Σεζόν δύο ταχυτήτων για τον ελληνικό τουρισμόΟι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής βοήθησαν στην άνοδο που παρατηρείται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο…

Οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής βοήθησαν στην άνοδο που παρατηρείται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, αλλά για ορισμένες περιοχές αυτό δεν θα αποδειχθεί αρκετό, για να «σωθεί» η σεζόν

Σε μία τουριστική σεζόν δύο ταχυτήτων εξελίσσεται η φετινή, καθώς από τη μία πλευρά υπάρχουν προορισμοί με διψήφια ποσοστά αύξησης όσον αφορά τις αφίξεις και από την άλλη περιοχές, στις οποίες το τελικό πρόσημο δείχνει ότι θα είναι αρνητικό παρά το γεγονός ότι ο Ιούλιος κινήθηκε σε πολύ καλά επίπεδα, ενώ αντίστοιχη είναι και η τάση που υπάρχει όσον αφορά τον Αύγουστο.

Το πρόσημο για το σύνολο της χώρας εκτιμάται πλέον πως θα είναι θετικό και θα πλησιάσει ενδεχομένως και το +6% που είχε θέσει ως στόχο στην αρχή της χρονιάς ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), αλλά ακόμη η κατάσταση είναι ρευστή όσον αφορά το κατά πόσον θα κινηθούν εξίσου ανοδικά και τα έσοδα.

Οδικές αφίξεις
Στις περιοχές που έχουν επηρεαστεί αρνητικά τη φετινή τουριστική σεζόν περιλαμβάνονται σαφώς εκείνες που υποδέχτηκαν στο τέλος του 2015 και στις αρχές του 2016 τις μεγαλύτερες ροές προσφύγων, όπως είναι η Λέσβος, η Σάμος και η Κως. Όμως, δεν είναι οι μόνες καθώς οι τουριστικοί προορισμοί που βασίζονται στις οδικές αφίξεις είδαν τον Μάιο και τον Ιούνιο να πηγαίνουν πρακτικά «χαμένοι» και η αύξηση που παρατηρείται το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου να μην είναι σε θέση να καλύψει το έδαφος που χάθηκε. «Μέχρι τα μέσα Ιουνίου η πτώση σε σχέση με πέρσι ήταν της τάξεως του 15% και αυτή τη μείωση συνεχίζουμε την κουβαλάμε παρά το γεγονός ότι πήγε αρκετά καλά ο Ιούλιος με πληρότητα 80%, ενώ τον Αύγουστο η πληρότητα φθάνει στο 90%», σημειώνει στην «Η» ο Γρηγόρης Τάσιος, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Χαλκιδικής, ο οποίος εκτιμά ότι η σεζόν, όσον αφορά την περιοχή, θα κλείσει με μία πτώση της τάξεως του 10% με 15%.

Αντίστοιχη δείχνει να είναι και η κατάσταση στο Πήλιο, μία ακόμη περιοχή που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον οδικό τουρισμό. «Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος πάνε πολύ καλά, αλλά ο Μάιος και ο Ιούνιος ήταν ?χαμένοι? μήνες», επισημαίνει ο κ. Γιώργος Ζαφείρης, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Μα γνησίας. «Η αίσθηση που υπήρξε ότι τα βόρεια οδικά σύνορα ήταν κλειστά λόγω του προσφυγικού επηρέασε αρνητικά τις οδικές αφίξεις από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης», τονίζει ο κ. Ζαφείρης, ο οποίος επίσης εκτιμά ότι για την περιοχή η φετινή σεζόν θα κλείσει με αρνητικό πρόσημο.

Σημειωτέον πως οι οδικές αφίξεις ξεκίνησαν τη φετινή χρονιά με αρνητικό πρόσημο και για το σύνολο των πρώτων επτά μηνών παρουσιάζουν μείωση 4,8%, η οποία θα ήταν μεγαλύτερη αν ο Ιούλιος δεν κινείτο ανοδικά κατά 1,6%, ενώ εκτιμάται ότι ανοδική τάση θα υπάρξει και τον Αύγουστο. Πάντως, η αύξηση που παρατηρείται στο επτάμηνο στις αεροπορικές αφίξεις (+6,4% ή +556.000 αφίξεις) κάλυψε τις απώλειες των οδικών (-307.000) με αποτέλεσμα το πρόσημο για το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου να είναι θετικό κατά 1,6%.

Κρατήσεις τελευταίας στιγμής
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε προχθές ο ΣΕΤΕ, οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής (last minute), οι οποίες αυξήθηκαν σημαντικά τον Ιούλιο έχουν βοηθήσει ώστε το σχετικά άσχημο ξεκίνημα του ελληνικού τουρισμού να «γυρίζει» τελικώς σε συνολικό επίπεδο.

Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτη περίπτωση της Κω, ενός από τους προορισμούς που έχει επηρεαστεί πάρα πολύ από το προσφυγικό. Η μείωση στην αρχή της σεζόν έφθανε στο 50%, αλλά πλέον η μείωση έχει αρχίσει να περιορίζεται καθώς όπως επισημαίνει στην «Η» η Κωνσταντίνια Σβύνου, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Κω, τον Ιούλιο ήταν στο -13% με την αύξηση των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής να έχει βοηθήσει σημαντικά. «Βέβαια, η πτώση σε έσοδα είναι πολύ μεγαλύτερη λόγω ότι οι ξενοδόχοι προχώρησαν σε γενναίες μειώσεις τιμών», σπεύδει να προσθέσει η κ. Σβύνου, η οποία πάντως δηλώνει αισιόδοξη ότι θα υπάρξει περαιτέρω ανάκαμψη το 2017, εφόσον, φυσικά, δεν υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις.

Τουρκία και Κρήτη
Λόγω των τρομοκρατικών χτυπημάτων και των γεωπολιτικών εξελίξεων, οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής από τους Ευρωπαίους τουρίστες αυξήθηκαν σημαντικά φέτος και εκεί στόχευσαν οι εγχώριοι τουριστικοί φορείς.

Από τις περιοχές που έχουν αξιοποιήσει αυτή την τάση είναι η Κρήτη, η οποία χαρακτηρίζεται ως ένας από τους μεγάλους κερδισμένους της φετινής σεζόν. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον πρόεδρο της Ένωσης Ξενοδόχων Ηρακλείου, Νίκο Χαλκιαδάκη, οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία με την απόπειρα πραξικοπήματος είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη ζήτηση για την περιοχή. «Αυτή τη στιγμή η Κρήτη είναι γεμάτη», υποστηρίζει στην «Η» ο κ. Χαλκιαδάκης, ο οποίος σημειώνει ότι ο φετινός Ιούλιος κινείται σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με πέρσι και αν συνεχιστεί αυτή η τάση, το συνολικό πρόσημο θα είναι θετικό.

Στους μεγάλους κερδισμένους της φετινής σεζόν περιλαμβάνονται ακόμη οι Κυκλάδες και το Ιόνιο. «Αυτή τη στιγμή, η σεζόν πάει πάρα πολύ καλά και ελπίζουμε ότι θα συνεχιστεί έτσι», σημειώνει στην «Η» ο Παναγιώτης Μπράμος, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Κέρκυρας.

Ξενοδόχοι
Δύσκολος ο στόχος για τα έσοδα

Ο στόχος για την αύξηση των αφίξεων κατά 6% όσον αφορά το σύνολο της χώρας δείχνει μεν εφικτός, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για εκείνον (επίσης 6%) των εσόδων. Ο ΣΕΤΕ κάνει λόγο σε πρόσφατη ανακοίνωσή του για μία ρευστή κατάσταση και πιθανότερα το τοπίο θα είναι πιο ξεκάθαρο μετά τον Αύγουστο. Το πραγματικό πρόβλημα, σύμφωνα τουλάχιστον με την άποψη σχεδόν όλων των εκπροσώπων του ξενοδοχειακού κλάδου, είναι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών και γενικότερα η υπερφορολόγηση του κλάδου.

Οι περισσότερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των συντελεστών ΦΠΑ ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές, κάτι που σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, σημαίνει σημαντική μείωση της κερδοφορίας, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η αύξηση των αφίξεων δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει τελικώς και αύξηση των κερδών, χωρίς να αποκλείεται να κλείσουν τελικώς με ζημιές.

Το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, είναι να μην είναι σε θέση να προχωρήσουν σε επενδύσεις για την αναβάθμιση των ξενοδοχειακών υποδομών τους, κάτι που θα οδηγήσει σε μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους. «Το πρόβλημα θα αρχίσει να φαίνεται μέσα στην επόμενη διετία», σημειώνουν χαρακτηριστικά.