνοντας την ευκαιρία στον ιουδαικό πολιτισμό, διαμέσου των Ρωμαίων, να τον αφομοιώσει.

Όλα αυτά, δεν έχει νόημα να τα μελετά κανείς, προσπαθώντας να δαιμονοποιήσει ή να αγιοποιήσει πρόσωπα και καταστάσεις. Το κέρδος είναι να διδαχθεί, κατανοώντας ότι ο άνθρωπος και οι «ομάδες» θα συμπεριφέρονται ακριβώς το ίδιο, όσο θα υπάρχει ανθρωπότητα. Πάντα θα υπάρχουν οι Πέρσες, οι Ισπανοί στη Νότια Αμερική, οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί. Πάντα θα υπάρχει το κεφάλαιο που δεν έχει πατρίδα, πάντα τα συμφέροντα δεν θα ταυτίζονται με τα κράτη άλλα με τις πανίσχυρες δυνάμεις του χρήματος, πάντα θα επιβάλει το δίκαιο της πυγμής ο δυνατότερος. Επίσης οι κοινωνίες έχουν πολλούς σαν τον Αλκιβιάδη, το Θηραμένη, το Λύσανδρο, τον Κριτία, τον Μέτερνιχ, τον Κίσινγκερ, τον Ντάισεμπλουμ, τον Παπανδρέου, τον Κωστάκη , το Γιωργάκη και χιλιάδες άλλες μορφές που δεν είναι τίποτα παραπάνω από «φαιδρά» πιόνια στη μεγάλη σκακιέρα της ιστορίας.

Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ και το χρήμα θα τον σέρνει από τη μύτη. Στις μέρες μας μπαίνουμε για τα καλά στο μεγάλο θέατρο των αποκαλύψεων. Κάθε μέρα θα παρακολουθούμε με έκπληξη, κάποια καινούρια διάσταση που μέχρι χθες, δεν την υποψιαζόμασταν. Τράπεζες που εμφανίζουν φούσκες, offshore εταιρείες υπουργών, δίκτυα ξεπλύματος στις πιο σοβαρές οικονομίες. Κι όμως, όλοι αυτοί δε φταίνε περισσότερο από μας τους ίδιους. Δε φταίνε οι Γερμανοί που βάζουν τους όρους του δανεισμού, οι Αμερικάνοι που τους έβαζαν παλιά. Δε φταίει ο Σόιμπλε κι ο Ντάισεμπλουμ κι ο Μπαρόζο κι ο Ντράγκι. Το «ιερατείο» των Περσών είναι κι ο Τισσαφέρνης και όχι ο Δαρείος. Ρόλους αλλάζουμε όλοι μας. Αυτοί στο δικό τους κόσμο της απληστίας και της ηδονής της εξουσίας κι εμείς μια μάζα «Αθηναίων» που υπομένουμε την κατάλυση της «δημοκρατίας» επειδή πιστέψαμε στη γοητεία του «Περικλή» και της «Ασπασίας». Εμείς φταίμε που μεθύσαμε από τα μεγάλα «δημόσια κτίρια» και δεν είδαμε τους «Σπαρτιάτες» που έκλειναν κρυφά τη δουλειά με τους «Πέρσες».

Και κάτι τελευταίο. Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο, όπως λέει κι ο Σεφέρης. Αν αυτό δεν το δούμε, όπως μας το έδειξε κάποτε ο Θουκυδίδης δεν θα καταλάβουμε ποτέ τον κόσμο. Γιατί τελικά η μεγάλη μαγκιά δεν είναι να τον αλλάξουμε αλλά να τον αποκαλύψουμε στις συνειδήσεις μας. Αυτό είναι σίγουρα πολύ πιο χρήσιμο από οποιαδήποτε επανάσταση…

Πηγή