Γράφει ο Γιώργος Κίσσας, Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
Η μετεξέλιξη των παραδοσιακών πολιτικών ιδεολογιών είναι μία εύλογη διαδικασία, που αποκρυσταλλώνει τις θεωρητικές προσεγγίσεις…
και τους προβληματισμούς των πολιτικών τους φορέων για το μέλλον. Η διαρκής αυτή διαδικασία εκσυγχρονισμού του ιδεολογικού φορτίου των πολιτικών οργανισμών πραγματοποιείται στα πλαίσια που ορίζουν οι κοινωνικές συνθήκες και οι διαμορφωμένες από αυτές συμπεριφορές των πολιτών, που καλούνται να εκφράσουν.

Στον ευρωπαϊκό χώρο, η μετεξέλιξη της πλατφόρμας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ποικίλλει χρονικά από χώρα σε χώρα, δημιουργώντας παράλληλους ιδεολογικούς κύκλους και διαφορετικά εθνικά πρότυπα της σοσιαλδημοκρατίας. Μία αντίστοιχη ποικιλία εθνικών προτύπων παρατηρείται στη θεσμική λειτουργία, τη λαϊκή απήχηση και την κοινωνική δυναμική που αναπτύσσουν τα κόμματα, λόγω της διαφορετικής κοινωνικής και οικονομικής φυσιογνωμίας των κρατών, των πολιτισμικών παραδόσεων και της ιστορικής μνήμης.

Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν είναι παρόμοιες σε όλη την επικράτεια της ηπείρου. Η αμφισβήτηση των παραδοσιακών προτύπων έκφρασης και άσκησης της πολιτικής συμπίπτει με την αμφισβήτηση της ικανότητας της σοσιαλδημοκρατίας να εμπνεύσει μαζικά τα χαμηλότερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα (που αποτελούν διαχρονικά την κοινωνική της βάσης) και να προσαρμόσει τα πολιτικά της προτάγματα στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες.

Σημαντικό παράγοντα αποξένωσης των πολιτών από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελεί η εκτεταμένη διαφθορά που παρατηρήθηκε στους κόλπους τους. Παρότι δεν αποτελεί φαινόμενο που παρατηρείται μόνο στα κόμματα αριστερά του κέντρου και πολλές φορές αποτελεί συνώνυμο των συντηρητικών κύκλων της Ευρώπης, οι επιπτώσεις της ύπαρξης διαφθοράς είναι μεγαλύτερες στη σοσιαλδημοκρατική αριστερά, διότι αυτή είναι που επικαλείται την ηθική στην πολιτική και όχι η δεξιά, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τζιοβάνι Σαρτόρι.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα ανακτήσει το χαμένο κύρος της τη στιγμή που η Ευρώπη θα συναντηθεί με το πολιτικό της πεπρωμένο, όπως το οραματίστηκαν οι ιδρυτές της.
Παράλληλα, η επιβεβλημένη σε αρκετές περιπτώσεις συνεργασία των σοσιαλδημοκρατικών με τα συντηρητικά κόμματα σε εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, οδήγησε πολλούς στην υιοθέτηση της άποψης ότι η σοσιαλδημοκρατία σύρεται πίσω από τη δεξιά και πλέον δεν υπάρχουν ευδιάκριτες διαφορές ανάμεσα στο πολιτικό τους περιεχόμενο. Η εφαρμογή σκληρών οικονομικών μέτρων, αντίθετων με την οικονομική θεωρία της σοσιαλδημοκρατίας και το ιστορικό διασφάλισης του κοινωνικού κράτους, αποτέλεσαν βασική αιτία μετατόπισης πληθυσμού από τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα, που εξέφραζε μαζικά η σοσιαλδημοκρατία στο παρελθόν, προς νέα ριζοσπαστικά αριστερά ή δεξιά κινήματα, που ευαγγελίζονταν το τέλος της λιτότητας με κάθε μέσο.

Η ανάδυση αυτών των κινημάτων, με έντονο το πρόσημο του λαϊκισμού και την εκφορά προτάσεων αφοριστικών προς την ισχύουσα -μέχρι πρότινος- πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη, αποτελεί φαινόμενο που ξεκίνησε ταυτόχρονα σε χώρες που αντιμετώπισαν κρίσεις στα χρηματοπιστωτικά τους συστήματα και κατόπιν διαδόθηκε σε χώρες των οποίων οι πολίτες αντιμετώπισαν φοβικά τις μεταβολές στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τις δομές του κράτους, όπως προκλήθηκαν είτε από το μέγεθος των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη, είτε από την χαμηλή αίσθηση συλλογικότητας μεταξύ των λαών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαρακτηριστικό που έγινε εμφανέστερο μετά την έκρηξη της οικονομικής κρίσης στην ήπειρο.

Η σημερινή κρίση των κομμάτων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, είτε μεταφράζεται σε αποσύνθεση και πολυδιάσπαση, είτε σε απώλεια της λαϊκής τους απήχησης, δεν πρέπει να ερμηνευθεί με όρους της παραδοσιακής οργάνωσης των κομμάτων, αλλά με προσεγγίσεις αντίστοιχες προς την κρίση που αντιμετωπίζει σε πολιτικό και αξιολογικό επίπεδο η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ταύτιση μεταξύ των δύο κρίσεων, παρότι αρχικά μπορεί να θεωρηθεί ανορθολογική, γίνεται κατανοητή μέσα από το πρίσμα του έντονου φιλοευρωπαϊκού (pro-european) χαρακτήρα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και του ρόλου τους στην αποκρυστάλλωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εμβάθυνσης.

Η έλλειψη θεσμών διαμεσολάβησης μεταξύ των τοπικών κοινωνιών και των ευρωπαϊκών οργάνων συμπίπτει με την απουσία διαλόγου των κομμάτων με τους πολίτες. Το στελεχιακό δυναμικό αποξενωμένο από την καθημερινότητα και τα προβλήματά της, αδυνατούσε να εκφράσει και να ταυτιστεί με τα αιτήματα της κοινωνίας. Μία αδυναμία που εξηγείται από την ένδεια των κομμάτων σε νέα στελέχη, ικανά να αναζωογονήσουν το απαρχαιωμένο κοινωνικό τους πρόσωπο. Αντίστοιχη επικοινωνιακή ένδεια παρουσίασαν τόσο τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά κόμματα, όπως αποδείχθηκε στις πρόσφατες ευρωπαϊκές εκλογές, όσο και ο θεσμικός πυρήνας του ενωσιακού οικοδομήματος.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα ανακτήσει το χαμένο κύρος της τη στιγμή που η Ευρώπη θα συναντηθεί με το πολιτικό της πεπρωμένο, όπως το οραματίστηκαν οι ιδρυτές της. Χρέος των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι η κατάρτιση της νέας μεγάλης ευρωπαϊκής ιδέας, που θα αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως ενιαία οντότητα και όχι ως συνασπισμό εθνικών ατομικοτήτων. Το αξιακό πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας διαμόρφωσε το προοίμιο της ευρωπαϊκής ιδέας. Σήμερα, καλείται να υπερασπιστεί το όραμά της.

Πηγή